Ὁ Ε.Ο.Σ. καὶ τὰ χειμερινά σπόρ
Ἡ πρώτη ὁμαδική χρησιμοποίησις τῶν σκί στὶς
χιονισμένες πλαγιές τοῦ Παρνασσοῦ. Μιά ἀνάβασις στὸν Γεροντόβραχο.
Αἰσθάνομαι
τὸν ἑαυτό μου ἰδιαιτέρως εὐτυχῆ, ἀλλά καὶ ὑπερήφανο, διότι εἶχα τὴν
τύχη νὰ λάβω μέρος καὶ νὰ παρακολουθήσω
ἀπό κοντά τὴν πρώτη ἐπίσημη ἔξοδο μὲ σκί, ἡ ὁποία τόσο ἀθόρυβα ὀργανώθηκε καὶ
ἔγινε ἀπό τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν τοῦ Ἑλλλην. Ὀρειβατικοῦ Συνδέσμου στὸν Παρνασσό ἀπό
τὰς 21 - 25 Φεβρουαρίου 1931.
Στὴν
ὁμάδα ἐκείνη, στὴν ὁποία καθώς εἶπα ἔλαβα μέρος καὶ γώ, ἔλαχε ὁ κλῆρος νὰ
ἐμφανίσῃ γιά πρώτη φορά ἔτσι ὁμαδικά ἐδῶ
στὴν Ἑλλάδα τὰ παράδοξα αὐτά «ξύλα» πού λέγονται σκί. Ἤτανε τόσο
φυσική ἡ περιέργεια τοῦ κοινοῦ ποὺ
συνωστιζότανε γύρω μας παντοῦ, ὅπου μᾶς
ἔβλεπαν, στὸ δρόμο, στὸ σιδηρόδρομο, στὸ πλοῖο, πού δὲν μᾶς ἔκανε καὶ τόση
ἐντύπωση, ὅταν ἀκούγαμε νὰ λένε μεταξύ τους:
-Τὰ βλέπεις αὐτά εἶναι μηχανήματα πού παραμερίζουνε τὸ χιόνι,
για νὰ διαβαίνουν !
Ἄλλος
πάλι ἔλεγε ὅτι θὰ τὰ μεταχειριστοῦμε σάν
ξυλοπόδαρα - βλέπετε συνέπεσε νὰ ἦταν
Ἀποκριές! Στὸν Πειραιᾶ οἱ μάγκες μᾶς εἶπαν πώς πᾶμε στὸ Βόρειο Πόλο γιά τὸν Νόμπιλε καὶ
στὴν Ἀράχωβα μᾶς πέρασαν γιά τιναχτάδες μπαμπακιῶν, τέλος ὅλα αὐτά δίναν εὔθυμα
θέματα στὴν καλόκαρδη συντροφιά μας σ’ ὅλο τὸ χρονικό διάστημα τῆς τετραήμερης
παραμονῆς μας ἀπάνω στὸν χιονισμένο
Παρνασσό.
Ὁ Ε.Ο.Σ. ἀπό καιρό εἶχε φροντίσει κι ἔφερε γιά λογαριασμό τῶν Τμημάτων του ἀρκετά ζεύγη σκί, μὰ ὅμως χάρις στὸ ὅ,τι φέτος δὲν
εἴχαμε ἀρκετά χιόνια, για νὰ γίνουν οἱ σχετικές
ἀσκήσεις ἐδῶ στὴν Ἀττική, ἀπεφάσισε
τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν νὰ πάῃ σὲ ψηλότερα βουνά νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἔτσι
χωρίς ἐξαιρετικές ἑτοιμασίες καὶ ἀχρείαστο
θόρυβο ὁρίσθηκε ν’ ἀναχωρήσῃ ἡ ὁμάς αὐτή τῶν skieurs τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου 21/2/31.
Μολονότι
ἡ μέρα ἐκείνη ἦτο βροχερή καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ χειροτερεύῃ πρὸς τὸ βράδυ ἀκόμη
περισσότερο, ὡστόσο κανένας ἀπό κείνους ποὺ δήλωσαν, δὲν ἔλειψε ἀπό τὸν τόπο πού εἶχε ὁρισθῇ γιά
συγκέντρωση. Μὲ τὸ πλοῖο «Δωρίς»
ἐφύγαμε στὶς 9 τὸ βράδυ γιά τὴν Ἰτέα. Κατά κακή τύχη ἡ κακοκαιρία αὐτή ἐπικρατοῦσε καὶ στὴ θάλασσα κι ἔτσι ταξιδεύαμε
ἀρκετές ὧρες ἀπό τὸν Πειραιᾶ ὡς τὸν Ἰσθμό - μέσα σὲ μιά τρικυμία
πρωτοφανοῦς ἐντάσεως πού κοντύνεψε νὰ πνίξῃ τὸ πλεούμενό μας. Ὡστόσο τὰ
ξημερώματα φτάσαμε στὴν Ἰτέα κι ἀπό κεῖ μὲ αὐτοκίνητα φτάσαμε ὕστερα ἀπό δυό
ὧρες στὴν Ἀράχωβα.
