 |
| Γυρίζοντας από τον θέρο στην Αράχωβα του '50. |
Το παρακάτω κείμενο που θα διαβάσετε
είναι από τα ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ που έγραφε ο αείμνηστος δάσκαλος Ηλίας Λιάκος, και πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στην ετήσια τοπική έκδοση του περιοδικού Αράχωβα το 1996.
***
Μια φορά κι έναν καιρό, στην Αράχωβα,
τώρα το σαραντάημερο, κάθε πρωί τα χαράματα σειόντουσαν όλοι οι δρόμοι, λες και
το χωριό κατρακύλαγε γλιστρώντας με πάταγο προς τα κάτω. Ήταν ο κόσμος, που
κίναγε για τις ελιές σέρνοντας ξοπίσω του ένα –δυο ζα φορτωμένα κοπριά.
Η ζωή μας ήταν σφιχτοδεμένη με τη ζωή
των ζώων μας. Εδώ, όταν λέμε ζο, ενοούμε το μουλάρι. Το ζο μας το είχαμε σαν
παιδί μας. Μπορεί τη νύχτα να μην αγναντεύαμε στην κάμαρη των παιδιών, στο
κατώγι όμως πεταγόμασταν για μια ματιά. Μπορώ να σας πω ότι ο μισός χρόνος μας ξοδευόταν
για να εξασφαλίσουμε τη φάκνα του, την τροφή του. Να όργωμα, να σπαρμουδιά, να
θέρος, να σανό, να άχυρα απ’ τον κάμπο – θυμάμαι κείνα τα τεράστια δίχτυα, που
είχαν το σχήμα μανταρινιού, τα γέργαθα, τι ζόρι που είχαν να τα τυλώσεις με
άχυρα – να ενα σωρό δουλειές. Αυτό όμως μας αντάμειβε, γιατί όλα τα γεννήματά μας
τα κουβαλούσε στο σπίτι.
Στα ζα μας λοιπόν, που ήταν μέλη της οικογένειάς
μας, ανάλογα με το χρώμα, τους δίναμε και το
όνομα : Μάρκος, Μούρκα, Ψαρής, Κοκκίνης, Γκιόσα, Αράπης, Κανέλλα.
 |
| Επιστροφή στο λιοτρίβι μετά από το ξεφόρτωμα του λαδιού στην Αράχωβα του '60. |
Το κατώγι ήταν η κατοικία τους. Οι
άνθρωποι πάνω, τα ζα κάτω, γιατί θέλαμε να τα προσέχουμε και ξέραμε αν είναι
καλά, γιατί ακούγαμε το ροκάνισμά τους, το χλιμίντρισμά τους, την ανάσα τους.
Βέβαια η μυρωδιά απ’ την κοπριά τους είναι ακόμα στα ρουθούνια μου. Κι όπως είχαν
τα πατώματά μας κάτι ζγράδες να ! (τις σχισμάδες ανάμεσα στα σανίδια λέω)
καταλαβαίνετε ότι η μυρωδιά αυτή η χαρακτηριστική, είχε διαποτίσει όχι μόνο τα
ρούχα μας αλλά και τα κύτταρά μας. Εμείς όμως είχαμε συνηθίσει να μοσκοβολάμε…
κοπριά.