Σελίδες

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ (β’ μέρος)

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

 (Συνέχεια από το προηγούμενο)

Το αρχαίο Σπαρτιατικό έθιμο είναι ακόμη βαθειά ριζωμένο στην ψυχή του Ελληνικού λαού όπου δεν έχει πειραχτεί από τον ψευτοπολιτισμό των πόλεων. Αφ' ου ετελειώσαμε το θέμα της Αμερικής ο Ηρακλής μας έδωκε πολύτιμες πληροφορίες για το Μοναστήρι του Αγίου Λουκά όπου σκοπεύαμε να περάσουμε το βράδυ:

«Δυό βασίλεια αγωνιστήκαν να χτίσουν το Μοναστήρι. Στέκεται πάνω σε τρεις κολόνες και κάθε κολόνα είναι πέντε μέτρα — Θε μου, πως μπορούσαν να κουβαλήσουν τόσο μεγάλα μάρμαρα. Μωρέ σιδερένιοι άνθρωποι κείνη την εποχή! — ο Αη Λουκάς ζούσε τον καιρό που πάτησαν οι Τούρκοι το Μέγα Σπήλαιο. Η εικόνα της Παναγίας έφυγε μονάχη της για να μη την μαγαρίσουν οι άπιστοι. Σαν είδε ο Αη Λουκάς πως η Μεγαλόχαρη ήταν φευγάτη και πως το εικονοστάσι της ήταν άδειο πήρε κατά πόδι της να την εύρη. Μα η Παναγιά σαν κόρη γεννημένη από μάνα και κύρη ήρθε καταμόναχη σε μια ρεματιά μακρυά από το Μέγα Σπήλαιο. Κει δα βλέπει δυο κορίτσια που καθόνταν πάνω σ' ένα βράχο και κλώθαν με τις ρόκες τους καθώς τα πρόβατα βόσκαν τριγύρω στο χορτάρι.»
«Έρχομαι μακριάθε παιδάκια μου» τους λέει, «κ' είμαι διψασμένη. Που 'ναι καμμιά πηγή να πιώ λίγο και να ξαποστάσω η έρμη;»
«Η πηγή που πίνουμε μείς, είναι μακρυά, μανούλα, μακρυά κείθε κατά το ηλιοβασίλεμα
«Παιδιά μου, δε μπορώ να πάω τόσο μακρυά. Είμ’ αποσταμένη από το μακρυνό δρόμο
«Μανούλα, δε μπορούμε να σε βοηθήσωμε γιατί είμαστε μικρές κι’ ανήμπορες. Βλέπεις κείνη τη σπηλιά πάνω κεί στο μεγάλο γκρεμό; Ο πατέρας μας είπε πως μέσα κεί τρέχει νερό κρύο σαν κρύσταλλο στην πιο βαθιά γωνιά της σπηλιάς. Μα ο ανήφορος είναι δύσκολος κ’ ένας δράκος φυλάει τη σπηλιά με μάτια που βγάζουν φωτιές. Αν κάνης πως πας κοντά ο δράκος θα σε φάη
Η μεγαλόχαρη χαμογέλασε. «Κατά κείθε θα τραβήξω κ’ εγώ.» Τα κορίτσια άρχισαν να τρέμουν από το φόβο τους μα η Παναγιά έβαλε το χέρι της στα κεφαλάκια τους και τα ησύχασε.
«Μη φοβάστε, μάτια μου, ο δράκος δε μπορεί να μ’ αγγίξη. Κυτάχτε όμως σαν δήτε έναν με μαύρα να’ ρθη κατά δώθε για μένα, πέστε του πως είμ’ εκεί. Κι’ αν δεν πιστεύει βάλτε τις ρόκες σας πάνω σ’ αυτή την πέτρα κ’ ένα σημείο θα τον προστάξη
Και η Παναγιά μονομιάς χάθηκε από μπροστά τους. Και σαν βασίλευε ο ήλιος, να ο Αη Λουκάς ντυμένος στα μαύρα και παρουσιάζεται μπροστά στα κορίτσια καθώς σηκώνονταν να φύγουν με τα πρόβατά τους.
«Μπα κ' είδατε καμμιά γυναίκα να περνά δώθε;»
«Ναί, παπούλη, μια γυναίκα πέρασε δώθε και της είπαμε για την πηγή της σπηλιάς και για το δράκο που την φυλάει· μα κείνη τράβηξε κατά κείθε και μπήκε στη σπηλιά και δεν την ξαναίδαμε πιά
«Μπα και δε λετ’ αλήθεια, μωρέ
«Τότε τα κορίτσια βάλαν τις ρόκες τους πάνω στο βράχο που τους είχε ειπωμένα η Μεγαλόχαρη και—μέγα το θάμα σου Παρθένα μου—η πέτρα ίδρωσε με μιας. Πίστεψε ο Άγιος και με το κοπέλι του κουβάλησε ξύλα κάτω από τη σπηλιά κ’ έβαλε φωτιά. Ο δράκος βγήκε λυσσασμένος από τον καπνό μα ο Άγιος σκότωσε το θεριό και μπήκε μέσα στη σπηλιά και κει βλέπει την εικόνα της Παναγιάς κοντά στην πηγή απείραχτη. Μόνο ο καπνός της φωτιάς μαύρισε λίγο τη θωριά της καθώς θα δείτε σαν θα μπείτε στο Μοναστήρι.»

