Του Στέργιου Μπακολουκά
Όταν οι
νομάδες τσιγγάνοι πέρναγαν από την Αράχοβα μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, σειόταν ο τόπος από
τον θόρυβο και την χανταβάρα (φασαρία)! Σαράντα τουλάχιστον κάρα διάβαιναν
για ώρα πολλή τον κεντρικό δρόμο, δυό φορές τον χρόνο,
μπρος και πίσω!
Και τις δύο φορές κατασκήνωναν για λίγες μέρες στις δυο εισόδους του Χωριού, στον Κούκουρα οι μισοί και οι άλλοι στα πίσω αλώνια (Ντόλτσε Βίτα). Απάχαζε ο τόπος από τα γαυγίσματα των σκυλιών, τον κρότο των σιδερένιων, γύρω από τους τροχούς, στεφανιών, τις οπλές των ζώων, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα γκαρίσματα των γαϊδουριών, τις φωνές και τα τραγούδια των τσιγγάνων, τις τσιρίδες των παιδιών και τις διαμαρτυρίες των ντόπιων καταστηματαρχών της αγοράς, για τις καβαλίνες που άφηναν στο διάβα τους τα ζωντανά που έσερναν τις ξύλινες καρότσες με τις ακτινωτές χοντρές καρόροδες!
Προκαλούσαν εντύπωση κατά πως ήταν βαμμένες σε όλα τα χρώματα της ίριδας, με διαφορετικό όμως κυρίαρχο χρώμα η κάθε μια για να ξεχωρίζει η οικογένεια που το κατείχε. Φορτωμένες με όλα τα συμπράγκαλα ενός νοικοκυριού, κουβέρτες, βελέντζες, τραπέζια, μαξιλάρια, σκαμνιά, πολυθρόνες, κατσαρόλες, και οτιδήποτε άλλο θα γινόταν χρήσιμο στην μόνιμη διαβίωσή τους στην ύπαιθρο. Αλλά και με τα σύνεργα της δουλειάς τους, καλάμια όλων των ειδών και όλων των διαμετρημάτων, ψάθες, ψαθιά και ψαθάκια, σκελετούς από καρέκλες και διάφορα ξύλα, άλλα κατεργασμένα και άλλα όχι. Όλ’ αυτά σκεπασμένα παράταιρα με μουσαμάδες. Θρονιασμένα πανουσόμαρα (επιπλέον του κανονικού φορτίου), στην κορυφή του …..γιούκου, αγνάντευαν τα γυναικόπαιδα! Ουραγοί σε κάθε άμαξα, δεμένα από το χαλινάρι τους, τα εφεδρικά μουλάρια, άλογα, η γαϊδούρια. Το ίδιο ακολουθούσαν δεμένα βελάζοντας διαμαρτυρόμενα, πρόβατα, κατσίκες και γουρούνια. Ακόμα και κότες τσούτιαζαν (κούρνιαζαν) στην κορυφή από τα παραπέτια των ξύλινων κατασκευών, δίπλα στους ανθρώπους. Όλα αυτά ανακατεμένα δημιουργούσαν ένα τραγελαφικό μπούγιο, που νόμιζες ότι κανένας δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό. Φυσικά γελιόσουν, διότι για τους ίδιους όλα αυτά ήταν σε ….απόλυτη ευταξία, το ίδιο ακριβώς όπως και η νομαδική ζωή τους.
Και τις δύο φορές κατασκήνωναν για λίγες μέρες στις δυο εισόδους του Χωριού, στον Κούκουρα οι μισοί και οι άλλοι στα πίσω αλώνια (Ντόλτσε Βίτα). Απάχαζε ο τόπος από τα γαυγίσματα των σκυλιών, τον κρότο των σιδερένιων, γύρω από τους τροχούς, στεφανιών, τις οπλές των ζώων, τα χλιμιντρίσματα των αλόγων και τα γκαρίσματα των γαϊδουριών, τις φωνές και τα τραγούδια των τσιγγάνων, τις τσιρίδες των παιδιών και τις διαμαρτυρίες των ντόπιων καταστηματαρχών της αγοράς, για τις καβαλίνες που άφηναν στο διάβα τους τα ζωντανά που έσερναν τις ξύλινες καρότσες με τις ακτινωτές χοντρές καρόροδες!
