Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

Μια βόλτα στην Αράχωβα του 1931.

 

Ἡ Ἀράχωβα κόσμημα τῆς ὑπαίθρου μας, αἱ φυσικαί καλλοναί της

Ἐντυπώσεις τῆς κ. Ἀθαν. Μαγιάκου

 

Κοπάδι ἄμετρο νοσταλγικά πουλιά,
στά βράχια σου φωλιάσαν μου οἱ λογισμοί.

Βραχοπελέκητο χωριό τραχύ
πού κρεμαστή φαντάζεις ἀετοφωλιά.

 Πόσες λαχτάρες μου, πόσες χαρές
                             δροσόπνοο ἀγαπημένο χωριουδάκι
                             στίς πράσινές σου κρατᾷς τίς ἀγκαλιές
                             πού γελαστό τίς εὐλογάει τ’ ἀμπελάκι.

Κάτι ἀπ’ τό «εἶναι» μου καί σύ κρατᾷς
εἰρηνικό, ἐρειπωμένο ἐκκλησάκι,
πού τή λαχτάρα τή σπαρταριστή κάποιας βραδιᾶς
μ’ ἀνιστορεῖς στό πρᾷο τό βραδάκι.

 Ἀφήνοντας κανείς τούς Δελφούς καί προχωρώντας τόν δημόσιο δρόμο, ἀντικρίζει ἀπό μακριά κρεμασμένη πάνω σέ ἀπότομη πλαγιά, σωστή ἀετοφωλιά, τήν Ἀράχωβα τοῦ Παρνασσοῦ.

Ἡ ἄγρια ὀμορφιά καί ἡ τραχιά χάρη της συνεπαίρνει ἀμέσως τόν ταξιδιώτη. Οἱ μεγαλόπρεπες γραμμές τῶν γύρω βουνῶν της λές καί ἀναδίδουν μιά ὑπερκόσμια μουσική, μιά τιτάνια συμφωνία πού ἐπιβάλλεται καί μάλιστα καταθλίβει τήν ἀνθρώπινη ψυχή.

Προχωρώντας κανείς μέ τό αὐτοκίνητο ἔχει τήν ἐντύπωση ὅτι ἀνεβαίνει πρός τά σύννεφα, αἰσθάνεται τήν περίεργη ἡδονή πού ἔχομε καμμιά φορά στά ὄνειρα, ὅταν βλέπομε ὅτι πετᾶμε.

Δεξιά, μέσα σέ βαθιές χαράδρες, ὀργιάζουν οἱ ἀσημοπράσινες ἐλιές πού ξεχύνονται, πότε σά καταρράκτες καί πότε σά ποτάμια, ἐνῷ ἀριστερά οἱ ἀπότομες κοφτερές κορφές τοῦ βουνοῦ ἀκουμπᾶνε θαρρεῖς στόν οὐρανό. Κἄπου ἐκεῖ, ἕνα γαλήνιο ἐκκλησάκι, φρουρημένο ἀπό τρία αὐστηρά κυπαρίσσια, σκορπάει γύρω του εἰρήνη καί ἠρεμία. Σέ μιά ἄλλη καμπή μιά ψηλή μοναχική λάκκα ἁπλώνει τόν στενόμακρο ἴσκιο της στολισμένη μέ τή χάρη τῆς σιωπῆς καί τῆς μόνωσης.

Σάββατο 28 Μαΐου 2022

Οι «φίλοι» μου

 

Πολλές φορές σκέφτηκα να γράψω για τους αγαπημένους μου «φίλους», που συνεχώς  μου το υπενθύμιζαν εδώ και πολύ καιρό. και άλλες τόσες το ανέβαλλα, είναι αλήθεια. Αλλά αυτοί, όχι μόνο είναι ευχάριστοι και μελωδικοί, αλλά και  επίμονοι. Εν τέλει, τα κατάφεραν…

Πράγματι, σχεδόν κάθε μέρα, είτε άνοιξη και καλοκαίρι είτε φθινόπωρο ακόμα και χειμώνα, τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα νωρίς τα πρωϊνά, αλλά και τα απογεύματα, φαίνεται ότι ζητούν να γράψω. όχι επαινετικά λόγια - ανάγκη δεν το έχουν - αλλά για να μεταφέρω μέσα από τις μελωδίες τους, τους φόβους και τις προειδοποιήσεις τους. Έτσι, παρόλο που δεν είμαι καλός στις «μεταφράσεις», δεν μπορώ πια να αρνηθώ την επιθυμία των υπέροχων αυτών φτερωτών φίλων μου.

