Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2020

Τα Κουκουριώτικα(IV)

Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50

έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60  


Η τετράδα

Ένα από τα πρώτα παιδιά που ήλθα σε επαφή στη γειτονιά μου, ήταν ο Θωμάς, ένα χρόνο μικρότερός μου. Ήταν επόμενο ο Θωμάς να γίνει ο πρώτος παιδικός μου φίλος. Μικρότερος και πιο μικρόσωμος από μένα έγινε ένα είδος μικρότερου αδελφού μου, που απλώς ζούσε σε διπλανό σπίτι.
Θυμάμαι το παιδικό του ποδήλατο με το κόκκινο-κεραμιδί χρώμα και τις τρεις ρόδες, που μου έκανε εντύπωση. Τον θυμάμαι να κόβει ατέλειωτες βόλτες πέρα - δώθε πάνω στο ξύλινο πάτωμα της στεγασμένης βεράντας του σπιτιού τους. Λίγες φορές, είναι αλήθεια, μου επιτράπηκε να ανέβω κι εγώ πάνω σ’ αυτό το ποδήλατο. Η γιαγιά του, η θεια Στυλιανή, είχε πάντα ένα δικό της τρόπο να σε νουθετεί και να σου επιβάλει αυτό που ήθελε, χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις. Ήταν του... “διπλωματικού σώματος”.  
Και επάνω που είχα αρχίσει να μαθαίνω το γειτονικό σπίτι, τα δωμάτια, το μέσα και το έξω κατώγι, τα φουρναριά, τον κήπο με τη βυσσινιά στο βάθος, και το δέντρο με τις «χιονιές», ο Θωμάς, μια μέρα, μου είπε  ότι θα έφευγαν και θα έμεναν σε ένα άλλο σπίτι τους στην επάνω γειτονιά.
Δεν τον πίστεψα. Λίγο καιρό αργότερα, όμως, βρέθηκα κι εγώ να συμμετέχω στη μετακόμιση. Πρέπει να ήμουν τότε έξι(6) χρονών κι ο Θωμάς πέντε(5).Συμμετείχαμε στη μετακόμιση, παίρνοντας ο καθένας μας από ένα κόσκινο, για να το πάμε στο καινούργιο σπίτι τους!

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2020

1963 – ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΕΛΑΙΟΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΣΣΑ



Πριν λίγες ημέρες ήρθε στην κατοχή μου η παραπάνω φωτογραφία που βλέπετε από μία δημοπρασία. Στο πίσω μέρος στη φωτογραφία έγραφε «Συλλαλητήριο ελαιοπαραγωγών Αμφίσσης» και ήταν φωτογραφία ειδησεογραφικού πρακτορείου δηλ. φωτογραφία που θα χρησίμευε σε δημοσίευση σε κάποια εφημερίδα στον ελληνικό τύπο. Και πράγματι στην έρευνα που έκανα την είδα δημοσιευμένη στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» στις 22/2/1963.
Αλλά ας πάρουμε τα γεγονότα που συνδέουν αυτή τη φωτογραφία με την Άμφισσα και τι έγινε τον Φεβρουάριο του 1963 στην πόλη αυτή.
Μία βροχερή ημέρα του Φεβρουαρίου του 1963, και συγκεκριμένα στις 21 Φεβρουαρίου κατόπιν προσκλήσεως της Ενώσεως των Γεωργικών Συνεταιρισμών Άμφισσας, διοργανώνεται στην Άμφισσα συλλαλητήριο από όλον τον αγροτικό κόσμο της Φωκίδας, για να διαδηλώσουν κατά της κυβερνήσεως για την κατάργηση του από το 1926 προστατευτικού νόμου, για τις ελιές της περιφερείας Αμφίσσης και της εξαγωγής των από το λιμάνι της Ιτέας.
Ο αγροτικός κόσμος της Φωκίδας αλλά και της Αράχωβας Βοιωτίας που κατά κάποια εφημερίδα ήταν γύρω στις 5.000, συγκεντρώθηκε στην πλατεία Ησαΐα στην Άμφισσα και στο «Κορδώνειο» θέατρο όπου ακούστηκαν οι ομιλίες των βουλευτών του νομού και άλλων. Μετά το τέλος των ομιλιών ομάδα της συντονιστικής επιτροπής του συλλαλητηρίου παρέδωσε ψήφισμα στον Νομάρχη Φωκίδας για να το διαβιβάσει στην τότε Κυβέρνηση Καραμανλή.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

1896 - ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ «Ο ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ»



Την παλιότερη καταγραφή ξενοδοχείου στην Αράχωβα που γνωρίζουμε την βρίσκουμε καταχωρημένη σε αγγελία εφημερίδας και μάλιστα αθηναϊκής, στα τέλη του 19ου αιώνα και πιο συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του 1896. Παλιότερα από καταγραφές περιηγητών γνωρίζουμε ότι κάθε επισκέπτης που επισκεπτόταν την Αράχωβα τον φιλοξενούσαν είτε ο Δήμαρχος είτε σε κάποιο σπιτικό εξέχουσας οικογένειας της εκεί τοπικής κοινωνίας.