Αυτά μας διηγήθηκε ο Ηρακλής Κελέρμονος, ο Νέστωρ της συντροφιάς μας. Ακούσαμε την ιστορία του με μεγάλη χαρά γιατί στην όμορφη αυτή παράδοση ανεγνωρίσαμε τον παλαιό μύθο του Κάδμου. Έτσι και ο Κάδμος είχε έρθει στα χώματα αυτά από μακρινό τόπο ζητώντας μια άλλη κόρη, τη χαμένη αδερφή του Ευρώπη. Είχε πάει κ’ εκείνος στους Δελφούς και εκεί διατάχτηκε ν’ ακολουθήσει ένα δαμάλι κάτω-κάτω στη ρεματιά, την ίδια ρεματιά που βλέπαμε μείς μπροστά μας. Όχι μακρυά από το ίδιο μέρος είχε σκοτώση κ’ εκείνος έναν άλλο δράκο που φύλαγε μια άλλη πηγή. Τι σημαίνει αν ο Κάδμος έγινε τώρα Λουκάς και η Ευρώπη Παναγιά; Η παράδοση ακόμα ζη στην ψυχή του λαού που έχει ριζώση στα ίδια αυτά Παλάτια των Αρχαίων Μουσών, ένα μεγάλο και ελεύθερο δώρο για την φαντασία του παιδιού και για τη δημιουργική τέχνη του ποιητού. Με ένα εγκάρδιο χαιρετισμό τραβήξαμε πάλι το δρόμο μας. Δεν είχαμε πάει κάπου δυο χιλιόμετρα, όταν απεφασίσαμε να πάμε στη Χαιρώνεια αντί να πάμε στον Αη Λουκά.