***

Ζω επί τέσσερις περίπου δεκαετίες στον Βύρωνα, μια περιοχή που βρίσκεται υπό την εποπτεία του Υμηττού. Τόσα χρόνια, απασχολημένος με τις έγνοιες τις δουλειάς και τις φροντίδες της οικογένειας, δεν έδινα σημασία σε μελωδικά τους καλέσματα, γιατί παρόλες τις προσπάθειές τους δεν μπορούσαν να με αποσπάσουν από τον αχό της πόλης και της κίνησης.

Έπρεπε να πλησιάσουν τα χρόνια της σύνταξης, να ρίξω τους ρυθμούς μου, για να αρχίσω να τους ακούω, να τους προσέχω και να τους ξεχωρίζω μέρα τη μέρα καλύτερα, αρχικά, στο απέναντι πάρκο της Ανάληψης και στο όμορο ομώνυμο Μετόχι («Ανάληψη») της αγιορίτικης Μονής Σιμωνόπετρας.

Δεν γνώριζα το όνομά τους, ούτε τους διέκρινα γύρω μου. Όμως, ήταν θέμα χρόνου να τους συναντήσω, γιατί σχεδόν καθημερινά με καλούσαν μελωδικά και επίμονα με το δυνατό, καθαρό και λίγο κρουστό κελάδημά τους.

Η πρώτη σύσταση έγινε αρχές κάποιου Νοέμβρη, στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Διασχίζοντας ένα πρωινό, σχεδόν θαμπά, βιαστικός το δρόμο που διχοτομεί το απέναντι από το σπίτι μου πάρκο, προκειμένου να πάρω το αυτοκίνητο, για φτάσω έγκαιρα σε ραντεβού μου, το βήμα μου συνοδεύτηκε από το γνώριμο σε μένα, τόσο καιρό, μελωδικό ήχο.  

Σε λίγο, δίπλα στα σιδερένια κάγκελα που οριοθετούν το δρόμο του πάρκου από τις λοιπές εγκαταστάσεις του, είδα έναν από τους φτερωτούς γείτονες, προπορευόμενο και κελαηδώντας, να με συνοδεύει, σαν να μου έλεγε να μην ανησυχώ και ότι όλα θα πήγαιναν καλά.

Ήταν με το μαύρο του φτέρωμα σχεδόν αόρατος μέσα στο σύθαμπο. Έφτανε, όμως, το κατακίτρινο ράμφος του και το κελάδημα, για να καταλάβω ποιος ήταν ο φίλος που με είχε επιλέξει για να τον προσέξω. Ήταν ένα ωραίο και ζωηρό κοτσύφι! Έκτοτε, σχεδόν κάθε μέρα οι φτερωτοί φίλοι μου - τα κοτσύφια της Ανάληψης - που σίγουρα κατεβαίνουν από το γειτονικό Υμηττό, ήταν η ευχάριστη παρέα που περίμενα, και απολάμβανα τη μελωδία τους.

Πίστευα αρχικά ότι γυρόφερναν κάπου εκεί στα πεύκα του πάρκου και στα κυπαρίσσια του Μοναστηριού, σ’ αυτήν τη μικρή όαση πράσινου που υπάρχει μέσα στην πυκνή αστική δόμηση του Βύρωνα.

Κατεβαίνοντας, όμως, και ένα επίπεδο πιο κάτω, προς τα «Αγαλματάκια», μια μικρή πράσινη νησίδα κατάντη της της Ανάληψης, μια μέρα πρόσεξα και διαπίστωσα ότι και εκεί στήνουν οι καλοί μου φίλοι τις «παρτιτούρες» τους και αρχίζουν  τις συναυλίες τους.

Και όταν το’φεραν οι συνθήκες, αργότερα, να μείνω με τη γυναίκα μου για κάποιο καιρό πιο κάτω και από τα «Αγαλματάκια», κοντά στο θερινό σινεμά «Λάουρα» - ένα από τα ελάχιστα που έχουν πλέον απομείνει στην Αθήνα - γρήγορα διαπίστωσα ότι οι φτερωτοί μου φίλοι μας … ακολούθησαν.

