Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

1931:ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕ ΘΥΕΛΛΑΝ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ



Μια επικίνδυνος χειμερινή ορειβασία

Το μεγαλειώδες όραμα του λευκού γίγαντος.

Παντού νερά και λίμναι. Όχι μονάχα εκεί όπου χρόνια κατασταλάζουν εις κοιλάδας τα όμβρια ύδατα λιμνωδώς – και όλη η Ελλάς έχει παρόμοιαν διαμόρφωσιν, βουνά και κοιλάδας, κόσμοι ξεχωριστοί μέσα σε ορεινόν μικρόκοσμον, – αλλά και σε μέρη, τα οποία απορροφούν τα νερά σαν σφουγγάρι.

Δυο μήνας τώρα πλημμυρίζει η χώρα μας. Ποταμοί της, ποταμάκια της, χείμαρροι (κωλοσούρτηδες, όπως τους ονομάζει η λαϊκή τοπωνυμία εκφραστικώς) εξεμάνησαν επί δίμηνον. Εκχειλίζουν κατακλύζουν αγρούς, δενδρώνας, ελαιώνας, λαχανοκήπους, αμπέλους, σταφιδαμπέλους, λιβάδια, αγρόσπιτα. Ούτε οι πρεσβύτεροι δεν ενθυμούνται τέτοιαν επιμονήν «κολυμβριάν».

- Έβρεξε και βρέχει όσο ποτές, πάρεξ την εποχή του Νώε, ήκουσα να χαρακτηρίζει εγγράμματος πρόεδρος κοινότητας την μετεωρολογικήν κατάστασιν του εφετεινού χειμώνος.

Και όμως μόνον δια την Ούλεν δεν έβρεξαν τα ουράνια, αφού έχομεν νερόν εις την βρύσιν μας ημέραν παρ’ ημέραν. Το εκπληκτικώτερον του εφετεινού χειμώνος είναι η έλλειψις χιονιού. Τα υψηλότερα κατοικούμενα μέρη της Ελλάδος εστερήθηκαν εφέτος διά πρώτην φοράν το χιόνι.. Ούτε υπάρχει ελπίς να δούν. Μπαίνουμε εις τον Μάρτιον. Και άνθισαν αμυγδαλιές και εις τα ανώτερα ελληνικά ύψη, όπου μόλις κατά τον Απρίλιο λευκοροδίζουν. Αλλά να μη απολαύσωμεν ολίγον χιονισμένον χειμώνα; Εις τας πληκτικάς κορυφάς της Πάρνηθος; Αλλά αφ’ ότου έγιναν με τη βοήθειαν του αυτοκινήτου φυσιολατρική οχλοκρατία και της κουτσής Μαριώς, κλείνομεν τα μάτια μας να μη βλέπωμεν έστω και από μακράν.

Ας πορευθώμεν ολίγον εις τον Παρνασσόν.



Είναι και το όρος αυτό γνώριμόν μας από τας δέκα διαφόρους αναβάσεις του. Όποιαν και αν εκλέξωμεν θα μας φέρει ασφαλώς εις χιόνια. Ο τεράστιος ορεινός όγκος, ο κατά τον μακαρίτην Στράβωνα, φιλαλήθη αυτήν την φοράν, «παραμήκης εις το προσάρκτιον μέρος εκτεινόμενος» από τους τόπους περί τους Δελφούς μέχρι της συμβολής των ορέων των οιταίων και των αιτωλών, είναι λευκός εις την ανωτέραν ζώνην του όσον όχι τα μπράτσα της Ριρίκας.
Και όμως δεν κατέβη εφέτος το χιόνι εις κατοικημένα μέρη του γίγαντος. Τα υψηλότερα χωριά του, τα οποία συνήθως σαβανόνονται το ολιγώτερον τετράμηνον, εφέτος είναι μονάχα λασπώδη όσον και οι αθηναϊκοί δρόμοι. Εις την υψηλήν Άνω Αγόριανην οι μασκαράδες της τελευταίας Κυριακής των Απόκρεω ετσαλαβουτούσαν εις πηλόν, αυτοί όπου άλλοτε εχόρευαν τέτοιαν εποχήν εις κρυσταλλωμένον χιόνι πάχους ενός και δύο μέτρων. Ολίγον επάνω όμως παρέχει το παρνάσσιον χιόνι αληθείς χειμερινάς απολαύσεις.

