Σελίδες

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΣΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ

 

ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Κίρρα και Κρίσσα

 

Του Στάθη Ασημάκη

(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:

«[…]

Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,

υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.

Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν

Κρῖσάν τε ζαθέην  καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα.

οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,

οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,

οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.

τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,

Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,

και σημαίνουν:

«[…]

Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,                                                          

υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.

Τους έστειλε η Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η  πετρώδης                                                                

η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπέας 

κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας                                                         

κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει

και η Λίλαια, που χτίστηκε επάνω στις πηγές του

κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι                                                                           

Οι πολεμάρχοι εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.

[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)

 αναφέρεται η πόλη Κρίσσα με το επίθετο ζαθέην = ιερή, ενώ δεν γίνεται μνεία για την πόλη Κίρρα (παρότι αυτή παραλιακή), πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία δεν θα υφίστατο ως πόλη στα ομηρικά χρόνια. Ίσως ήταν ένα απλό επίνειο της Κρίσσας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2026

11. Φακές, Λαθούρια, Ρεβίθια!

 


Του Στέργιου Μπακολουκά

      Ο Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του  Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε ανάψει τα καντήλια,  είχε προσευχηθεί γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον  οικισμό των καλυβιών  του Λιβαδιού της Αράχοβας).

      Κατευθύνθηκε ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο, πετρόχτιστο, στηθαίο του,  εξουθενωμένος και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη από γιδότριχα κάπα του. Τα  κουμπιά στην κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα, φανερώνοντας  το λούχωμα (απότομο ζέσταμα και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την  ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο, ακουμπισμένο στο πλάι,  ενώ πάνω του   είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική  σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά. 

           Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής  ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ανεμώρεια & Άμβροσσος

 


Του Στάθη Ασημάκη
(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

 Η τεκμηρίωση της θέσης της ομηρικής Ανεμώρειας που επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού. Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω βάσιμα, αφενός στο να την ταυτίσουμε με τη φωκική πόλη Αιολιδείς, την οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου του Απόλλωνα, και αφετέρου στο να την τοποθετήσουμε στη σημερινή θέση «Καστρούλι» Ζεμενού (στα μυκηναϊκά χρόνια) και στη διπλανή θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά χρόνια).
    Αυτό μας βοηθάει, επιπλέον, ώστε να λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος (Άμβρυσσος), η οποία δεν αναφερόταν στον κατάλογο νηών στην Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά εμφανίστηκε, πολύ αργότερα στις αρχαίες ιστορικές πηγές.
    Ειδικότερα, η πρώτη συγκεκριμένη αναφορά  για την ύπαρξη της Αμβρόσσου, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε, γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο στο βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18, της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου, στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί του Φιλίππου του Ε΄ της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και συγκεκριμένα καταγράφει:
    «[…] Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit. Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat […]», που σημαίνει:
   «[…] Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο Φλαμινίνος) τον Φανοτέα (Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…]».