Τυχαίνει, μάλιστα, ο χώρος ακριβώς απέναντι από το διαμέρισμα που μένουμε να μην έχει οικοδομηθεί ακόμα - ποιος θα το πίστευε - και έτσι δημιουργείται από τις γύρω μακρόθεν πολυκατοικίες ένας μεγάλος χώρος, σαν  κοίλο αρχαίου θεάτρου.

Και οι «φίλοι» που φτάνουν μέχρις εδώ, δίνουν και παίρνουν με τη συναυλία τους, από νωρίς πριν φέξει ο ήλιος, όλο και νωρίτερα, καθώς οδεύουμε από την εαρινή ισημερία προς το θερινό ηλιοστάσιο και όλο και αργότερα, καθώς οδεύουμε μετά προς τη φθινοπωρινή ισημερία, και κατά αντίστροφο τρόπο τα απογεύματα. Έτσι, τα βυρωνιότικα αυτά κοτσύφια έχουν τρία μουσικά στέκια, σε τρία απανωτά επίπεδα, κάτι σαν «κρεμαστά ωδεία», κατά το ανάλογο των «κρεμαστών κήπων».

Φαίνεται ότι διεκδικούν αποφασιστικά τα μέρη των προγόνων τους, όπου ζούσαν κάποτε σμήνη ολόκληρα, τότε που, αντί για πολυκατοικίες και αυτοκίνητα, υπήρχαν άλση με γάργαρα νερά στις ρεματιές που κατέβαιναν από τον Υμηττό προς το Παγκράτι, φτάνοντας στον κάποτε μαγευτικό ποταμό Ιλισσό και το Κλεινόν Άστυ

Έχει τύχει αρκετές φορές, νωρίς το πρωΐ, ανεβαίνοντας από το ένα σπίτι στο άλλο, να ακούω τη μελωδία τους, συνεχώς, σε όλη τη διαδρομή από τη Λάουρα μέχρι και την Ανάληψη. Λες και σταδιακά με υποδέχονται μουσικά, καθώς ανεβαίνω προς τα πάνω, σταματώντας το ένα και αρχίζοντας το άλλο.

Μάλιστα, δεν  κελαηδούν πετώντας μόνο από κλαδί σε κλαδί πάνω στα υπάρχοντα εκεί δέντρα. Επιλέγουν, τις περισσότερες φορές τις γωνιακές πολυκατοικίες και, φτερουγίζοντας από γωνία σε γωνία των εκεί ρετιρέ, ώστε από ψηλά να ακούγονται καλύτερα και να έχουν εποπτεία,  γεμίζουν το χώρο με το εξαίσιο ηχόχρωμά τους. 

Τέτοιο ευχάριστο συναίσθημα δεν έχω νιώσει αλλού, ούτε στις παρυφές του Παρνασσού στο γενέθλιο τόπο μου, την Αράχοβα, παρά μόνο αν τύχει και περπατήσω εκτός οικισμού, μέσα στην εξοχή, κοντά σε ρέματα.

Πρέπει να τονίσω ότι οι καληκέλαδοι φίλοι μου, στο Βύρωνα, είναι τόσο πολύ ζωηροί μουσικοί, ώστε δεν χρειάζεται να ανοίξω το παράθυρο, για να τους απολαύσω. Τους ακούω καθαρά και στα μέσα δωμάτια του σπιτιού. Ακόμα και στο μπάνιο ακούγεται το κελάδημά τους. Σιγούν μόνο τα μεσημέρια και τη νύχτα.

Δεν ξέρω, αλλά μετά τα αμέτρητα ακούσματά τους άρχισα πλέον να καταλαβαίνω καλύτερα τι θέλουν να πουν. Αρχίζω να νιώθω το κελάδημά τους, σαν μια επίμονη προειδοποίηση προς όλους τους κατοίκους της περιοχής και του Λεκανοπεδίου ευρύτερα, αλλά και γενικότερα. Είναι σαν να μας καλούν μελωδικά πάντα, αλλά αποφασιστικά και επίμονα ως εξής: «Προσέξτε άνθρωποι, έχουμε και εμείς εδώ δικαιώματα. το περιβάλλον και η φύση ανήκει σ’ όλους. Αν με αστόχαστες ενέργειες αφανίστε κάθε ζωντανό γύρω σας, θα ακολουθήσει αναπόδραστα και ο δικός σας αφανισμός…».