Προκαλούσαν εντύπωση κατά πως ήταν βαμμένες σε όλα τα χρώματα της ίριδας, με διαφορετικό όμως κυρίαρχο χρώμα η κάθε μια για να ξεχωρίζει η οικογένεια που το κατείχε. Φορτωμένες με όλα τα συμπράγκαλα ενός νοικοκυριού, κουβέρτες, βελέντζες, τραπέζια, μαξιλάρια, σκαμνιά, πολυθρόνες, κατσαρόλες, και οτιδήποτε άλλο θα γινόταν χρήσιμο στην μόνιμη διαβίωσή τους στην ύπαιθρο. Αλλά και με τα σύνεργα της δουλειάς τους, καλάμια όλων των ειδών και όλων των διαμετρημάτων, ψάθες, ψαθιά και ψαθάκια, σκελετούς από καρέκλες και διάφορα ξύλα, άλλα κατεργασμένα και άλλα όχι. Όλ’ αυτά σκεπασμένα παράταιρα με μουσαμάδες. Θρονιασμένα πανουσόμαρα (επιπλέον του κανονικού φορτίου), στην κορυφή του …..γιούκου, αγνάντευαν τα γυναικόπαιδα! Ουραγοί σε κάθε άμαξα, δεμένα από το χαλινάρι τους, τα εφεδρικά μουλάρια, άλογα, η γαϊδούρια. Το ίδιο ακολουθούσαν δεμένα βελάζοντας διαμαρτυρόμενα, πρόβατα, κατσίκες και γουρούνια. Ακόμα και κότες τσούτιαζαν (κούρνιαζαν) στην κορυφή από τα παραπέτια των ξύλινων κατασκευών, δίπλα στους ανθρώπους. Όλα αυτά ανακατεμένα δημιουργούσαν ένα τραγελαφικό μπούγιο, που νόμιζες ότι κανένας δεν μπορεί να βάλει τάξη σ’ αυτό. Φυσικά γελιόσουν, διότι για τους ίδιους όλα αυτά ήταν σε ….απόλυτη ευταξία, το ίδιο ακριβώς όπως και η νομαδική ζωή τους.
Όσες μέρες κατασκήνωναν στις παρυφές του Χωριού, γέμιζαν τα σοκάκια του από ζωή, φασαρία, διαπραγματεύσεις, συναλλαγές,ανταλλαγές και ένταση. Γέροι με θεόρατα κάτασπρα μουστάκια βαμμένα ….μουσταρδί , στο κέντρο, από την νικοτίνη των τσιγάρων και φαρδιά, ψαροκόκαλο, ντρίλινα, πολυμπαλωμένα παντελόνια, επιδιόρθωναν καρέκλες, καθισμένοι σταυροπόδι στο έδαφος. Μεσόκοπες γυναίκες με κατάλευκα τσεμπέρια, χρυσά δόντια που λαμποκοπούσαν και μακριά πλουμιστά φορέματα, έλεγαν την μοίρα σ΄ όσους, κυρίως γυναίκες, ήθελαν να μάθουν το ριζικό τους. Νιότερες γυναίκες και κοπέλες σέρνοντας μαζί τους τα μικρότερα απ’ τα παιδιά τους, με λυγερές λαμπαδωτές κορμοστασιές και χρωματιστά φουστάνια με πάμπολλες πτυχές, φορώντας βαμβακερές πολύχρωμες μαντίλες, φορτωμένες με σκουλαρίκια, βραχιόλια και λογής- λογής αλυσίδες και σταυρουδάκια, κουβάλαγαν διαφόρων ειδών πλεκτά οικιακής χρήσης, καλάθια, κόφες, κοφίνια, γαλίκια και πανέρια, διαλαλώντας τραγουδιστά την πραμάτεια τους στα στενοσόκακα, από άκρη σ’ άκρη, της Αράχοβας. Πληρώνονταν σε είδος, είτε με λάδι , είτε με ελιές, είτε με κρασί, είτε με γεννήματα (φακές, λαθούρια, ρεβίθια, στάρι) ακόμα και με υφαντές κουρελούδες ή διάφορα στρωσίδια βγαλμένα από τους Αραχοβίτικους αργαλειούς. Οι άντρες και τα μεγαλύτερα αγόρια, τρόχιζαν μαχαίρια και ψαλίδια, ή γάνωναν κουταλοπίρουνα, μπακιρένια σκεύη, τενζερέδια και χαλκωματένια ταψιά. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν εξαιρετικά χρήσιμοι για το χωριό εκείνη την εποχή, για τις εξειδικευμένες δουλειές που παρείχαν. Παραδόξως ήταν σχετικά καθαροί, ΠΟΤΕ δεν ζητιάνευαν και επίσης ΠΟΤΕ δεν έκλεβαν, εξόν βεβαίως από τους καρπούς των οπωροφόρων δέντρων και τα σ’κουστάφλα (σύκα και σταφύλια) στην εποχή τους, όταν τα έβρισκαν στο δρόμο τους!