Αναβαίνομεν το όρος πολύ πρωί από την Κάτω Σουβάλαν, την μετονομασθείσαν Πολύδροσον. Αφού εβράχημεν την προηγουμένην εις τας πηγάς του Κηφισού και τα αρχαία ερείπιά του, εστεγνώσαμεν την νύκτα εις το φιλόξενον τζάκι του Νικ. Δρίβα. Όπου επεράσαμεν πατριαρχικά καρναβάλια, ενώ εβογκούσε ο «μέγας» ως ταύρος, περίπου όπως το ύδωρ των πηγών του Κηφισού καθώς μας πληροφορεί ο Παυσανίας. Το πρωί ο Ιουγούρθας ήθελε και επέμενε να ανέβωμεν εις τα Καρκαβέλια. Γελάτε βέβαια, διότι γνωρίζεται το εις την ρίζαν του κυρίου όγκου του φοβερού Παρνασσού οροπέδιον, παρά το οποίον συναντώνται αι τρείς ατραποί αναβάσεως εις τας άκρας του Παρνασσού, η εξ Άνω Αγόριανης, η εξ Σουβάλας, και η εκ Δαδίου. Το καλοκαίρι είναι διαρκής ηχώ βελασμάτων και κουδουνισμάτων ποιμνίων, τα οποία νέμονται και τον παρακείμενον μεγαλόπρεπον βουνόν Σπανός. Θεριναί ημέραι και νύκτες εκεί επάνω ηδύταται γρανίτες. Αλλά Φεβρουάριον μήνα;

Το χιόνι είναι στρωμένον εις πάχος δύο μέτρων, ίχνος μονοπατιού εξαφανίζεται, ο άνεμος είναι παγερότερος ψυγείου, όταν δε πνέει ο «μέγας», ο σφοδρός νοτιάς με τους περεμβαλλομένους όμβρους του, το χαλάζι του, το χιονόνερόν του, νοτίζει το χιονόστρωμα και τότε αγκομαχάτε διά να σηκώσετε το ένα πόδι σας, ενώ το άλλο εξαφανίζεται έως το γόνα. Και υπό τοιούτους όρους επέμενε ο λογικότατος Ιουγούρθας να τον ακολουθήσωμεν εις τα Καρκαβέλια, διά τα οποία είχε ακούσει ότι ήσαν ωραιότατα. Οι κάτοικοι της Σουβάλας ήρχισαν να γελούν, κάποιος δε ετόλμησε να παρατηρήσει.

- Και αν σας βρει αντάρα;

-Έχομεν ηλεκτρικά φανάρια, απάντησε ο Ιουγούρθας καταπληκτικώς.

Στραφείς δε προς ημάς τους ανίδεους μας είπε επιτακτικώς:

-Εμπρός εις τα Καρκαβέλια και εκείθεν εις την κορυφήν του Παρνασσού! Είμαι φυσιολάτρης!

Ηκολουθήσαμεν ψάλλοντες την Ριρίκα, ότι είναι πράγμα γερόν.

***
Ειξεύρετε βέβαια τον ανωφερή πετρώδη δρόμον από την Κάτω Σουβάλαν εις την Άνω Σουβάλαν. Περνά διά μέσου ομαλής κλεισωρείας και κατάφυτοι είναι οι εκατέρωθεν βουνοί από ωραιότατα αγριόπευκα, τα μόνα τέτοια απαντώμενα δένδρα εις τον Παρνασσόν, εκεί εις την βόρειον πλευράν του.

Ο άνεμος εβόϊζε εις τα κλαδιά των. Που και που αραιοί τυφεκισμοί κυνηγών. Οι περιφημότεροι κυνηγοί της Ελλάδος οι της Σουβάλας δεν αφήκαν όχι ζαρκάδι εις το όρος, αλλά ούτε αγριόγατον, κουνάβι.

Περίπου νεκρωμένον ήτο το χωριουδάκι της Άνω Σουβάλας. Κλειστά τα ακατοίκητα τώρα σπιτάκια του και μονάχα από ένα ανέβαινε εις τον θολόν ουρανόν λεπτή ταινία καπνού. Έρημοι και αι δύο ονομασταί βρύσες του χωριού, η της Κυριάς και η της Αγίας Βαρβάρας.

