Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Η φθινοποριάτικη νότα



Του Ηλία Λιάκου

   Οι πρώτες αντάρες άρχισαν να χαϊδεύουν το γεροντόβραχο και τον Τσάρκο. Οι πρώτες δροσιές ραντίζουν τη γη στα ψηλώματα. Τα φύλλα άρχισαν να εγκαταλείπουν τα δένδρα κιτρινισμένα κι ατροφικά.

   Πάει πια το καλοκαίρι, πάει η ξενοιασιά. Όλοι πίσω γύρισαν, ο καθένας στη δουλειά του, ανανεωμένος από την καλοκαιρινή ξεκούρασι. Ο γεωργός συγυρίζει τα σύνεργά του, γιατί πολλές δουλειές τον περιμένουν, εληές, οργώματα, τρύγος… Ο τσοπάνης κοιτάζει με γλυκειά μελαγχολία τη μουντή δύση και γεμίζει τις πλαγιές με απόηχα κι αντίλαλους νοσταλγικούς, που θα καταχωνιαστή, χειμώνα ολάκερο, στο μαραζιάρη κάμπο. Ο υπάλληλος κι ο τεχνίτης θ’ αρχίσουν πάλι το κυνήγι του χρόνου…

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Του Ηλία Κ. Λιάκου

Από το βιβλίο "Στο Δάσκαλό μας με αγάπη"


“Τούτες οι μέρες τό΄χουνε
και τούτες οι βδομάδες,
να τραγουδάνε τα παιδιά
να χαίρουντ΄οι μανάδες......”

Πραγματικά, μέρες και εβδομάδες χαράς και κεφιού, για μικρούς και μεγάλους, άντρες και γυναίκες.

Βέβαια τα παιδιά και κυρίως τα παλικάρια, χωρισμένα κατά γειτονιές, βρίσκονται σε πλήρη δραστηριότητα, όσο κυρίως πλησιάζουν οι Μεγάλες Αποκρές, η Κυριακή της Τυρινής.

Αλλά και ο πυρετός στις νοικοκυρές δεν είναι χαμηλότερος. Τόσα και εκείνες έχουν να κάνουν...

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Για ξύλα


Του Ηλία Κ. Λιάκου

Έλεγε, που λέτε, κάποιος παληγ(ι)νός: «Ψουμί, ξύλα κι άχυρα (δεν έχω), του σπίτι μ’ αξανάσουργου, η γ(υ)ναίκα μ’ λιχώνα, τι ανάγκ(η) έχου!!!»

Ήταν λοιπόν και τα ξύλα ένα απαραίτητο εφόδιο, για να αντιμετωπίσεις το δριμύτατο Αραχωβίτικο χειμώνα. Φυσικά και το καλοκαίρι ήταν αναγκαία, γιατί μ’ αυτά μαγείρευαν όξω στο φουρναριό. Έτσι περνώντας η Λαμπρή, εκτός απ’ το ξεφύλλισμα, τα δειάφια, το δεύτερο στ’ αμπέλια και τα πρώιμα στα σανά, ξεκίναγαν άλλοτε για ξύλα κι άλλοτε για άχυρα. Τα ξύλα όμως αυτά, τα ανοιξιάτικα ας πούμε, ήταν λιανά πατοκλώναρα, λατσούδια από ξεκλάρισμα.

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΝΕΣΙΜΟ

Του Ηλία Κ. Λιάκου


«Το κέντημα είναι γλέντημα
κι η ρόκα είναι σεργιάνι
κι αυτός ο δόλιος αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη».

Αφήνω το γλέντημα του κεντήματος και τη σκλαβιά του αργαλειού και καταπιάνομαι με τη ρόκα.

Όταν λέμε ρόκα δεν εννοούμε μόνο το αντικείμενο, αλλά κυρίως όλη τη διαδικασία, που θα προσπαθήσω να θυμίσω σε άλλους η να… μυήσω άλλους. Καταλαβαίνετε ποιοι είναι οι άλλοι και οι άλλοι.

Μη βλέπετε τώρα που ότι λαχταράει η ψυχή μας το έχουμε. Υπήρξαν εποχές και πολύ κοντινές μάλιστα, που πολλά αγαθά και είδη πρώτης ανάγκης, έπρεπε να τα παράγουμε μόνοι μας, αξιοποιώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι μας έδινε η φύση.