Μόλις είχε μπει το Φθινόπωρο όταν η φάλαγγα των ετήσιων μεταναστών εμφανίστηκε ξανά και οι φαμελιές της, όπως πάντα, κατασκήνωσαν στις δυο πάντες του Χωριού, ακολουθώντας την ίδια παλινδρομική κίνησή η οποία φάνταζε αιώνια. Έμειναν στην περιοχή υπερβαίνοντας την μια βδομάδα, πουλώντας, διορθώνοντας και γανώνοντας. Μαζεύοντας ταυτόχρονα λάδι, όσπρια και κουρελούδες για τον χειμώνα, μετουσιώνοντας έτσι το ανταλλακτικό εμπόριο σε σύγχρονο επιστημονικό σεμινάριο μάρκετινγκ.
Τα σχολειά είχαν ανοίξει και οι δάσκαλοι προσπαθούσαν ν’ ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους, ώστε να μαζέψουν τα ….μυαλά των μαθητών τους από την καλοκαιρινή ασυδοσία, τα ολοήμερα παιχνίδια, τις τρέλες και τις τζαναμπετιές, τις άπειρες ώρες οδικής …. εκπαίδευσης και συμπεριφοράς πάνω στα χειροποίητα πατίνια, τ’ ατέρμονα κυνηγητά στο φεγγαρόφωτο, τις γεμάτες μέρες από το άρωμα του βασιλικού, του γιασεμιού, τη γεύση του παγωτού, της υποβρύχιας βανίλιας, του καρπουζιού και της καλοκαιρινής ξενοιασιάς.
Ήταν Κυριακή πρωί και το εντεκάχρονο αγόρι μαζί με τους φίλους του είχαν μετατρέψει το σοκάκι μπρος από τα σπίτια τους σε γήπεδο με τα όλα του. Το παιχνίδι διακόπηκε από την εισβολή στη γειτονιά μιας παρέας από τσιγγάνες με πολύχρωμα ρούχα και όρεξη για τραγούδι, φωνές, γέλια και συνεχή κίνηση. Κράταγαν στα χέρια τους διάφορα πράγματα, τα οποία πούλαγαν με αλλιώτικο τρόπο, γεμάτο ήχο, τραγούδια, παρακάλια, φορτική πίεση και χορό. Χτυπούσαν τις πόρτες φωνάζοντας τις νοικοκυρές να βγουν στο παζάρι.
Το παιδί προχώρησε προς το σπίτι του, γιατί μπροστά από αυτό μια μικρή τσιγγανοπούλα, λίγο ψηλότερη αλλά όχι μεγαλύτερη από αυτόν, χτυπούσε την πόρτα. Η καρδιά του λαχτάρισε μόλις τ’ ανοιχτόχρωμα λαμπερά μάτια του κοριτσιού τον κοίταξαν μ’ εκείνο το παρακαλετό βλέμμα! Είχε λυτά, τα μακριά, σγουρά, καστανά μαλλιά της, το δέρμα της ήταν κατάλευκο στο λαιμό και μελαψό στα μπράτσα της από τον ήλιο. Μια μπλε φαρδιά κορδέλα ήταν περασμένη γύρω από το δεξί της χέρι, έτοιμη να συγκρατήσει τα μαλλιά της όταν εκείνη θα το αποφάσιζε. Φόραγε ένα αμάνικο, μακρύ, ξεθωριασμένο, μπορντό φόρεμα, στα χέρια της κράταγε για πούλημα ένα πανέρι και ήταν ….ξυπόλητη. Μέχρι να πειστεί η μάνα του να πάρει το καλάθι, ο μικρός δεν ξεκόλλησε τα μάτια του από το κορίτσι, μένοντας συνεχώς στο πλάι του. Την είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα! Αλλά κι εκείνη δεν έμεινε αδιάφορη προς το αγόρι. Ύστερα από το πρώτο ξάφνιασμα κι αφού το κορίτσι ελευθερώθηκε γιατί ανέλαβε το παζάρεμα η δική της μάνα, τα δυό παιδιά άρχισαν να συνομιλούν, με αποτέλεσμα η παιδούλα ν’ αγγίζει συνεχώς τον άγουρο μαθητούδι και να το ρωτά, στην αρχή για το ίδιο και στην συνέχεια για το σχολειό, τα μαθήματα και τα παιχνίδια του.