Το 1896 ήδη έχουν αρχίσει να καταφθάνουν πολλοί επισκέπτες για να επισκεφτούν τους Δελφούς που οι ανασκαφές έφερναν στο φως πολλές αξιόλογες αρχαιότητες (εκείνη τη χρονιά ανακαλύφθηκε και το περίφημο άγαλμα του Ηνιόχου),αλλά και να επισκεφθούν το Κωρύκειο άντρο και την Λιάκουρα στον Παρνασσό, και έτσι πολλοί από τους περιηγητές θα έπρεπε να καταλύσουν σε κάποιο ξενοδοχείο των Δελφών, ή της ευρύτερης περιοχής.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΜΟΥΣΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ



Στις 27 Ιουνίου του 1965 ημέρα Κυριακή στην Αράχωβα η Χορωδία της Ελλάδος με διευθυντή τοκ κ. Σώτο Βασιλειάδη παρουσίασε το πρόγραμμά της με έργα του Χατζιδάκη, Θεοδωράκη, Λαυράγκα, Μότσαρτ και λαϊκών δημοτικών τραγουδιών.
Σε εφημερίδα της εποχής διαβάζουμε:

«ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΧΟΡΩΔΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ
Σύσσωμοι οι κάτοικοι Αραχώβης με επί κεφαλής τον Δήμαρχον κ. Ισίδωρο Μαντάν μετά του Δημοτικού Συμβουλίου και των αρχών της πόλεως παρηκολούθησαν και εχειροκρότησαν με ενθουσιασμόν την χορωδία Ελλάδος την οποία διηύθυνε ο μαέστρος κ. Βασιλειάδης.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

1926: Mια ωραία πανήγυρις εις την Αράχωβαν



Ἀράχωβα (Ἔκτακτος ἀνταπόκρισις). Ἡ πόλις, ἡ ὁποία κατέχει τὸ δυτικόν ἄκρον τῆς Ἀττικοβοιωτίας ἔχει τὸ  πλεονέκτημα νὰ ἀναπνέῃ τὴν αὔραν τοῦ Παρνασσοῦ εἰς ὕψος χιλίων μέτρων ὑπέρ τὴν θάλασσαν. Ἐάν μάλιστα οἱ ὑπερχίλιαι αὐτῆς οἰκίαι δὲν ἦσαν τόσον πυκνά κατασκευασμέναι, ἡ Ἀράχωβα θὰ ἦτο ἀληθής Ἑλβετική πόλις γραφικῶς περιχαρακωμένη ὑπό λοφοσειρῶν τοῦ Παρνασσοῦ, ὧν ὁ χρωματισμός ποικίλλει, ἀλλοῦ μὲν παρατηρουμένης δασώδους ἐξ ἐλάτων ἐκτάσεως καὶ μελανῆς ἐκ τῆς πυκνότητος τῶν δένδρων, ἀλλαχόθι δὲ διά μιᾶς πρασινάδας καὶ ἀλλοῦ καταστίκτου ὑπό στιβάδων ζωηρῶν ἐκ συμπεπυκνωμένης χιόνος.
    Βλέπει τις κατά τὸν περίπατόν του ἀπειρίαν λόφων ἐκ πρασινωπῶν ἀμπελώνων γραφικωτάτων καὶ ἐκτεταμένων ἐνιαχοῦ διακοπτομένων ὑπό λευκαζόντων ἀγρῶν, ὥστε τὸ πᾶν νὰ ἐμφαίνῃ ἕνα παμμέγιστον τάπητα πολυτελέστατον καὶ θαυμαστὸν, ὅν ὑποστηρίζει ἀπέραντος ἐλαιών διαυλακούμενος ὑπό χαραδρῶν. καὶ ὑδάτων, ἅτινα στολίζουσι τὴν ὅλην περιφέρειαν κατά τρόπον ἀληθῶς μαγευτικόν.
    Εἰς τὸ ὑψηλότερον μέρος τῆς πόλεως ὀρθοῦται ὑπερήφανος καὶ μεγαλοπρεπής ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Γεωργίου - διά τὴν μνήμην τοῦ ὁποίου ἡ πόλις ὁλόκληρος θυσιάζει κατ’ ἔτος ἀμνούς ὀβελίας καθ’ ὁμάδας ψηνομένους κατά παλαιοτάτην συνήθειαν.
    Συρρέει πλῆθος ὁλόκληρον ξένων πάσης προελεύσεως φιλοξενούμενον ὑπό τῶν Ἀραχωβιτῶν, οἵτινες ἀνοίγουσι διάπλατα τὰς οἰκίας των, ἀλλά καὶ συγχρόνως τὰ οἰνοβάρελα  αὐτῶν, ὥστε νὰ ὑπερχειλίζῃ ἡ φιλοξενία καὶ ἡ αἰσθηματολογία  τῆς Ἀραχώβης ἀκμαία καὶ ζωηρά πάντοτε.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2020

Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου





Της Άλτας Φίλου-Πατσαντάρα

[…]
«ΑΥΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1940, που άρχισε ανέλπιστα ο πόλεμος. Ένα ξάφνιασμα στην αρχή σε όλο το χωριό και μια βουβαμάρα όταν άρχισαν να χτυπάνε ασταμάτητα οι καμπάνες και από τις δύο εκκλησίες. Μετά, φωνές σαστισμένες, τρομάρα, ανακατωσούρα παντού. Ο κόσμος τα είχε χαμένα.

Έστειλαν την Κατερίνη της Αλτάνας μοναχή της στο Καστρούλι, δυο ώρες δρόμο με τα πόδια, να πάει να πει στον μπάρμπα της τον Θεοχάρη, που ήταν στο αμπέλι, ότι έπρεπε να γυρίσει επειγόντως στο χωριό γιατί τον ζητούσαν για το μέτωπο. Ήταν η εποχή του τρύγου.

«Τι είναι, ωρέ; Τι γίνεται;» τη ρωτούσαν οι αγωγιάτες, που ανέβαζαν στο χωριό φόρτωμα τις κόφες και τα σακιά με τα σταφύλια από τα αμπέλια. Οι καμπάνες και των δύο εκκλησιών δεν σταμάτησαν από το μεσημέρι και μετά να χτυπάνε ασταμάτητα. Ο κόσμος που ήταν στα αμπέλια ανησύχησε και κοιτούσαν κατά το χωριό, μπας και έβλεπαν καπνό, σημάδι ότι κάποιο σπίτι καιγόταν. Ήταν συνήθεια να χτυπούν οι καμπάνες και να καλούν τον κόσμο να τρέξει σε βοήθεια για να σβηστεί η φωτιά. Ετούτη η φωτιά όμως που άναψε εκείνο το πρωινό του Οκτώβρη του 1940 δεν θα έσβηνε εύκολα…

«Πόλεμος! Πόλεμος!» τους απαντούσε εκείνη με κλάματα. «Πάω να πω στον μπάρμπα μου πως τον ζητάνε για το μέτωπο…»

Σε λίγο οι πρώτες κλάσεις άρχισαν να φεύγουν, μαζί και ο μπαρμπα-Θεοχάρης, ο αδελφός της Αλτάνας. Άλλοι με τα πόδια και άλλοι με φορτηγά. Στα «Μαύρα Λιθάρια», στην ανατολική άκρη του χωριού, είχαν μαζευτεί τα γυναικόπαιδα και με κλάματα και μοιρολόγια αποχαιρετούσαν με μαντίλια αυτούς που έφευγαν για το μέτωπο. Και ήταν πολλοί από το χωριό, όπως και πολλοί ήταν αυτοί που δεν ξαναγύρισαν…

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2020

Πιστίλλια και παράνταλα



Τώρα, που o covid-19 μάς έχει κάνει … «πιστίλλια» και  απαγορεύεται σε όλους μας να πάρουμε τα… «παράνταλα» για να ξεδώσουμε, ας σκεφτούμε τρόπους διαχείρισης της κλεισούρας μας, ώστε να τηρήσουμε μέχρι τέλους και με ευλάβεια το σωτήριο: «μένουμε σπίτι».
Θα πείτε, τέτοιες μέρες - τέτοιες ώρες, τι να κάνουμε; Ας εφαρμόσουμε, μεταφορικά, αυτό που έκαναν παλιότερα στο χωριό μας οι πατεράδες και οι παππούδες μας, όταν είχε κακοκαιρία το χειμώνα. Τι έκαναν; Κατέβαιναν και συγύριζαν το κατώι τους! Το «μέσα» και το «έξω»,με σκούπισμα, με συμμάζεμα, με μικρομαστορέματα και μικροδιαρρυθμίσεις.
Έτσι κι εμείς σήμερα, πέρα από το τυχόν συγύρισμα του κανονικού σπιτιού, μπορούμε να συγυρίσουμε και το «πνευματικό μας κατώι» (π.χ. βιβλιοθήκες) με διάβασμα,  με κάτι πιο δημιουργικό, όσοι μπορούν, χωρίς να καθόμαστε παθητικά μπροστά στην τηλεόραση και χάνουμε το κέφι μας, ακούγοντας τόσα απανωτά δυσάρεστα απ’ όλο τον κόσμο.

