Ξέρω βέβαια πως τώρα που η επιστήμη μετασχηματίστηκε σε τεχνολογία, κι ο κόσμος έγινε μια γειτονιά, κάποια γραφτά, ίσως σαν τα δικά μου, δεν έχουνε πέραση καμιά!
Όμως αφήστε με να πάω πίσω.
Πίσω στα σπίτια τα παλιά, στις κοντυλοσερμένες στράτες, στις φωτεινές μας τις αυλές, στις φτωχικές μας εκκλησιές, στα μαυρισμένα των σπιτιών φουρναριά, στα όνειρά μας που είσαντε όσο το μπόϊ μας φτωχά, σ' ανηφοριές-κατηφοριές, και στις πολλές τις βρύσες που τραγουδούσαν τα νερά, ίσαμε τη μικρή μας αγορά.
Μια απλωσιά, μια αγκαλιά κι αυτή.
Και τρόγυρα τα μαγερειά, οι καφενέδες με τραπεζάκια όξω, το πραχτορείο, και μπαρμπέρικο, η νιόφταχτη, η πέτρινη του ΤΟΜΑΡΑ η βρύση, κι ανασαιμιές ανθρώπων, που μοσκοβόλιζαν τ' αλισβερίσια, και τα κεσάτια του χωριού μας.



















