Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Τ’ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΑΧΟΒΑΣ!



Του Στέργιου Μπακολουκά

Μια άποψη στο ερώτημα:
‘’Ποιο θεωρείτε το ομορφότερο σημείο της Αράχωβας;’’, που τέθηκε στην ‘’Ομάδα Αράχωβα ‘’ στο F/B, από το φίλο μου Γιώργο Κατσάμπα.
Τ’ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΑΡΑΧΟΒΑΣ!

Πάρε το δρόμο που ξεκινάει απ’ τα πλατάνια και τραβάει για τον Παρνασσό.
Ή αν θες, το ίδιο είναι, ακολούθα αυτόν που έρχεται απ’ τα πίσω αλώνια και αφού ξ’ακρίσει τις κ’δέλες πάνω από τη χτιριαρού και αφήσει αριστερά το καλανάκι, επιστρέφει για να ενωθεί με τον άλλον ακριβώς στην κούρμπα στο Πλόβαρμα, φεύγοντας ύστερα αντάμα από κει για τον Οικισμό του Οδυσσέα! (Καλύβια).

Είναι η στράτα που αγκομαχάει στριφογυρίζοντας τον ανήφορο και μοιάζει με αυλακιά από αλέτρι στα πλευρά του βουνού και είναι ίδια με πλεκτή κοτσίδα, αφράτης, κοκκινομάλλας λυγερής, όταν σκαπετώντας στον αυχένα, φαίνετε σαν να φυτρώνει απ’ το πέτρινο εικονοστάσι, που κι αυτό νομίζεις ότι το γέννησαν τα βράχια του βουνού.. 
Αναδέψου στους βοστρύχους της, μέχρι την κορ’φή και στάσου σ’ αυτή.

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Αράχωβα: Στερνός ήχος


Η γριά Αυγερίκαινα

Της Ρούλας Λιάσκου

(Από το αρχείο:  Λουκά Α. Μπακάλη
Φιλόλογου Εκπαιδευτικού - Λυκειάρχη)

Στην πλατεΐτσα στην Αράχωβα, στο καφενείο «η Δροσιά» του Λουκά του Στυλιάρη κάθονται οι γέροι Αραχωβίτες και τα λένε. Τα δυο τους χέρια πάνω στο μπαστούνι τους, το κομπολόι στην παλάμη περασμένο.
Τα πόδια αποκάμανε, μα ίσιο το κορμί, στα μάτια η θύμηση λεβέντικη αστράφτει. Η βρύση κελαρύζει δίπλα τους. Παλιά είχε  και δυο λιοντάρια, απ’ το στόμα  τους έτρεχε το νερό, πέτρινα τα καλάνια τους, πίναν τα ζα αποσταμένα. Δρόμο δεν είχε, απ’ τον κάμπο φτάνανε το Θεσσαλιώτικο, κι από τα Σάλωνα να πλύνουν τα τομάρια. Για τούτο «Τομαρόβρυση» τη βγάλανε, πλέναν κι ασκιά, λάδι να βάλουνε, ήταν μεγάλη, πέτρινη η γούρνα.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ιστορικές λεπτομέρειες


Ο Stott σε πλοίο στη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια του 
χρόνου του με την SOE στην Ελλάδα.

Η βρετανογερμανική προσέγγιση
κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ξεκίνησε
από το … Κυριάκι Βοιωτίας.

Όταν οι απλοί άνθρωποι γράφουν,
με δική τους πρωτοβουλία, ιστορία.

Υπόθεση Don Stott
Το Μάιο  του 1941 ο Νεοζηλανδός λοχίας Donald Stott τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από τις γερμανικές δυνάμεις στην Κρήτη. Γρήγορα κατάφερε να δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, πηδώντας με κοντάρι, μέρα μεσημέρι, το συρματόπλεγμα.
Κρύφτηκε για αρκετούς μήνες στην Κρήτη και ύστερα από πολλές περιπέτειες κατόρθωσε, τελικά, να φτάσει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί έγινε μέλος της «Special Operations Executive» («S.O.E) - Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων.
Τον Απρίλιο του 1943, ανθυπολοχαγός πια, έπεσε με αλεξίπτωτο στην Ελλάδα. Μερικές εβδομάδες αργότερα διορίστηκε σύνδεσμος αξιωματικός με τον ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας.
Παρόλο που ήταν βαθιά συντηρητικός στις πολιτικές του απόψεις, διατηρούσε αρκετά καλές σχέσεις με το νέο του περιβάλλον. Μάλιστα, σε μια γερμανική εκκαθαριστική επιχείρηση διακινδύνευσε ο ίδιος, προκειμένου να σώσει κάποιον τραυματισμένο αντάρτη από την αιχμαλωσία.
Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, παρά την άρνηση  συμμετοχής και συνδρομής του ΕΛΑΣ - πράγμα που τον εξόργισε ιδιαίτερα - υπήρξε ο πρωταγωνιστής της καταστροφής της γέφυρας του Ασωπού, με την οποία διακόπηκε η μοναδική σιδηροδρομική γραμμή Βορρά - Νότου της Ελλάδας για 71 μέρες.
Είναι ο ίδιος που πέτυχε την πρώτη αεροπορική ρίψη πολεμικού υλικού στο 34ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, παρά την απέχθεια των Βρετανών, για οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη ένοπλη δύναμη στη νευραλγική ζώνη κοντά στην Πρωτεύουσα.
Το διάστημα αυτό φαίνεται ότι είχε ως έδρα του το Κυριάκι Βοιωτίας, όπως θα φανεί και από τα αναφερόμενα παρακάτω.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ……..ΚΟΥΝΕΛΙΑ!!!




Του Στέργιου Μπακολουκά

Τον συναντήσαμε στην επιστροφή μας από το δάσος, μόλις κατεβήκαμε από τ’ αυτοκίνητα, αφού προηγουμένως τα στριμώξαμε γύρω από ένα όμορφο νεαρό και υγιέστατο έλατο που δεσπόζει στην είσοδο της Ταβέρνας.

Ξέραμε ότι εκείνος το είχε φυτέψει όπως και τα άλλα δέντρα που βρίσκονταν στο πλάτωμα και γι’ αυτό επίτηδες τα βάλαμε εκεί, σίγουροι για την άδειά του.

Μας παρακολουθούσε μέσα από το τζάμι της κουζίνα, ταχτοποιώντας καμιά δεκαριά αρνιά στη βιτρίνα –ψυγείο του μαγαζιού.

Σε λίγο βγήκε έξω χαρούμενος να μας προϋπαντήσει.

Παρόλο που ήταν Δεκέμβριος το πρόσωπό του ήταν ιδρωμένο από τις εργασίες που καταπιανόταν. Προχωρώντας προς το μέρος του παρατήρησα στο γέρικο ρυτιδωμένο μέτωπό του, τον ιδρώτα που έτρεχε, ν’ αλλάζει αυλακιά, όσο αυτός έσπευδε με απλωμένα χέρια να μας χαιρετήσει.

Ήταν ογδόντα χρονών και όμως δούλευε ακόμα! 

Ήταν από αυτούς τους ανθρώπους που η δουλειά, σημαδεύει την ίδια τους την ύπαρξή και τους συνοδεύει μέχρι το τέλος της ζωής τους.