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Τα Καλυβιώτικα ΙIΙ


(Μνήμες  από το Λιβάδι και τα Καλύβια)


Του Γιώργου Δ. Ανδρέου

Το Καφέ– οίνο – κρεο– παντοπωλείο

Έγραφα κλείνοντας το προηγούμενο σημείωμα:
Άρχιζε όμως , νυχτώνοντας,  και η νυκτερινή  ζωή στα Καλύβια  με επίκεντρο το καφέ, οίνο, κρεο, παντοπωλείο, που δεν μπορούσε να μην υπάρχει στον οικισμό, τότε που έσφυζε από ζωή το καλοκαίρι.
 Σχεδόν  από τις αρχές Ιουνίου άρχιζαν οι προετοιμασίες για να ανοίξει το  υποτυπώδες κατάστημα  στο Καλύβια για την εξυπηρέτηση των εκατοντάδων τότε  Αραχωβιτών που άρχιζαν να ανεβαίνουν σιγά – σιγά. Θυμάμαι το μαγαζί αυτό από όταν άνοιγε στο δικό μας καλύβι, στο κέντρο σχεδόν του οικισμού.  Το «δημητρακέϊκο» καλύβι ήταν  μακρόστενο παραλληλόγραμμο 25 σχεδόν μέτρα μήκος και 8-9μ.  βάθος, πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή όπως όλα τότε , χωρίς ταβάνι με εμφανή τα ελάτινα πάτερα, τα καδρόνια και τα σανίδια της οροφής, με τρεις χωριστές πόρτες εισόδου. Μέσα ήταν χωρισμένο με  όρθια ελάτινα σανίδια, σε τρία χωριστά διαμερίσματα.  Παρένθεση. Ανάμεσα στις πολλές ιστορίες και τα ανέκδοτα της ζωής στο Λιβάδι,ήταν και αυτό του νεαρού  Αραχωβίτη, «μαμαλιγκά»,  που πήγε φαντάρος και γυρίζοντας όχι μόνο είχε εγκαταλείψει τη ρουμελιώτικη βαριά προφορά  με τα συγκομμένα φωνήεντα, αλλά  μιλούσε επιτηδευμένα «Αθηναίικα», όπως λέγανε τότε στην Αράχωβα, κοροϊδεύοντας τους όψιμους πρωτευουσιάνους. Χρησιμοποιούσε μάλιστα και καθαρευουσιάνικες λέξεις.  Ανέβηκε με τον πατέρα του στα καλύβια ο νεαρός, όταν απολύθηκε από το στρατό και βλέποντας σε ένα  «πάτερο» της σκεπής του καλυβιού  «σβουνιά» από βόδι, ήταν σημειωτέον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 αρκετά τα βόδια στο Λιβάδι, ρώτησε  «πατέρα, πως ανήλθε  ο βους και εσβώνησε»; Κόκκαλο ο πατέρας.

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Τα Κουκουριώτικα(III)


Σκηνέςαπό τα μέσα της δεκαετίας του ’50
έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 