***

Αυτό για το οποίο κακίζω τον εαυτό μου είναι ότι για να δώσω σημασία στο μήνυμά τους, έπρεπε να φτάσω  στη σύνταξη, ώριμος πια και απόμαχος. Αλλά, αν οι καθημερινές έγνοιες μας καλύπτουν τα μηνύματα, που μας στέλνει το περιβάλλον μέσα από την πανίδα και τη χλωρίδα του, από την κατάσταση του αέρα και των νερών του, δεν πρόκειται να υπάρξει μέλλον για την ανθρώπινη ύπαρξη, που ευθύνεται αποκλειστικά για τη διατάραξη της ισορροπίας στο γήϊνο παράδεισο, τον οποίο μας εμπιστεύτηκε ο Δημιουργός.

Ας δώσουμε μεγάλη προσοχή σε τέτοιου είδους  καλέσματα και σημάδια, έστω και την τελευταία στιγμή, στο παρά πέντε που λέμε. Προσωπικά, πάντως, μόνο έτσι μπορώ να μεταφράσω την επίμονη κρουστή λαλιά των φτερωτών μου φίλων.

ΥΓ. Το παρόν, ας θεωρηθεί ότι εξοφλεί και ένα άλλο χρέος προς κάποιους άλλους φτερωτούς διαβάτες που συνάντησα τυχαία, το 2009, στο λόφο της Πνύκας και με εντυπωσίασαν.

Συγκεκριμένα, δυο όμορφους τσαλαπετεινούς που γυρόφερναν εκεί μεταξύ Λουμπαρδιάρη και Πνύκας και τους οποίους πρόφτασα να φωτογραφίσω με τη μηχανή μου. Τη σχετική φωτογραφία τους, την παραθέτω στην αρχή του κειμένου. Και αυτοί οι «φίλοι», χωρίς μελωδίες, αλλά με το περήφανο και αλλόκοτο ύφος τους, ίσως το ίδιο μήνυμα έστελναν.

Η έκπληξή μου, που τους έβλεπα να γυροφέρνουν με τα λοφία τους εκεί κοντά στα αρχαία μάρμαρα, εν έτει 2009, ήταν για μένα απερίγραπτη, ανεξίτηλη και εύκολα δεν σβήνει!   

Στάθης Ασημάκης
Βύρωνας 28/5/2022

Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Πανηγυράκι στην Αράχωβα του Παρνασσού το 1899.

 

Ἀπό τὸ Κλεινόν  Ἄστυ εἰς τὴν Ἀνεμώρειαν ἤ Ἀράχωβαν! Δηλαδή εἰς ὕψος 4.000 περίπου ποδῶν ἄνω τῆς θαλάσσης. Μὲ τὸν Παρνασσόν ἄνωθι τῆς κεφαλῆς μου ὡς φρεσκοασβεστωμένον μὲ τὰς παντοτεινάς χιόνας του. Μὲ τὴν φαλακράν Κίρφην ἀντίκρυ μου τὴν σήμερον Ξηροβούνι, Σουμαλές, Ραγκαβᾶς, Τσίμενα, Κισφινιώτικο βουνό καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἄλλως λεγομένην. Μὲ τὸν Κατοπτήριον χῶρον πλησίον μου, τὸν ὁποῖον ὁ Πίνδαρος ἀποκαλεῖ: «Οὔρειάς τε σκοπιάς θεῶν, νιφοβόλον τ’ ὄρος ἱερόν», ἀφ’ ὅπου κατασκοπεύων ὁ Ἀπόλλων κατετόξευσε τὸν δράκοντα. Μὲ βουνά τέλος δεξιᾷ, ἀριστερᾷ, ἄνωθι - κάτωθι, βουνά πανύψηλα, μεγαλοπρεπῆ, μυστηριώδη, φαντασμαγορικά, χάρις εἰς τοὺς μύθους καὶ τὴν ἱστορίαν τὴν Ἑλληνικήν. Καὶ μὲ νερά, ὦ λυσσαμένοι Ἀθηναῖοι, ἀναπηδῶντα ἀπό κάθε βράχο εἰς πᾶν βῆμα, κελαρύζοντα εἰς «ἀργυροειδεῖς δίνας, καθαραῖς δὲ δρόσοις»  ψυχρότερα πολύ ἀπό τὰ παγωμένα  τοῦ Γιαννάκη, τοῦ Ρήγου ἤ τοῦ Ζαχαράτου σας.

Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Η Μεγαλοβδομάδα

 

«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός»,
από τον καλλίφωνο, αείμνηστο, Παπα Λουκά, στον Αϊ Γιώργη.

Της Άλτας Φίλου - Πατσαντάρα

Οι νυχτερινές ακολουθίες των Χαιρετισμών και της Μεγάλης Εβδομάδας στάθηκαν από τις μεγαλύτερες κρυφές χαρές των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων. Θαρρώ, πως μόνο όσοι μεγάλωσαν σε χωριό θα μπορέσουν να καταλάβουν την συγκίνηση που με καταλάμβανε με το άκουσμα της καμπάνας τo βράδυ της πρώτης Παρασκευής των Χαιρετισμών. Αλλαγή εποχής! Έμπαινε η άνοιξη, το μάζεμα της ελιάς -μέσο βιοπορισμού πλείστων οικογενειών τότε στο χωριό- είχε πλέον τελειώσει, οι γονείς στο σπίτι, η γειτονιά ξανάβρισκε τους ρυθμούς της και τα πρώτα κοσούλτα είχαν ήδη ξεκινήσει δειλά και όταν ο καιρός το επέτρεπε τις συνεδρίες τους. Εκείνη την πρώτη Παρασκευή των Χαιρετισμών έκανε η γειτονιά μας και την πρώτη της θριαμβευτική έξοδο, με απαρτία και τάξη προς την εκκλησία της ενορίας μας, την Παναγία. Οι γιαγιάδες μας πρώτες-πρώτες, με καλοσιδερωμένο το μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι, κατόπιν οι μανάδες μας και στη συνέχεια εμείς τα κορίτσια πιασμένες αγκαζέ στο δρόμο, όλες μαζί μέχρι να φτάσουμε στα σκαλοπάτια του Καραθανάση, που εκεί αρχίζαμε την τρεχάλα για το ποιά θα φτάσει πρώτη στο προαύλιο της εκκλησίας.

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

1955 – ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ κ. ΕΛΣΑΣ ΜΑΞΓΟΥΕΛ ΕΙΣ ΤΟ ΜΑΝΤΕΙΟΝ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

 

Του κ. Λ. Γ. Κορομηλά

Ο Γάλλος αρχαιολόγος κ. Αμαντρύ αναπτύσσει  την ιστορίαν του αρχαίου χώρου – Η Ολίβια Ντε Χάβιλλαντ ζητεί να μάθει τα περισσότερα.

 Επί του «Αχιλλέως», 30 Αυγούστου

Μετά από ένα θαυμάσιο ταξίδι, το πλοίο της θαλάσσιας εκδρομής της Έλσας Μάξγουελ αγκυροβόλησε περί ώραν 7.30 πρωινήν εις Ιτέαν. Επειδή οι προσκεκλημένοι είχαν από νωρίς το προηγούμενο βράδυ αποσυρθεί  προς αν΄παυσιν – πλην της Έλσας Μάξγουελ, η οποία μέχρι του μεσονυκτίου έπαιζε πόκερ -  από πολύ πρωί απεθαύμαζον το άγριον και γυμνόν τοπίον που πλαισιώνεται από τον απροσπέλαστον Παρνασσόν. Την 10ην ώραν διά τεσσάρων λεωφορείων πούλμαν του τουριστικού γραφείου «Όλυμπος», οι προσκεκλημένοι μετεφέρθησαν εις Δελφούς, πλην της Έλσας Μάξγουελ και ελαχίστων άλλων, οι οποίοι εφοβήθησαν τον πράγματι καυστικόν ήλιον. Εις την ιεράν οδόν του αρχαίου χώρου ο Γάλλος αρχαιολόγος καθηγητής κ. Αμαντρύ ωμίλησεν δι’ ολίγων αναπτύξας την ιστορίαν των Δελφών διά μέσου των αιώνων. Εν συνεχεία υπό την καθοδήγησιν των ειδικών ξεναγών της κδρομής κυρίας Κασαβέτη και των κ.κ. Καρποζήλου, Κωστοπούλου και Σταυρίδη, οι ξένοι επεσκέφθησαν όλα τα αξιόλογα μνημεία, καθώς και το Μουσείον, το οποίον από τριών μηνών στερείται τουαλέτας. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρθησαν και περί όλων ηρώτων ο πρόεδρος και η κ. Ρενώ, η κόμισσα ντε Νοάϊγ, το ζεύγος Μάϋρον Φόϊ, η κ. Χίρστ, η κ. Λουΐ Ζακινώ και η Ολίβια ντε Χάβιλλαντ. Ιδίως αυτή, περισσότερον παντός άλλου, εζήτησε να πληροφορηθεί  περί της σημασίας του Μαντείου, διά τους αρχαίους Έλληνας και γενικότερα διά το πνεύμα που επήγασεν από τον ιερόν χώρον και τον τρόπον με τον οποίον εξηπλώθη εις ολόκληρον τον κόσμον.