Η γιαγιά του μικρού, που δεν της ξέφευγε τίποτα, σαν από μηχανής θεός, βγήκε στο σοκάκι όπου το παζάρι ήταν σε εξέλιξη, πλησίασε τη μάνα του κοριτσιού και της ζήτησε να το αφήσει για λίγο στο σπίτι της, για την ώρα του φαγητού. Ήταν φανερό πως η γριά κατάλαβε τον νταλκά του εγγονού της για την γυφτοπούλα και προσπάθησε να τον βοηθήσει, προσφέροντάς του ένα μικρό μεράδι ευτυχίας.
Τα μεσημέρια ολόκληρης της εβδομάδας, το κορίτσι έτρωγε στο σπίτι του παιδιού. Ύστερα το αγόρι έπαιζε μαζί της με τις ώρες, κουβεντιάζοντας και ρωτώντας μ’ ενδιαφέρον για την ζωή της, αφήνοντας τα διαβάσματα σε δεύτερη μοίρα, χωρίς ν’ ανοίγει την σχολική τσάντα για να ετοιμάσει τα μαθήματα της επόμενης μέρας. Είχε παραδοθεί σε μια ονειρική κατάσταση ευδαιμονίας, αδιαφορώντας γι’ αυτά που γίνονταν γύρω του. Το μόνο που το ένοιαζε ήταν να βρίσκεται μαζί της.
Αργά το απόγευμα εκείνη έφευγε, πάντα στενοχωρημένη από τον καθημερινό χωρισμό, πηγαίνοντας στο τσαντίρι της στα πίσω αλώνια, περιμένοντας με υπομονή το νέο ξημέρωμα. Ο χρόνος που έμενε εκείνος στο σχολειό, του φαινόταν αιώνας και αντίστοιχα στιγμές, οι ώρες που έμενε μαζί της. Πέταγε από την χαρά του όταν τον φώναζε με τ’ όνομά του και στενοχωριόταν μόλις εκείνη του έλεγε ότι δεν ήξερε να γράφει και να διαβάζει γιατί δεν μπήκε ποτέ σε τάξη εκπαιδευτηρίου, ούτε ήξερε πως είναι και τι κάνουν εκεί. Τον ρωτούσε όμως συνεχώς για τα βιβλία και τους δασκάλους του.
Πέρασε μια ολόκληρη ευτυχισμένη βδομάδα λες και ήταν μια στιγμή. Κοντοζύγωνε η επόμενη Κυριακή που θα ήταν η τελευταία μέρα για το κορίτσι. Θα έφευγαν νωρίς το πρωί της Δευτέρας. Του το είπε στενοχωρημένη το Σαββάτο, κάνοντας το παιδί να βάλει τα κλάματα.
Πάλι η γιαγιά μαλάκωσε την θλίψη του!
- Πρέπει αύριο που είναι Κυριακή, να προσκαλέσουμε το κορίτσι σ’ ένα τραπέζι φαγητού που θα το θυμάται, αλλά κι εσύ μ’ αυτό θα την κλειδώσεις στην ψυχούλα σου, γιατί το φαγητό ενώνει τους ανθρώπους και τους δίνει τον χρόνο που χρειάζονται ώστε ν’ ανταλλάξουν απόψεις και να μικρύνουν τις αποστάσεις!