Αντί χιονιού, το οποίον καλύπτει πάντοτε τον ορεινόν μικροοικισμόν από του Νοεμβρίου έως τον Απρίλιον, έλαμπαν εις τα χωραφάκια της κάτωθεν του κοιλαδούλας μεγάλα τέλματα νερού. Μη τυχόν θα επαναληφθεί εφέτος ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνος, του διασωθέντος μαζί με την Πύρραν του εις την κορυφήν του Παρνασσού; Αλλά οι υπέρ την Άνω Σουβάλαν γιγαντιόβουνοι, κατάμαυροι από τα πυκνά έλατά των, είχαν όγκους χιονωδών επαργυρώσεων. Εις την παγερήν θέαν των εμετριάσθη και η θέρμη του τολμηρού Ιουγούρθα, ο οποίος συνήθως όταν ευρίσκεται προ απροόπτων δυσχερειών κάθεται μακαρίως και αφήνει τους άλλους να τας εξομαλύνουν.



Τολμών να γνωρίζω κάπως και τα παρνάσσια ζητήματα έστρεψα την πορείαν προς την Άνω Αγόριανην. Δίωρος θερινή, τρίωρος τον χειμώνα με τας δυσκολίας, αι οποίαι παρεμβάλλονται  περισσότερον από τα νερά, τας ολισθηράς πέτρας και τα μασολαβούντα χιονοστρώματα εις τα ανώτερα ύψη. Επί τέλους εχορτάσαμεν και άμωμων χιόνι εις απατήτους δειράδας κατά τους χειμερινούς μήνας.

Βραχώδεις, τραχείς βουνοί με ιλιγγιώδεις κρημνούς, κατωφέρειαι καταλήγουσαι εις μακρούς σιτοφόρους κοιλάδας, περιφέρειαι με διεισδύοντα μονοπάτια εις μικράς ελατώνας, όπου γαλήνη εις την ρίζαν των κορμών των δένδρων, ενώ μαστίζονται αι υψηλαί κορυφαί των από τον άνεμον, καταρρακτώδη αφρίζοντα ύδατα εις βαθέα ρεύματα, βρυσούλες εξωγκομέναι ως ηράκλεια στήθη, αυταί, όπου είναι το καλοκαιράκι αργυρά νήματα, μόλις έχοντα αισθητόν τον ψίθυρον, λειμώνες ημιδιαφαινόμενοι εις χιονοεπιθέματα, χιονογιρλάνδες κρεμασμέναι εις τους μικρούς ελατοκλάδους, μυριάδες μπουμπουκάκια μωβ κρίνων εις τα διανοίγματα του χιονιού, πλαγιές λευκαί ως φρεσκοσιδηρωμένα τραπεζομάνδηλα του τσαγιού, ερειπιωμένα, ημικαραρέοντα ποιμνιοκαλυβάκια εις την χειμερινήν εγκατάλειψήν των ήσαν αι εναλλάσσουσαι εικόνες της ολίγον τι επιπόνου αυτής ορειβασίας, αλλά τόσον φαιδράς με τας βιαίας ριπάς του ανέμου, με τας τώρα ψεκάδας βροχής, με τας κατόπιν νιφάδας χιονιού, με τα μετέπειτα λευκά χαλαζοσφαιρίδια, τα οποία «επογιαντιάριζαν» παροδικώς τα τοπία. Και αίφνης εξήρχοντο ως δια μαγείας παμμέγιστοι πέπλοι, αρχικώς αερώδους διαφανείας, ταχέως πυκνούμενοι εις βαρέα καταπετάσματα, σβύνοντα, εξαφανίζοντα το περιβάλλον, παρέχοντα πλήρη την έννοιαν του χάους.