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2022

Γίγαντες στο Ζεμενό;

 


(Σκελετοί με κέρατα ! στο "Πάνω Χάνι")

Ἀράχωβα (Βοιωτίας) (Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας). Εἰς τὴν διάνοιξιν τῆς ὁδοῦ Ἀραχώβης - Λεβαδείας καὶ πλησίον τοῦ ἐν τῇ θέσει Ζεμενῷ  Ἄνω Χάνι ἀνευρέθη ὑπό ἐργατῶν ἀρχαιότατος τάφος λίθινος, περιέχων ὀστά δύο ἀνθρώπων. Αἱ διαστάσεις τῶν ὀστῶν τοῦ ἑνός σκελετοῦ εἶναι μεγαλύτεραι τοῦ ἄλλου. Εἰς τὸ κρανίον τοῦ μεγαλυτέρου σκελετοῦ καὶ ἄνωθι τοῦ  μετώπου ὑπάρχουσιν  ἐπ’ αὐτοῦ δύο κέρατα[1] μήκους 3 - 4 ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου ἀπέχοντα ἀπ’ ἀλλήλων περί τὰ 7 ἑκατοστά, εἰς δὲ τὸ τοῦ μικροτέρου καὶ  εἰς τὴν αὐτήν θέσιν ἕτερα δύο μήκους 1 (ἑνός) ἑκατοστοῦ. Συναρμολογηθέντων καλῶς τῶν κρανίων τούτων καὶ τῶν σκελετῶν, ἐγένετο ἡ ἐξέτασις ἐπ’ αὐτῶν. Φαίνεται ὅτι ἀνήκουν εἰς ἀνθρώπους τεραστίων διαστάσεων. Οἱ δὲ ἐπί τῶν σιαγόνων ἀμφοτέρων τῶν κρανίων ὀδόντες τὴν νύκτα παράγουσι φῶς.

Σάββατο 5 Μαρτίου 2022

Η ρόδα των Απόκρεω

 

της Άλτας Φίλου-Πατσαντάρα

 Η γειτονιά μας ήταν κοριτσογειτονιά. Αυτό μας δυσκόλευε κάπως σε κάποια πράγματα που ήταν δουλειά των αγοριών. Έρχονταν για παράδειγμα οι Απόκριες και η κάθε γειτονιά έπρεπε να φροντίσει να έχει τα απαραίτητα για τις φωτιές, που ανάβαμε στους δρόμους και στις πλατείες. Έπαιρναν τα γαϊδουράκια τους, τ΄αγόρια από τις άλλες γειτονιές και πήγαιναν στον «Κμαριά» και έφερναν φορτώματα τις σπαρτιές. Δύσκολο να τους συναγωνιστούμε, τον Ηλία, τον Σπύρο, τον Θοδωράκη και τον Στάθη από τη διπλανή Κάτω Λάκκα ή τον Θανάση, τον Γιάννη, τον Λουκά και τον Σπύρο, ψηλά στον Πλάτανο, που άναβαν τις μεγαλύτερες φωτιές, τουλάχιστον στο δυτικό μέρος του χωριού και τις οποίες μπορούσαμε να δούμε και από τη δική μας γειτονιά. Ήταν οι γειτονιές με τα περισσότερα αγόρια και το έβλεπες αυτό ξεκάθαρα τις Απόκριες. Εκεί να δεις ζήλια από μέρους μας! Αλλά τί να κάναμε το είχαμε πάρει απόφαση ότι έτσι θα τράβαγε το πράγμα μέχρι να μεγαλώσουν τα δικά μας αγόρια της γειτονιάς. Κάναμε χάζι τη φωτιά στην Λάκκα μέσα από το περιβόλι της Κεφαλαστέρως, ή την άλλη στον Πλάτανο, όταν η δική μας έπνεε ήδη τα λοίσθια και κατά περίσταση παίρναμε το μέρος του ισχυροτέρου.