- Θ’ αναλάβω εγώ να μαγειρέψω κάτι γιορτινό!
- Να της πεις να φέρει και τους δικούς της μαζί,
Το απόγευμα του Σαββάτου έστειλε το Γέρο της στο χασάπικο των Πατσανταραίων με συγκεκριμένες εντολές, Να της φέρει δηλαδή τρία κιλά αρνί μπούτι μαζί με το κόκαλο, κομμένο προσεκτικά σε μικρές μερίδες κι ένα κιλό αρνίσιο κιμά μόνο μια φορά περασμένο από το μηχάνημα! Ωστόσο αυτή, όπως κάθε μέρα, κατέβηκε να ποτίσει το μποστάνι της. Πήρε μαζί της ένα κοφινάκι, ένα ψαλίδι και το μαχαίρι της. Πριν απολύσει το νερό, μάζεψε φρέσκες ζουμερές ντομάτες, δυόσμο, μαϊντανό, σέλινο και άνηθο. Έβγαλε και λίγα καρότα απ’ την απαγκερή πλευρά του περιβολιού, τα τοποθέτησε όλα στο πανέρι της, μετακόμισε τον σωλήνα του ποτίσματος από βραγιά σε βραγιά ώστε να ξεδιψάσουν όλα τα ζαρζαβατικά της και ύστερα γύρισε ευχαριστημένη στο σπίτι, …. αγκαζέ με το πανέρι, για ν’ αρχίσει την προετοιμασία του μαγειρέματος των φαγητών της επομένης μέρας.
Κατέβηκε στο κατώι του σπιτιού, άνοιξε ένα μικρό πήλινο δοχείο που το είχε σφραγισμένο με ζυμάρι κι έβγαλε από μέσα τέσσερα πέντε ματσάκια αμπελόφυλλα, μαζεμένα από το κλήμα όταν αυτά ήταν ακόμα τρυφερά. Τα έπλυνε καλά και τα ζεμάτισε. Σε μια λεκάνη έριξε τα ψιλοκομμένα φρέσκα μυρωδικά της, πρόσθεσε ρύζι, μπαχαρικά, λάδι και τον κιμά που της έφερε ο παππούς από την αγορά και ύστερα σε μια βαθιά πινιάτα (πήλινη κατσαρόλα), αφού έστρωσε τον πυθμένα της με κληματόφυλλα, άρχισε να τοποθετεί τα τυλιγμένα σαρμαδάκια. Μετά από αρκετή ώρα ένα γεμάτο με ντολμάδες μαγειρικό σκεύος ήταν έτοιμο αποβραδίς ακόμα, για να μπει στη φωτιά το πρωί, ώστε να τραταριστούν οι καλεσμένοι του μικρού αγοριού στην ώρα τους.
Ξημέρωσε η Κυριακή και το σπίτι έγινε…. μελισσομάντρι, από τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν. Τα μαγειρέματα είχαν ξεκινήσει από νωρίς, το δε τραπέζι είχε αρχίσει να στρώνετε κι αυτό, από την μάνα του παιδιού στην ευρύχωρη σάλα της κατοικίας. Το κοριτσάκι είχε καταφτάσει απ’ το πρωί και στη συνέχεια βγήκαν να παίξουν μαζί με τ’ αγόρι και τ’ άλλα παιδιά της γειτονιάς στην πλατεία.
Το πήλινο σκεύος με τους ντολμάδες μπήκε στο μάτι του πετρογκάζ, σε χαμηλή φωτιά, μ’ ένα πιάτο από πάνω αντί για σκέπασμα. Αντίθετα το κρέας του καπαμά τοποθετήθηκε στην πρόσφατα γανωμένη κατσαρόλα και ύστερα στη σιδεροστιά του καμινιού της αυλής, που τροφοδοτήθηκε με ξύλα ελιάς, για να τσιγαριστεί σε μπόλικο λάδι και στη συνέχεια να σιγοβράσει στο ζουμί της τριμμένης ντομάτας και των μυρωδικών του μπαχτσέ της γιαγιάς, καθώς και στα λίγα αλλά εκλεκτά μπαχαρικά που πρόσθεσε σ’ αυτό.