Ο δρόμος μας έφερε στη ρεματιά του Κορακόλιθου. Το ξεροπόταμο του Πλατανιά κατεβάζει από δω τα νερά των βροχών στο ρέμμα του Βοιωτικού Κηφισού. Σε λίγο βγήκαμε σ' ένα ώμορφο κάμπο κλεισμένο τριγύρω από λόφους και βουνά. Από δω μπορούσαμε ν' απολαύσωμε μια μαγευτική θέα του Παρνασσού που είχαμ' αφήση πίσω μας, εν ω μπροστά μας ήρχισε να ξεπροβάλλη περήφανο και φωτολουσμένο το άλλο παλάτι των Μουσών, ο μενεξεδένιος Ελικών. Η πρωινή συννεφιά είχε τώρα διαλυθή στους γαλανούς κάμπους του ουρανού και ο ήλιος έλαμπε παντού καταχτητής. Τα χαλίκια της ρεματιάς, οι μολυβένιοι και γκρίζοι βράχοι των λόφων, τα κόκκινα χώματα του κάμπου, η άσπρη σκόνη του δρόμου, η βελουδένια πρασινάδα των μύρτων, τα μυρωδάτα φύλλα των σχίνων, οι ασημένιοι κλάδοι των λυγαριών με τις άσπρες και τριανταφυλλιές και μενεξεδένιες ανθοπυραμίδες των, τα αγκαθερά πρινάρια, και οι πικροδάφνες με τα μακρυά των φύλλα και τα γελαστά των άνθη εδώ κόκκινα σαν τριαντάφυλλα και εκεί άσπρα σαν γιασεμιά, όλα άψυχα και ζωντανά, κολυμπούσαν σε μια ακράτητη ζεστή φωτοπλήμμυρα, μια φωτοπλήμμυρα Ελληνικής λαμπράδας και αγνότητας. Η ψιχάλα του πρωινού είχε χύση μια ιδιαίτερα μαγεία παντού και από κάθε φύλλο μια ώμορφη μυρωδιά ανέβαινε ανυπόμονη να ενωθή με χίλια άλλα μύρα που η αύρα εσκόρπιζε από κάθε βουνό, ράχη, και κάμπο. Και όμως σαν να μη ήταν η θέα αυτή αρκετά ειδυλλιακή, απαντήσαμε σε λιγάκι μια ώμορφη βοσκοπούλα, με μεγάλα μαύρα μάτια ολάνοιχτα στο φως που έπαιζε τριγύρω της και με μαύρα μακρυά μαλλιά. Ακουμπούσε αφρόντιστα στη γκλίτσα της και προσπαθούσε με τις φωνές της και τα σφυρίγματά της να βάλη γνώση στα άταχτά της κατσίκια που είχαν σκαρφαλώση πάνω στα βράχια ενός λόφου κοντά στο δρόμο για να μαδήσουν λίγες μύτες πρινάρια που είχαν κατορθώση να ζήσουν μέσα στις πέτρες. Το όμορφο και ηλιοκαμένο της πρόσωπο κοκκίνησε μόλις την ρωτήσαμε για το δρόμο στη Χαιρώνεια, και ένας νέος βοσκός που έχυνε τις αγροτικές του μελωδίες στην προγονική του φλογέρα εσταμάτησε τον αμέριμνο σκοπό του για να μας προσέξη. Με το σταμάτημα της φλογέρας ξαφνιάστηκαν και τα κατσίκια και αφήκαν τα κλαδιά των για να ρίξουν μια ματιά σ’ εμάς τους ακαλέστους. Αλλ’ αφού επήραμε την πληροφορία που ζητούσαμε εξακολουθήσαμε το δρόμο μας και η ειδυλλιακή σκηνή απέχτησε πάλι την ηρεμία της. Ο βοσκός άρχισε τη φλογέρα του, τα κατσίκια πήδησαν στα πιο μυτερά βράχια που ήσαν μπροστά των, τα πρόβατα ήσυχα ήσυχα έσκυψαν στο ξηροχόρταρό των και η όμορφη βοσκοπούλα άρχισε τα σφυρίγματά της.

Δεν ξέρω πως το μονοπάτι που έπρεπε να πάρουμε προς τ’ αριστερά του δρόμου για να πάμε στη Χαιρώνεια διέφυγε την προσοχή μας και χωρίς να το καταλάβουμε βρεθήκαμε στη ρίζα του Ελικώνος κατά τη Λεβαδειά. Το ζαφειρένιο βουνό, υψωμένο περήφανα πάνω από τις χαμηλότερες κορυφές που το τριγυρίζουν, φαινόταν σαν βασιλιάς που ζει με όνειρα φωτεινά. Η γαλανή του κορώνα στολισμένη εδώ κ’ εκεί με άσπρα μαργαριταρένια συννεφάκια ακτινοβολούσε τριγύρω ήρεμα και μαγευτικά. Οι ρίζες του κανονικά και όμορφα κατέβαιναν σιγά-σιγά στην πεδιάδα και στις ρεματιές μαυρούλιαζαν τα πεύκα και τα έλατα σαν ουρανοστάλαχτη δροσιά στη μεγάλη εκείνη μενεξεδένια φωτοπλήμμυρα. Είμαστε στη γη που έθρεψε το μεγάλο ποιητή της Άσκρης, τον Ησίοδο, το βοσκό που κατάλαβε και την πίκρα της ξερής γης και τη φωτεινή της ομορφιά. Πίκρα και κάλλη είναι ακόμα ενωμένα στη χώρα αυτή. Ο χωριάτης σκυφτός στο χωράφι του και κομμένος από τον ιδρώτα κατεβάζει το σκαλιστήρι του στη γη και κάθε φορά χτυπά ξερή πέτρα.