 «Πάνω ο Πλάτανος, κάνω η Λάκκα», φωνάζαμε με ενθουσιασμό, όταν βλέπαμε τις φλόγες να φουντώνουν ψηλά, στην Πληκόβρυση.  (….Μια νύχτα που φυσούσε ο Κατεβατός τον έσπασε στα δύο. Το πρωί τον θρήνησε όλο το χωριό, σα να χάσανε δικό τους άνθρωπο τον κλαίγανε οι γειτόνισσες.)

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

1936: Στην Αράχωβα, την περήφανη αητοφωλιὰ του Παρνασσού!

 


Σὰν ἀετοφωλιὰ, ριζωμένη στὶς ἀπόκρημνες πλαγιὲς τοῦ Παρνασσοῦ, μοιάζει ἡ Ἀράχωβα, τὸ χωριὸ μὲ τὶς δροσιὲς καὶ τὸν καθάριο βουνίσιο ἀέρα, τὰ παλιὰ σπίτια, τ’ ἄφθονα κρύα τρεχούμενα νερὰ!
Τὴ γνωρίσαμε τὸ χειμῶνα, τυλιγμένη μέσα στὰ κάτασπρα σεντόνια τοῦ χιονιοῦ ποὺ ξαπολοῦσε ὁ βοριᾶς ἀπ’ τὶς κορφὲς τοῦ Παρνασσοῦ ἐπάνω της. Τὴν εἴδαμε καὶ προχτὲς μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καλοκαιριοῦ μ’ ἀλλιώτικη ἐντελῶς ὄψη. Τὸ χειμῶνα ἡ ἐρημιὰ, ὁ συννεφιασμένος οὐρανὸς, οἱ καπνοὶ κι οἱ φωτιὲς στὰ τζάκια τῶν χωριατόσπιτων, τὸ κυνήγι.

Τὸ καλοκαίρι οἱ ξένοι παραθεριστὲς, οἱ ἐκδρομεῖς, τὰ γεμᾶτα ἀπὸ κόσμο ξενοδοχεῖα, οἱ περίπατοι ὡς τὸ μνημεῖο τοῦ Καραϊσκάκη καὶ στὸ δρόμο τῶν Δελφῶν, τὰ σκαρφαλώματα στὸν Ἅϊ Γιώργη, οἱ ἀναβάσεις στὸ βουνὸ, στὶς στροῦγκες τῶν τσοπάνηδων, στὸ καταφύγιο! Κάθε ἐποχὴ τὴ δικὴ της χάρι, τὴ δικὴ της ὄψι, τὴ δικὴ της ξεχωριστὴ ζωὴ! Μὰ κάθε ἐποχὴ γεμάτη ἀραχωβίτικο χρῶμα ἐκεῖ ψηλὰ, γεμάτη βουνὸ καὶ λεβεντιὰ!

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2022

«ΤΟ ΑΡΑΧΩΒΙΤΙΚΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΤΟΥ»

 

Της Αμάντας Ταξιάρχου

 

                                                                                            Ευχαριστώ πολύ για την πολύτιμη βοήθειά τους
το συνταξιούχο δάσκαλο κ. Ηλία Λιάκο,
 τη γιαγιά μου Παναγιούλα Αγγελή
και τη θεία μου Δήμητρα Βρούλια.