Το τραπέζι εκείνης της ημέρας ήταν αλλιώτικο. Χαρούμενο μεν, αλλά ταυτόχρονα, στην ψυχούλα του παιδιού, πρόσθετε και μια κάποια στενοχώρια αποχωρισμού, ένα πικρό κόμπο απώλειας. Η οικογένεια των τσιγγάνων έφτασε στις μία το μεσημέρι. Ήταν οι γονείς και οι δυό σε εξαιρετικά μικρή ηλικία, καθαροί και περιποιημένοι, ο παππούς, ένας καλοστεκούμενος πενηντάρης άντρας, που η μαύρη τραγιάσκα που φόραγε, οι παραπανίσιες ρυτίδες και τα γκρίζα μαλλιά, τον έφερναν μεγαλύτερο, και τρία ακόμα μικρότερα αρσενικά κουτσούβελα του ζευγαριού, εκτός από την παιδούλα, από τα οποία κανένα δεν φόραγε παπούτσια. Τους έφεραν ως δώρο ένα μικρό σκυλί, κουτάβι ακόμα και τους διαβεβαίωσαν ότι όταν μεγαλώσει θα γίνει ένα καλό κυνηγόσκυλο. Έφεραν κι έναν τεράστιο χάλκινο δίσκο, ο οποίος στο κέντρο του είχε χαραγμένο έναν άντρα ντυμένο με ….χλαμύδα. Στο σηκωμένο δεξί του χέρι κράταγε ένα μεγάλο σφυρί και στο αριστερό του ένα σίδερο ακουμπισμένο σε μια επιφάνεια που μάλλον έμοιαζε με αμόνι! Από κάτω έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα την λέξη ‘‘ Ήφαιστος’’! Γύρω από αυτή τη ζωγραφιά ήταν χαραγμένη με το κοπίδι και σε ομόκεντρους κύκλους μια μπορντούρα, της οποίας το μοτίβο άλλαζε κάθε φορά από μέσα προς τα έξω μέχρι την άκρη του, η οποία ήταν ελαφρά σηκωμένη και γυριστή προς τα έξω, δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο ρηχό ταψί! Αυτή η κατασκευή στηριζόταν σε μια ξεχωριστή σπαστή ξύλινη βάση με έξη, ανά δύο, αναδιπλούμενα πόδια, των οποίων τα πλαϊνά ήταν σκαλισμένα με ένα ευθύγραμμο σχέδιο, ίδιο σε όλα.
Το παιδί ενθουσιάστηκε με το κουτάβι και ο πατέρα του με το δίσκο, επειδή και ο ίδιος γνώριζε την τέχνη του σιδερά, την οποία είχε ασκήσει στα εφηβικά του χρόνια και μπορούσε να καταλάβει την δυσκολία κατασκευής του αλλά και την αξία του! Ο παππούς εντυπωσιάστηκε με την γενναιοδωρία αυτών των φτωχών ανθρώπων, όταν κατάλαβε ότι ο χειροποίητος δίσκος ήταν πολύ παλιός!
Οι δυό οικογένειες έκατσαν κατά μεριά, παρατηρώντας οι μεν τους δε με περιέργεια, μέχρι που το κρασί που γέμισε τα ποτήρια τους, βοήθησε να σπάσει ό πάγος και να ξεκινήσουν οι συζητήσεις και η ανταλλαγή πληροφοριών.
Εκτός από το παιδί, στο τραπέζι κάθισε και ο μικρότερος αδερφός του, ο πατέρας, η μάνα, η γιαγιά και ο παππούς του.
Έφαγαν τους υπέροχους ντολμάδες της γιαγιάς καθώς και το αρνάκι καπαμά, μαζί με μπόλικες, τηγανισμένες στο καμίνι πατάτες και σπιτικές χυλοπίτες με πρόβειο βούτυρο από πάνω, μπόλικο τυρί και κατάμαυρο νόστιμο ψωμί.
Οι μουσαφιραίοι έφυγαν το απόγευμα, παίρνοντας μαζί τους ως δώρα, λάδι, κρασί, γεννήματα και μια πολύχρωμη κουρελού, υφασμένη σ’ έναν από τους αργαλειούς του σπιτιού. Πήραν επίσης την μισή πίκρα των δυό παιδιών μαζί τους, αφήνοντας την άλλη μισή στο σπίτι του νεαρού μαθητή για να τροφοδοτεί τον καημό του.
