Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ (β’ μέρος)

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

 (Συνέχεια από το προηγούμενο)

Το αρχαίο Σπαρτιατικό έθιμο είναι ακόμη βαθειά ριζωμένο στην ψυχή του Ελληνικού λαού όπου δεν έχει πειραχτεί από τον ψευτοπολιτισμό των πόλεων. Αφ' ου ετελειώσαμε το θέμα της Αμερικής ο Ηρακλής μας έδωκε πολύτιμες πληροφορίες για το Μοναστήρι του Αγίου Λουκά όπου σκοπεύαμε να περάσουμε το βράδυ:

«Δυό βασίλεια αγωνιστήκαν να χτίσουν το Μοναστήρι. Στέκεται πάνω σε τρεις κολόνες και κάθε κολόνα είναι πέντε μέτρα — Θε μου, πως μπορούσαν να κουβαλήσουν τόσο μεγάλα μάρμαρα. Μωρέ σιδερένιοι άνθρωποι κείνη την εποχή! — ο Αη Λουκάς ζούσε τον καιρό που πάτησαν οι Τούρκοι το Μέγα Σπήλαιο. Η εικόνα της Παναγίας έφυγε μονάχη της για να μη την μαγαρίσουν οι άπιστοι. Σαν είδε ο Αη Λουκάς πως η Μεγαλόχαρη ήταν φευγάτη και πως το εικονοστάσι της ήταν άδειο πήρε κατά πόδι της να την εύρη. Μα η Παναγιά σαν κόρη γεννημένη από μάνα και κύρη ήρθε καταμόναχη σε μια ρεματιά μακρυά από το Μέγα Σπήλαιο. Κει δα βλέπει δυο κορίτσια που καθόνταν πάνω σ' ένα βράχο και κλώθαν με τις ρόκες τους καθώς τα πρόβατα βόσκαν τριγύρω στο χορτάρι.»
«Έρχομαι μακριάθε παιδάκια μου» τους λέει, «κ' είμαι διψασμένη. Που 'ναι καμμιά πηγή να πιώ λίγο και να ξαποστάσω η έρμη;»
«Η πηγή που πίνουμε μείς, είναι μακρυά, μανούλα, μακρυά κείθε κατά το ηλιοβασίλεμα
«Παιδιά μου, δε μπορώ να πάω τόσο μακρυά. Είμ’ αποσταμένη από το μακρυνό δρόμο
«Μανούλα, δε μπορούμε να σε βοηθήσωμε γιατί είμαστε μικρές κι’ ανήμπορες. Βλέπεις κείνη τη σπηλιά πάνω κεί στο μεγάλο γκρεμό; Ο πατέρας μας είπε πως μέσα κεί τρέχει νερό κρύο σαν κρύσταλλο στην πιο βαθιά γωνιά της σπηλιάς. Μα ο ανήφορος είναι δύσκολος κ’ ένας δράκος φυλάει τη σπηλιά με μάτια που βγάζουν φωτιές. Αν κάνης πως πας κοντά ο δράκος θα σε φάη

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Οι υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς

Χάρτης της αρχαίας Φωκίδας

 Οι παρεξηγημένοι και, τελικά, υποτιμημένοι αρχαίοι Φωκείς είναι πιο πολύ γνωστοί για την έχθρα τους προς το Δελφικό Ιερό, για τις ήττες τους στους Ιερούς πολέμους, κυρίως δε για την ολοκληρωτική καταστροφή των πόλεών τους από τον Φίλιππο, τον βασιλιά της Μακεδονίας.  Ακόμα είναι γνωστοί και για το άσβεστο μίσος που υπήρχε μεταξύ αυτών και των Θεσσαλών.

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι Φωκείς, παρότι μικροί σε μέγεθος δεν δείλιασαν ποτέ. Αντιτάχθηκαν σε όσους κατά καιρούς τους επιβουλεύθηκαν, δηλαδή,  στους Θεσσαλούς, στους Βοιωτούς, στους Αθηναίους, στους Σπαρτιάτες και, τέλος, στους Πέρσες, την ίδια στιγμή που οι Θεσσαλοί και οι Θηβαίοι συμμάχησαν με τους Ασιάτες, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα.

«Αυτή η συνεχής πολεμική «γυμναστική» δεν τους άφησε χρόνο και περιθώρια για να ζήσουν ειρηνικά, να αναπτυχθούν οικονομικά και, εν τέλει, να δημιουργήσουν πολιτισμό. Αυτός είναι, ίσως, και ο λόγος που οι Φωκείς δεν γέννησαν πνευματικές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες καθ’ όλη τη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, όπως ας πούμε οι γείτονές τους Βοιωτοί. Αξίζουν, πάντως, σίγουρα τον θαυμασμό μας για το ότι πάλεψαν δυνατά και αποφασιστικά και μάλιστα με μεγάλο κόστος και θυσίες για τα δίκαιά τους και την ελευθερία τους, απέναντι εχθρών υπέρτερων, όλους αυτούς τους αιώνες. Μπορεί, τέλος, να υποστηριχθεί, βάσιμα, ότι οι αρχαίοι Φωκείς ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα λαού στον ελληνικό χώρο, την εποχή εκείνη, με δυνατό αντιστασιακό φρόνημα, για την εξασφάλιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους.» («Σύμμεικτα Ι», Στάθη Ασημάκη, Αθήνα 2020).