Ο βοσκός με κόπο μπορεί να βρει ένα λειβάδι για τα πεινασμένα του κοπάδια. Μα τριγύρω βασιλεύει η άπλετη ομορφιά του φωτός που γεμίζει την καρδιά του εργάτη με ρυθμό και φαντασία και έτσι ζη το τραγούδι του λαού αιώνια και ο Ελικών είναι σήμερα όπως και στον καιρό του Ησιόδου οκτακόσια χρόνια προ Χριστού ένα μεγάλο Παλάτι Μουσών. Ο μεγάλος μας ποιητής στον «Ασκραίο» του πολύ όμορφα ζωγραφίζει την ένωσι αυτή της πίκρας και του τραγουδιού στην πρώτη έμπνευση του βοσκού ποιητού:

«Όμως μια μέρα που όνειρα βοσκολογούσα μαύρα
Στο έρμο λογγάρι το κρυφό, κ’ έβοσκα τάσπρα αρνιά,
Να τρίσβαθης κ’ απίστευτης πλάσης μπροστά μου ανάβρα,
Οι Ελικωνόζωες αδερφές, οι θέαινες, κ’ οι ενιά...»

"Όνειρα μαύρα και άσπρα αρνιά, ιδρώτας και δροσόλουστο αεράκι, πόνος και τραγούδι, σκοτάδι και φως είναι η πατροπαράδοτη περιουσία του εργατικού λαού που είναι ριζωμένος στη χώρα εκείνη τώρα και τριάντα αιώνες.
Μπροστά μας μακρυά προς τες ανατολικές ρίζες του βουνού τα άσπρα σπιτάκια της Λεβαδιάς με τα κόκκινα των κεραμίδια πρόβαλαν πάνω από την Απριλιάτικη πρασινάδα που τα περιτριγύριζε. Η θέα μας φάνηκε πολύ ελκυστική.
«Ώμορφα αι;»
«Δεν πάμε κεί καλλίτερα; Βλέπομε τη Χαιρώνεια αύριο

Πολύ εύκολα απεφασίσαμε να περάσωμε τη νύχτα μας στη Λεβαδειά, και τραβήξαμε προς τη ράχη της Γρανίτσας του αρχαίου Λαμβυστίου που στέκεται φρουρός στην είσοδο της βαθειάς και μυστικής χαράδρας της Ερκύνης. Μέσα εκεί τρέχουν αιώνια η βρύση της Λήθης και η βρύση της Μνημοσύνης. Εδώ ξεχνά κανείς την ασχήμια του πόνου και κρατά στη μνήμη του ό,τι ο πόνος έχει άξιο και αθάνατο. Σαν τους αρχαίους κ’ εμείς θα μπορούσαμε να μείνωμε κοντά στα νερά αυτά, να εξαγνισθούμε στο ιερό του «Αγαθού Δαίμονος» και της «Τύχης». Σαν τους αρχαίους θα μπορούσαμε κ’ εμείς να πιούμε από το νερό της Λήθης για να ξεχάσωμε τα περασμένα και από το νερό της Μνημοσύνης για να θυμηθούμε τα καλά και τη χαρά που οι μεγάλοι θεοί και αι Μούσαι του Ελικώνος, και ο φοβερός και προφητικός Τρυφώνιος ο χθονικός ευδόκησαν να μας δώσουν στα μαγικά των παλάτια.