Το κομβόι των τσιγγάνων αναχώρησε το πρωί της άλλης μέρας. Την επόμενη χρονιά το ημερολόγιο έγραφε 1967, ήταν αυτή που επιβλήθηκε στρατιωτική δικτατορία στη Χώρα και οι μετακινήσεις αυτών των ανθρώπων απαγορεύτηκαν.
Τα δυό παιδιά δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά! Όμως το αγόρι, ουδέποτε την ξέχασε!
Το κουτάβι μεγάλωσε και έγινε ένα εξαιρετικό, μικρόσωμο, κυνηγάρικο σκυλί με πολύ καλές επιδόσεις, όπως τους το είχε προβλέψει ο πατριάρχης τσιγγάνος, αλλά δυστυχώς αυτό είχε άσχημο τέλος! Μετά από πέντε χρόνια σε μια χειμωνιάτικη πρωινή εξόρμηση πάνω από το Χωριό με τον έφηβο πλέον ιδιοκτήτη του, με μαλακό χιόνι στρωμένο από την προηγούμενη και γλυκό καιρό, το …..‘’πήρε’’ ένας αετός σε μια ξέφρενη αστραπιαία εφόρμησή του, όταν αυτό έτρεχε χαρούμενο αλλά με δυσκολία μέσα στα χιόνια, αναζητώντας μυρουδιές θηραμάτων. Μακριά από το αφεντικό του και χωρίς εκείνος να μπορεί να το βοηθήσει, έγινε το ίδιο θήραμα για να θρέψει ίσως τ’ αετόπουλα της επόμενης γενιάς, τα οποία χωρίς αυτό δεν θα τα κατάφερναν! …..Ο ίδιος αέναος κύκλος της ζωής ! Ο νεαρός έκλαψε το σκυλί του και μαζί μ’ αυτό ανέσυρε για μια φορά ακόμα, εκείνες τις θύμισες τις παλιές, τις στοιβαγμένες στο παιδικό δωμάτιο του μυαλού του για το κορίτσι.
Τα χρόνια πέρασαν, αλλά το κρατημένο συναίσθημα της ευάλωτης από το χρόνο ομορφιάς, παραμένει αμετακίνητο στο νου του και η εικόνα της καμιά φορά, θαμπή έστω, έρχεται νοσταλγικά στη θύμησή του για να του επιβεβαιώσει ότι ο έρωτας είναι άγγιγμα ψυχής, είναι θεϊκό χάδι, είναι μια πνοή δύναμης μεθυστικής, που κάνει τον άνθρωπο να ζει και να συμπεριφέρεται χαρούμενα, αγαπητά και με σεβασμό σε όλους. Η νοσταλγία αυτή γίνεται ακόμα εντονότερη, όταν τυχαίνει να τρώει ντολμάδες με κιμά και κληματόφυλλα ή κοκκινιστό αρνάκι καπαμά με τηγανητές πατάτες ή χυλοπίτες!
Όμως ο πραγματικός ‘’τύπος των ήλων’’ εκείνου του παιδικού έρωτα, είναι ο χαλκωματένιος δίσκος και το σκαλιστό τραπέζι του, τα οποία ακόμα και σήμερα τα φυλάει στο σπίτι του!
Το ημερολόγιο τότε θύμιζε ότι ήταν Σεπτέμβριος του 1966 !!!
Υλικά:
Μαγειρεύοντας
1. Κόβουμε σε μικρές μερίδες το αρνί, τις πλένουμε και τις στραγγίζουμε πολύ καλά.
Υλικά:
Για 100 ντολμαδάκια περίπου
· 500 γρ. μοσχαρίσιος κιμάς
· 2 αυγά
1. Βάζουμε σε μπολ τον κιμά, το λάδι, το κρεμμύδι, την ντομάτα και τα μυρωδικά. Ξεπλένουμε το ρύζι και το προσθέτουμε στο μείγμα. Αλατοπιπερώνουμε.
1. Βάζουμε όλα τα υλικά του αυγολέμονου μαζί στο μούλτι και τα χτυπάμε!