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

1950: ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΤΑΣΤΟΜΟ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

 

Του Τάσου Ζάππα

Ο Παρνασσός δεν έχει μόνο τετράψηλες κορφές σαν την ξακουστή τη Λιάκουρα, που την τραγούδησαν τα κλέφτικα τραγούδια μας. Δεν έχει μονάχα παρθένα χιόνια, έλατα που μοσκοβολούν και αητούς που τροχάνε τα νύχια τους στον άγριο βράχο, καθώς το ήθελε ο Κρυστάλλης, αλλά και αβυσσαλέα βάραθρα που σκίζουνε τη γη και κατεβαίνουν θαρρείς στα σκοτεινά υπόγεια του Πλούτωνος στον κάτω κόσμο. Τέτοια βάραθρα συναντούμε στο Επτάστομο του Παρνασσού, σε υψόμετρο 1220 μέτρα και σε απόσταση δύο ωρών περίπου από την Άνω Αγόριανη. Όπως φανερώνεται και από την ονομασία που έχει δώσει ο λαός, στην περιοχή αυτή υπάρχει ένα πλέγμα βαράθρων με επτά στόμια.

Πριν από τον πόλεμο και συγκεκριμένα στις 14 Αυγούστου του 1939, έγινε η πρώτη απόπειρα για την εξερεύνηση των βαράθρων αυτών από ομάδα του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου. Επειδή όμως η κάθοδος δεν είχε τότε προπαρασκευαστεί καλά και δεν υπήρχαν τα απαραίτητα μέσα για τις έρευνες του είδους αυτού, η πρώτη αυτή ομάδα δεν κατόρθωσε να φτάσει ως το χαμηλότερο σημείο του μεγάλου βαράθρου. Η ταραχώδης δεκαετία που ζήσαμε έκτοτε δεν επέτρεψε επανάληψη της απόπειρας. Προ ημερών, κατόπιν επιμελημένης προπαρασκευής, έγινε δεύτερη – επιτυχής αυτή τη φορά – απόπειρα εξερευνήσεως του βαράθρου από μια 10μελή ομάδα ειδικών, που την αποτελούσαν όχι μόνο παλιά, δοκιμασμένα και έμπειρα πρόσωπα της σπηλαιολογικής ομάδας του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου καθώς και άλλοι έμπειροι ορειβάτες και σπηλαιολόγοι, αλλά και νεαροί αρχάριοι. Την ειδική αυτή εξερευνητική ομάδα αποτέλεσαν το ζεύγος Πετροχείλου και οι Αντ. Μυστακίδης, Σωτ. Λέκκας, Σέργ. Κωνσταντίνου, Ηλ. Νικόπουλος, Ανδρ. Πάγκαλος, Αιμ. Στεφανόπουλος, Μιχ. Λεβής, και φίλ. Καπάκογλου. Με την ευκαιρία της εξερευνήσεως αυτής, άλλη ομάδα ορειβατών ανέβηκε ως τις ψηλότερες κορφές του Παρνασσού, που είχαν από χρόνια να πατήσουν οι φίλοι του βουνού.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΤΑ ΠΑΛΑΤΙΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ

 

ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ

(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ, ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)

Το καλοκαίρι του 1912 ο κ. Φάρκουχαρ και εγώ είχαμε εκδράμει μαζί με τα μέλη του ορειβατικού Σωματείου της Αμερικής «Sierra Club» στα ψηλά βουνά της Καλιφόρνιας, τα χιονισμένα Sierra Nevada. Από τη στιγμή που επάτησα στην Καλιφόρνια, μου έκαμε εντύπωση η ομοιότης της με την Ελληνική φύση. Άνθη, δένδρα, θάλασσα, ουρανός, βουνά όλα είχαν σημάδια Ελληνικά, και η μαγευτική των ομορφιά μου έφερε μια ακράτητη νοσταλγία να ξαναδώ την Ελλάδα και να πατήσω άλλη μια φορά τα δοξασμένα της βουνά. Ο κ. Φάρκουχαρ, τελειόφοιτος και αυτός του Harvard, έχει μεγαλώσει με τα παραμύθια του Ομήρου και με τα όνειρα του Ελληνικού νου.

Οι παραλληλισμοί μου των δυο χωρών του μετέδωκαν την ανυπομονησίαν μου για την Ελλάδα, και στην πευκοστεφανωμένη κοιλάδα του Kern απεφασίσαμε να περάσωμε λίγες εβδομάδες στα Ελληνικά βουνά. Από τους πέντε που είχαμε συμφωνήσει μόνον οι δυο μας κατορθώσαμε να πραγματοποιήσωμε τη συμφωνία μας. Όταν ήμουν στο Βερολίνο έγραψα του κ. Φάρκουχαρ να συναντηθούμε στη Νεάπολη το Μάρτη ή εις τας Πάτρας τας 10 του Απρίλη του 1914. Πραγματικώς στας 10 του Απρίλη ύστερα από μια ανοιξιάτικη Ελληνική Δύση βρεθήκαμε μαζί στο σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών εγώ ερχόμενος από την Αίγυπτο κ’ εκείνος από την Ιταλία. Έτσι μαζί είδαμε την Ολυμπία, την Αττική, ανεβήκαμε τον Παρνασσό, περάσαμε τη Φωκίδα και τη Βοιωτία με τα πόδια, ξαπλωθήκαμε στις πυκνές σκιές των πλατάνων των Τεμπών, και μαζί καθίσαμε στο συμπόσιο των Αθανάτων στη φωτοστέφανη κορυφή του Ολύμπου.