Gerrisremigis
Ερωτήματα στ’ αυλάκι
Εκείνα τα χρόνια, στη γειτονιά μου, όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν κήπο για τα χρειώδη: σίναπα και λάπαθα το χειμώνα και κάθε είδους ζαρζαβατικό το καλοκαίρι. Το πότισμα   γινόταν, από τη δημοτική τρίκρουνη βρύση του Κούκουρα, με το μεγάλο δίπλα πλάτανο. Ξεκινούσε από θαμπά και διαρκούσε μέχρις αργά το βράδυ. Γινόταν με τη σειρά, σε επάλληλους ποτιστικούς κύκλους. Τη νύχτα, το νερό της βρύσης αφηνόταν ελεύθερο,κατάντη,κι έτρεχε στους στενούς κατηφορικούς δρόμους του χωριού για τον ελαιώνα. 
Στη διαδρομή του ποτίσματος υπήρχαν τρεις(3)“δεσιές” και φυσικά τρεις(3)“καταπότες”, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ομάδες περιβολιών. Στην πρώτη και μεγαλύτερη“δεσιά”, λόγω της εκεί διαμόρφωσης του εδάφους, σχηματιζόταν μικρή λιμνούλα, που ήταν η χαρά των παιδιών της γειτονιάς.
Εκεί, το τσαλαβούτημα τα καλοκαίρια ήταν για μας δροσιστική απόλαυση, αλλά και το κυνηγητό απ’ τους μεγάλους αναπόφευκτο, αφού ξυπόλητοι με το χοροπηδητό μας χαλάγαμε τη “δεσιά”,και το νερό έτρεχε προς τον “καταπότη”, που δεν έπρεπε, κι έτσι η παροχή λιγόστευε.  
Η  νοικοκυρά που πότιζε εκείνη την ώρα, δεν αργούσε να καταλάβει το πρόβλημα κι ερχόταν δρόμο - δρόμο προς την πλευρά της βρύσης, για την αναζήτηση  του αιτίου κι ήταν έτοιμη για καβγά.
Όταν μας έβλεπε να χορεύουμε «το χορό των νερών», το κυνήγι ήταν αναπόφευκτο και οι κατάρες πήγαιναν σύννεφο. “Να π’να μη σώστι αχρόνιαγα - μαύρα”. Εμείς τρέχαμε μακριά, αλλά σε λίγο πάλι το χαβά μας, οπότε στη δεύτερη εμφάνιση της, έριχνε τα πιο δυνατά φραστικά όπλα της: “Να π’ναμη σώστι, Να π’νασας πάνι παρτσές-αμτσιές - κουμμάτια”.

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

1937: ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΟΝ ΟΜΦΑΛΟ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΕ ΜΠΕΤΟΒΕΝ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ


Ο μαέστρος Δ. Μητρόπουλος διευθύνει την Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, 
στο αρχαίο Θέατρο των Δελφών τον Σεπτέμβριο του 1937.

ΑΘΗΝΑΙ, Σεπτέμβριος 1937. – Πρωΐ – πρωΐ το πλοίο μας αράζει στην Ιτέα. Είναι μια γλυκειά, φωτεινή ημέρα, ούτε ένα συννεφάκι στον ουρανό, ούτε μια ρυτίδα στη θάλασσα, οι κορυφές του Παρνασσού προβάλλουν πέρα στο γαλανό βάθος τις υπερήφανες γραμμές τους, η μικρή πόλις απλώνεται ράθυμα σ’ όλη την παραλία, λες και τεντώνεται με ηδυπάθεια, στις θωπείες του ήλιου. Θεία γαλήνη. Μ’ ερωτούν αν θέλω να βγω, να ιδώ την Ιτέα. Όχι. Θα μείνω εδώ, στην γωνιά μου, στο καράβι, ως που νάρθη η ώρα που θ’ ανεβώ στο προσκήνημα. Όλη μου η σκέψι είναι προσηλωμένη τώρα απάνω. Και τίποτα δεν πρέπει να την ταράξη. Η ψυχή και ο νους πρέπει ν’ ανεβούν ολοκάθαρα εκεί, στο Ιερό του Απόλλωνος.

Το αυτοκίνητο, αφού περάση απ’ το πράσινο πέλαγος των ελαιώνων, αρχίζει την ανάβασι στις κορδέλλες του βουνού. Τα μάτια πονούν απ’ την ωμορφιά που αντικρύζουν. Σε κάθε στροφή κι’ ένα νέο πανόραμα. Τίποτα το απαλό εδώ, τίποτα το τρυφερό. Γραμμές σκληρές, κορυφές γυμνές, μια αγριάδα συγκλονιστική, ιδίως μέσα στην αντίθεσι του ολογάλανου αυτού ουρανού, της πλημμύρας του φωτός και των χρωμάτων, του μικρού λιμανιού της Ιτέας, που από κει ψηλά φαντάζει σαν ζωγραφιστό. Κι’ όταν πια το αυτοκίνητο σταματήση στην είσοδο της ορεινής κοιλάδας, που απετέλεσε κάποτε τον ομφαλό της γης και προχωρήστε προς τα ιερά, τότε νοιώθετε την καρδιά σας να σφίγγεται μπροστά στη μεγαλοπρεπή τραγικότητα του τοπίου, τραγικότητα που καθιστούν ακόμα πιο συγκλονιστική, όλα αυτά τα δοξασμένα ερείπια, τα σπασμένα μάρμαρα, οι στήλες, τα αγάλματα…