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ

Φωτ. Θανάση Ρέβα.

Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

“Δάσκαλε,

πάει καιρός που «έφυγες», και πάντα με αγάπη σε θυμάμαι.
Τώρα βέβαια έχω μεγαλώσει και πάω στο Λύκειο, μα ο καλός σου λόγος χρειαζούμενος και βάλσαμο οι ορμήνειες σου, που τόσο πολύ μου λείπουνε.

Ξέρεις ανάμεσα στα άλλα, άρχισα και να σκιτσάρω, να ζωγραφίζω κιόλας, μα πλιόνε εσύ δεν είσαι εδώ για να μου πεις τα μυστικά, την τέχνη των χρωμάτων και την προοπτική στην κάθε ζωγραφιά μου.

Τις προάλλες,
έπεσε στα χέρια μου κι ένα βιβλίο σου παλιό, «Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ Η ΑΡΑΧΩΒΑ» και μ’ έκανες να δακρύσω διαβάζοντας τα ποιήματά σου.

Έτσι είναι Δάσκαλέ μου. Όπως τα λες!

Κι έτσι τους στίχους σου αναθυμούνται οι Αραχωβίτες κι οι πέτρες του Τόπου μας οι πολύτιμες, που’ χεις κατάσαρκα χαράξει στο κορμί τους τ’ όνομά σου!

Κι εκείνη η χαλκογραφία σου που με αγάπη και περφάνεια, σφυρηλάτησες και κρέμασες στο πέτρινο μνημείο του ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ, στον ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ, ξέρεις τα πρωινά χρυσώνεται από τον ήλιο και λάμπει η εκκλησιά κι ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.

Θέλω κι άλλα να σου γράψω, μα πιότερο θαρρώ σημαντικό είναι το που τις μέρες τούτες τη νίκη θα γιορτάσουμε του Στρατάρχη μας στο «ΜΟΥΣΤΑΜΠΕΗ», κι ίσως να γίνει κι η αναπαράσταση της θρυλικής εκείνης μάχης του 1826, όπως την έκανες κι εσύ παλιότερα!

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΒΡΥΣΕΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ


ΟΙ ΒΡΥΣΕΣ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Ηλίας Κ. Λιάκος

«Φέραν της Γούρνας το νερό
το κάμαν τρεις βρυσούλες
Τη μια την πάνε στον Οντά,
την άλλη στ’ Αργαστήρια,
την τρίτη την καλύτερη
ψηλά στον Αη-Γιώργη.
Ούλες πλένουν και χαίρουνται,
πλένουν και τραγουδάνε,
κι η Μαστροπαναγιώταινα
πλένει και καταριέται :
Ανάθεμά σας γέροντες,
γερόντοι Αραχωβίτες,
στοιχειώσατε τον άντρα μου
το Μαστροπαναγιώτη».

Έτσι μου τραγούδαγε η γιαγιά μου τα ατέλειωτα χειμωνιάτικα βράδια μπρος στ’ αναμμένο τζάκι κι όταν τελείωνε το τραγούδι δεν παράλειπε να μου εξηγεί στερεότυπα : «Οντά λέγαν την Κονομόβρυση, γιατί είναι τρανή σαν κάμαρη, έτσι με τη βαθουλή καμάρα της… Τα Αργαστήρια είναι η αγορά,

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΣ : Τα ζα


Γυρίζοντας από τον θέρο στην Αράχωβα του '50.

Το παρακάτω κείμενο που θα διαβάσετε είναι από τα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ που έγραφε ο αείμνηστος δάσκαλος Ηλίας Λιάκος, και πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην ετήσια τοπική έκδοση του περιοδικού Αράχωβα το 1996.

***

Μια φορά κι έναν καιρό, στην Αράχωβα, τώρα το σαραντάημερο, κάθε πρωί τα χαράματα σειόντουσαν όλοι οι δρόμοι, λες και το χωριό κατρακύλαγε γλιστρώντας με πάταγο προς τα κάτω. Ήταν ο κόσμος, που κίναγε για τις ελιές σέρνοντας ξοπίσω του ένα –δυο ζα φορτωμένα κοπριά.