Εμπρός λοιπόν προς τη Λεβαδειά. Πίσω μας ο Παρνασσός γελούσε ζαφειρένια γέλοια κάτω από τα βελουδένια σύννεφα που έπλεκαν αγνά στεφάνια στις ψηλές του κορυφές, και μπροστά μας ο Ελικών χαροκοπούσε στη δόξα των πορφυρών και μενεξεδένιων και αμεθυστίνων ίσκιων του που απλώνοντο ως το γαλανόν ουρανό και κατέβαιναν ως τα κρασάτα και κεχριμπαρένια σκεπάσματα των λόφων και χωραφιών τριγύρω μας. Τέλος όταν ο ήλιος πλησίασε στις δυτικές πύλες του ουρανού και η θάλασσα ήνοιξε την αγκάλη της να τον δεχθή χρώματα πράσινα, κίτρινα, χρυσά, τριανταφυλλιά, και βυσσινιά σκέπασαν τον ουρανό. Ο κάμπος άρχισε να νυστάζη κάτω από ένα αχνό βιολετί πέπλο, και από κάθε λόφο και από κάθε χωράφι φάνηκαν οι κουρασμένοι εργάτες της ημέρας να γυρίζουν σιγά σιγά στο δρόμο για να πάνε στα σπιτάκια των στη Λεβαδειά. Βοσκοί και βοσκοπούλες οδηγούσαν τα κοπάδια των στα μαντριά. Γεωργοί από τ' αμπέλια των και τα χωράφια των με τα μουλάρια των φορτωμένα χόρτα, καρπούς, και εργαλεία ακολουθούσαν το δρόμο στο χωριό των, ενώ τριγύρω των γελούσαν και τραγουδούσαν τα παιδιά των εύθυμα και ευτυχισμένα, παλληκάρια και κόρες. Άλλοι από τη Λεβαδειά ήρχοντο να απαντήσουν τους συγγενείς των και τους φίλους των στο γυρισμό των. Καθώς περπατούσαμε ανάμεσά των και τους απαντούσαμε στα περίεργά των ερωτήματα το άστρον του Αποσπερίτη, ο ίδιος αρχαίος Έσπερος, έλαμπε στο αχνό λυκόφως και με καρδιά βουρκωμένη από αίσθημα και ηδονή θυμηθήκαμε τους στίχους της Μεγάλης Σαπφούς που εξακόσια χρόνια προ Χριστού χαιρέτησε με αθάνατα λόγια το άστρο αυτό.

Έσπερε, που φέρνεις πίσω
όσα σκόρπισ' η φωτόλουστη αυγή,
Συ που φέρνεις δω τα προβατάκια πίσω,
κεί την αίγα, 'δω στη μάνα το παιδί...

Όταν την άλλη μέρα αντικρύσαμε το μαρμάρινο λιοντάρι της Χαιρωνείας —το αθάνατο αυτό μνημείο ενός μεγάλου αγώνος της αρχαίας Ελλάδος— αισθανθήκαμε πως φθάσαμε στη μεγάλη σφραγίδα των εντυπώσεών μας. Σαν ένας πελώριος φρουρός στέκεται εκεί ορθός μπροστά στα μαύρα μελαγχολικά κυπαρίσσια που φυτρώνουν πάνω από τόσους ενδόξους τάφους ηρώων γνωστών και αγνώστων. Πίσω τα ολόγυμνα βουνά σχίζουν με τις φωτοσκιές των τον καταγάλανο ουρανό. Φυλάει ακόμα πιστά ο περήφανος λέων τα κόκκαλα των αγωνιστών της ελευθεριάς. Το μάτι του μαρμαρωμένο κυττάζει μακρυά πάνω από τα πράσινα χωράφια και αιώνια Μουσικά Παλάτια σαν σύμβολο βαθύ και δυνατό της αθανασίας της φυλής μας. Και από τα ψιθυρίσματα των κυπαρισσιών σαν να άκουα μια φωνή μουσική να ψάλλη πως από γαλήνη και τρικυμία από σκοτάδι και φως η Ελλάδα μας θα προβάλλη πάντα νικήτρα όσο η ομορφιά αυτή βασιλεύει στα μέρη της και όσο τα Παλάτια των Μουσών της φορούν το αιώνιο και ασύγκριτο στεφάνι του ήλιου της.

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΗΣ

(Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτοτύπου δημοσιευμένου κειμένου).