   

Αμπέλι μου πλατύφυλλο

Και κοντοκλαδεμένο

Για δεν ανθείς, για δεν καρπείς,

Σταφύλια για δεν βγάνεις;

Μου χάλασες, παλιάμπελο,

Κι εγώ θα σε πουλήσω.

-Μη με πουλάς, αφέντη μου,

και ’γω σε ξεχρεώνω.

Μον’ βάλε νιούς και σκάψε με,

Γέρους και κλάδεψέ με,

Βάλε γριές μεσόκοπες

Να με βλαστολογήσουν,

Βάλ’ και κορίτσια ανύπαντρα

Να με κορφολογήσουν.

 (δημοτικό τραγούδι)

 

 

Στο πόδι όλο το χωριό,                   Φωνές, τραγούδια και χαρές

μαυρολογάν οι δρόμοι,                   γιομίζουνε τ αμπέλια.

εσύχλιασε και νύχτωσε                   Τρέχει ο μούστος ο γλυκός

και κουβαλάν ακόμη.                      και στοίβα τα βαρέλια.

        
(Ηλία Λιάκου, από την ποιητική συλλογή
           «Η μάνα μου η Αράχωβα»)

   Αν ρωτήσετε σήμερα κάποιον τι γνωρίζει για την Αράχωβα, θα σας πει ότι πρόκειται για τη «Μύκονο του χειμώνα». Θα έχει επισκεφθεί σίγουρα  τα γραφικά στενάκια της, θα έχει φάει ψητά στα ταβερνάκια της, θα έχει αγοράσει τυρί φέτα και «φορμαέλα» στο δρόμο για το χιονοδρομικό κέντρο του Παρνασσού ή για τους Δελφούς. Δεν είναι καθόλου σπάνιο - αντίθετα αποτελεί must- να έχει διανυκτερεύσει στους προσεγμένους ξενώνες της και να έχει διασκεδάσει μέχρι πρωίας στα πολυάριθμα μπαράκια της.

Αυτά την τελευταία δεκαετία πάντα, γιατί παλιότερα και μάλιστα προπολεμικά δεν ήταν παρά ένα από τα πολλά μικρά, φτωχά, γραφικά χωριουδάκια της πατρίδας μας. Όσα την καθιστούσαν γνωστή τότε ήταν η υφαντουργία, οι βρώσιμες ελιές –που εξάγονταν στη Ρουμανία- και το καλό μαύρο κρασί της.

Το αραχωβίτικο κρασί ήταν ξακουστό για την υπέροχη γεύση του, το ασύγκριτο άρωμα, το μοναδικό χρώμα και την πυκνότητά του. Λεγόταν μάλιστα ότι «το κρασί της Αράχωβας κόβεται με το μαχαίρι»! Ήταν επίσης ονομαστό για τη σταθερότητά του στις ατμοσφαιρικές μεταβολές και μετακινήσεις, κι αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για εκείνη την εποχή που η μεταφορά του κρασιού σε γειτονικά (αλλά και στα πιο μακρινά) χωριά της Αράχωβας γινόταν αποκλειστικά με μουλάρια.

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Λαογραφικά στοιχεία του Φεβρουαρίου...

 


Του Γιώργου Οικονόμου

Ο Φεβρουάριος είναι ο δεύτερος μήνας του έτους, σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο.

Στην αρχαία Ελλάδα, ο Φεβρουάριος ήταν αφιερωμένος στο μήνα των Ανθεστηριών, Διονυσιακή γιορτή αφιερωμένη στο Διόνυσο και τον Ερμή, γιορτή των άνθεων αλλά και τελετή  για τις ψυχές των νεκρών.

Φλεβάρη τον αποκαλεί προπάντων, ο λαός μας, επειδή απ΄τις πολλές βροχές και τα χιόνια ανοίγει τις φλέβες του, πρόκειται για παρετυμολογία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Δημ. Λουκάτος.

Το μήνα αυτό κάνει αρκετό κρύο αλλά ταυτόχρονα όμως είναι και ο προάγγελος της καλοκαιρίας:

Ο Φεβρουάριος ονομάζεται:

• κουτσός, Φλιάρης, κούτσουρος ή κουτσοφλέβαρος, επειδή σύμφωνα με την παράδοση, ο Μάρτιος δανείστηκε δύο ημέρες απ΄το Φεβρουάριο και κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ημερών «πάγωσε τη γριά».