Η ζωή μας ήταν σφιχτοδεμένη με τη ζωή των ζώων μας. Εδώ, όταν λέμε ζο, ενοούμε το μουλάρι. Το ζο μας το είχαμε σαν παιδί μας. Μπορεί τη νύχτα να μην αγναντεύαμε στην κάμαρη των παιδιών, στο κατώγι όμως πεταγόμασταν για μια ματιά. Μπορώ να σας πω ότι ο μισός χρόνος μας ξοδευόταν για να εξασφαλίσουμε τη φάκνα του, την τροφή του. Να όργωμα, να σπαρμουδιά, να θέρος, να σανό, να άχυρα απ’ τον κάμπο – θυμάμαι κείνα τα τεράστια δίχτυα, που είχαν το σχήμα μανταρινιού, τα γέργαθα, τι ζόρι που είχαν να τα τυλώσεις με άχυρα – να ενα σωρό δουλειές. Αυτό όμως μας αντάμειβε, γιατί όλα τα γεννήματά μας τα κουβαλούσε στο σπίτι.

Στα ζα μας λοιπόν, που ήταν μέλη της οικογένειάς μας, ανάλογα με το χρώμα, τους δίναμε και το  όνομα : Μάρκος, Μούρκα, Ψαρής, Κοκκίνης, Γκιόσα, Αράπης, Κανέλλα.

Επιστροφή στο λιοτρίβι μετά από το ξεφόρτωμα του λαδιού στην Αράχωβα του '60.

Το κατώγι ήταν η κατοικία τους. Οι άνθρωποι πάνω, τα ζα κάτω, γιατί θέλαμε να τα προσέχουμε και ξέραμε αν είναι καλά, γιατί ακούγαμε το ροκάνισμά τους, το χλιμίντρισμά τους, την ανάσα τους. Βέβαια η μυρωδιά απ’ την κοπριά τους είναι ακόμα στα ρουθούνια μου. Κι όπως είχαν τα πατώματά μας κάτι ζγράδες να ! (τις σχισμάδες ανάμεσα στα σανίδια λέω) καταλαβαίνετε ότι η μυρωδιά αυτή η χαρακτηριστική, είχε διαποτίσει όχι μόνο τα ρούχα μας αλλά και τα κύτταρά μας. Εμείς όμως είχαμε συνηθίσει να μοσκοβολάμε… κοπριά.

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΣ : ΠΑΝΗΓΥΡΑΚΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟΝ ΑΗ - ΓΙΩΡΓΗ




ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ

ΠΑΝΗΓΥΡΑΚΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΨΗΛΑ ΣΤΟΝ ΑΗ – ΓΙΩΡΓΗ

Υπό ΗΛΙΑ ΛΙΑΚΟΥ


Ξέρετε, η Αράχωβα έχει δύο Πάσχα. Εκτός δηλαδή από το «Πάσχα Κυρίου» έχει και του Αγίου Γεωργίου. Και το λέω Πάσχα και αυτό γιατί σε τίποτα δεν διαφέρει. Μπορώ μάλιστα να πω, ότι ο Αραχωβίτης με μεγαλύτερη λαχτάρα περιμένει «τ’ Άη – Γιωργιού» παρά το Πάσχα. Πάντως, είναι γεγονός, ότι με μεγαλύτερη λαμπρότητα εορτάζει τον Πολιούχο του, «τον Αφέντη τον Άη – Γιώργη».

 Όχι μόνο θα ψήσει ομαδικά «στο λάκκο» της γειτονιάς του το ακέριο, όχι μόνο θα γλεντήσει χορταστικά, αλλά θα νοιώσει πραγματική λύτρωση ψυχική όταν πάρει τον ανήφορο για τον Αφέντη, για να «κολλήσει ένα κερί και να ασπασθεί». Το Πάσχα μπορεί να μην ψήσει. Του Αγίου Γεωργίου, όμως, το θεωρεί καθήκον και υποχρέωσή του να ψήσει. Γιατί εδώ το συναίσθημα της θρησκείας είναι στενότατα συνδεδεμένο με τον Άγιό μας. Δεν νοείται δέηση, δεν νοείται ευχαριστία, δοξολογία, ψυχική ανάταση ή επαφή με το Θείο, χωρίς τον Άγιο Γεώργιο.


Όπου να πάει, όπου να βρεθεί, σε δυστυχία ή ευτυχία του, νοιώθει προστατευτικό το χέρι του Αγίου να τον σκεπάζει, να τον κατευθύνει. Απ’ όπου και να αγναντέψει στο χωριό του θα κάνει το σταυρό του, ψιθυρίζοντας το όνομά Του.