Δυο φανάρια με ισχυροτάτους φακούς είχε μόνος ο Ιουγούρθας. Ημείς οι άλλοι, ταπεινοί θνητοί μόλις διεθέτουμεν ηλεκτρικάς πυγολαμπίδας περιφήμου συστήματος Πάουερ. Υπήρχε ευτυχώς κάποιος άλλος απροσδοκήτως ευεργετικός φανός, ο ήλιος. Εις την αντιπαρέλασιν των βαρέων ογκωδών νεφών, εξέχυνε πλαγίας ενίοτε τας ακτίνας του. Και όταν κατερρακόνοντο τα σύνεφα, απήστραπτε υψηλά πυργώδες τμήμα του καταχιονισμένου όρους, του μυστηριωδώς επιβλιτικού, αινιγματωδώς εκπληκτικού, καταθλιπτικώς συγκροτημένου εις την πυργωτήν μεγαλοπρέπειάν του, ενώ άνωθέν του εκυάνιζε κομμάτι ουρανού διαυγούς και καθαρίου, ως πρωτοφάνεια επιδρώντος.

Κρυστάλλινοι τόνοι κοτσυφιών αντηχούσαν με γοργότατον αλλέγρο. Ο Αθανάσιος όχι μόνον ήκουε αλλά και έβλεπε μπεκάτσες. Αληθώς δε, διότι ο Αθανάσιος είναι κυνηγός, ημείς δε όχι.

***
Ευρήκαμεν μεγάλα πρανή χιονοσκεπασμένα, εις τα οποία εβυθιζόμεθα έως την οσφύν. Ήτο μελιτώδες χιονόλουτρον, μαλακόν και απαλόν σαν βούτηγμα ειςπουπουλοστρώματα. Αλλά το λευκόν όνειρον μετεβάλλετο με το πρώτον πάτημα εις θλιβεράν πραγματικότητα. Εις την ελαχίστην επαφήν η άμμωμος λευκότης αποκτούσε ερυθρότητα, έπειτα εμαύριζε. Ο πρώτος όπου ενεκάλυψε το κόκκινον χρώμα του χιονιού ήτο ο μέγας φυσιοδίφης Γκαίτε, ελάχιστα όμως φυσιολάτρης του Ιουγούρθα, διότι δεν έτρωγε κόττες εις την φύσιν, αλλά την εμελετούσε.

Ημείς ανεκαλύψαμεν μερικάς χιονίστρας, Οπωσδήποτε έκαστος μέγας εις την εφευρετικότητά του. Αναμμένοι, ιδρωμένοι, ασθμαίνοντες, με τον θείον παλμόν του ισχυρού βουνού εις τας φλέβας ανεβήκαμεν τον τελευταίον ανήφορον της Μοσχόβρυσης, του εξαισιοτέρου πηγαίου νερού της Άνω Αγόριανης.

Κομψόν και εις την χειμερινήν όψιν του ήτο κάτω το δροσόλουστον κατά το θέρος χωρίον, πρισφιλής προτίμησις πολλών παραθεριστών. Τύμπανα αποκρηάς συνηγωνίζοντο εις πάταγον την βοήν και βροντήν των αφρωδών καταρρακτών της μεγάλης Αγοριανίτσας, η οποία ορμητική ως αστραπή κατρακυλά από ύφους 900 μέτρων, εις την αρχήν της, διά να φθάσει κάτω εις την πρασίνην πεδιάδα του Κηφισού. Κολοσσιαία δύναμις δι’ ηλεκτροκίνησιν. 

Μόλις τώρα σκέπτονται οι ανωγοριανίται να την χρησιμοποιήσουν. Το μαλλί των ποιμνίων του Παρνασσού φεύγει και αυτό εις την ξένην. Εις τας όχθας της κρημνώδους Αγοριανίτσας, εις τον Παληοβορόν της, θα ηδύνατο να ιδρυθούν μερικά εργοστάσια. Αλλά οι πανέλληνες ιδρύουν ουρανοξύστας εις τας Αθήνας.
Καταβαίνομεν εις τους γραφικούς δρομάκους της Επταλόφου, όπως μετωνομάσθη η Άνω Αγόριανη, με τα ευπρόσωπα περιποιημένα σπιτάκια. Μας υποδέχονται όμιλοι μασκαράδων με τον φιλικόν χαιρετισμόν:

- Καλώς τους συναδέλφους!

Μεγάλη η συγκαταβατικότης των.
Εκείνοι τουλάχιστον είχαν ακόμη τις σόλες των, Ημείς τας είχαμεν χάσει εις τας χειμερινάς απολαύσεις του Παρνασσού.


ΜΠΟΕΜ