Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

1950: ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΣΤΟ ΕΠΤΑΣΤΟΜΟ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ

 

Του Τάσου Ζάππα

Ο Παρνασσός δεν έχει μόνο τετράψηλες κορφές σαν την ξακουστή τη Λιάκουρα, που την τραγούδησαν τα κλέφτικα τραγούδια μας. Δεν έχει μονάχα παρθένα χιόνια, έλατα που μοσκοβολούν και αητούς που τροχάνε τα νύχια τους στον άγριο βράχο, καθώς το ήθελε ο Κρυστάλλης, αλλά και αβυσσαλέα βάραθρα που σκίζουνε τη γη και κατεβαίνουν θαρρείς στα σκοτεινά υπόγεια του Πλούτωνος στον κάτω κόσμο. Τέτοια βάραθρα συναντούμε στο Επτάστομο του Παρνασσού, σε υψόμετρο 1220 μέτρα και σε απόσταση δύο ωρών περίπου από την Άνω Αγόριανη. Όπως φανερώνεται και από την ονομασία που έχει δώσει ο λαός, στην περιοχή αυτή υπάρχει ένα πλέγμα βαράθρων με επτά στόμια.

Πριν από τον πόλεμο και συγκεκριμένα στις 14 Αυγούστου του 1939, έγινε η πρώτη απόπειρα για την εξερεύνηση των βαράθρων αυτών από ομάδα του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου. Επειδή όμως η κάθοδος δεν είχε τότε προπαρασκευαστεί καλά και δεν υπήρχαν τα απαραίτητα μέσα για τις έρευνες του είδους αυτού, η πρώτη αυτή ομάδα δεν κατόρθωσε να φτάσει ως το χαμηλότερο σημείο του μεγάλου βαράθρου. Η ταραχώδης δεκαετία που ζήσαμε έκτοτε δεν επέτρεψε επανάληψη της απόπειρας. Προ ημερών, κατόπιν επιμελημένης προπαρασκευής, έγινε δεύτερη – επιτυχής αυτή τη φορά – απόπειρα εξερευνήσεως του βαράθρου από μια 10μελή ομάδα ειδικών, που την αποτελούσαν όχι μόνο παλιά, δοκιμασμένα και έμπειρα πρόσωπα της σπηλαιολογικής ομάδας του Ελληνικού Ορειβατικού Συνδέσμου καθώς και άλλοι έμπειροι ορειβάτες και σπηλαιολόγοι, αλλά και νεαροί αρχάριοι. Την ειδική αυτή εξερευνητική ομάδα αποτέλεσαν το ζεύγος Πετροχείλου και οι Αντ. Μυστακίδης, Σωτ. Λέκκας, Σέργ. Κωνσταντίνου, Ηλ. Νικόπουλος, Ανδρ. Πάγκαλος, Αιμ. Στεφανόπουλος, Μιχ. Λεβής, και φίλ. Καπάκογλου. Με την ευκαιρία της εξερευνήσεως αυτής, άλλη ομάδα ορειβατών ανέβηκε ως τις ψηλότερες κορφές του Παρνασσού, που είχαν από χρόνια να πατήσουν οι φίλοι του βουνού.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

1931: Η πρώτη ομαδική χρησιμοποίησις των σκι στις χιονισμένες πλαγιές του Παρνασσού.

 


Ὁ Ε.Ο.Σ. καὶ τὰ χειμερινά σπόρ
Ἡ πρώτη ὁμαδική χρησιμοποίησις τῶν σκί στὶς χιονισμένες πλαγιές τοῦ Παρνασσοῦ. Μιά ἀνάβασις στὸν Γεροντόβραχο.

Αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτό μου ἰδιαιτέρως  εὐτυχῆ, ἀλλά καὶ ὑπερήφανο, διότι εἶχα τὴν τύχη  νὰ λάβω μέρος καὶ νὰ παρακολουθήσω ἀπό κοντά τὴν πρώτη ἐπίσημη ἔξοδο μὲ σκί, ἡ ὁποία τόσο ἀθόρυβα ὀργανώθηκε καὶ ἔγινε ἀπό τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν τοῦ Ἑλλλην. Ὀρειβατικοῦ Συνδέσμου στὸν Παρνασσό ἀπό τὰς 21 - 25 Φεβρουαρίου 1931.
Στὴν ὁμάδα ἐκείνη, στὴν ὁποία καθώς εἶπα ἔλαβα μέρος καὶ γώ, ἔλαχε ὁ κλῆρος νὰ ἐμφανίσῃ γιά πρώτη φορά  ἔτσι ὁμαδικά ἐδῶ στὴν  Ἑλλάδα τὰ παράδοξα αὐτά «ξύλα» πού λέγονται σκί. Ἤτανε τόσο φυσική ἡ περιέργεια τοῦ κοινοῦ  ποὺ συνωστιζότανε γύρω μας  παντοῦ, ὅπου μᾶς ἔβλεπαν, στὸ δρόμο, στὸ σιδηρόδρομο, στὸ πλοῖο, πού δὲν μᾶς ἔκανε καὶ τόση ἐντύπωση, ὅταν ἀκούγαμε νὰ λένε μεταξύ τους:
-Τὰ βλέπεις αὐτά  εἶναι μηχανήματα πού παραμερίζουνε τὸ χιόνι, για νὰ διαβαίνουν !  
Ἄλλος πάλι  ἔλεγε ὅτι θὰ τὰ μεταχειριστοῦμε σάν ξυλοπόδαρα - βλέπετε συνέπεσε  νὰ ἦταν Ἀποκριές!  Στὸν Πειραιᾶ οἱ μάγκες μᾶς εἶπαν πώς πᾶμε στὸ Βόρειο Πόλο γιά τὸν Νόμπιλε καὶ στὴν Ἀράχωβα μᾶς πέρασαν γιά τιναχτάδες μπαμπακιῶν, τέλος ὅλα αὐτά δίναν εὔθυμα θέματα στὴν καλόκαρδη συντροφιά μας σ’ ὅλο τὸ χρονικό διάστημα τῆς τετραήμερης παραμονῆς μας ἀπάνω στὸν χιονισμένο  Παρνασσό.
Ὁ  Ε.Ο.Σ. ἀπό καιρό εἶχε  φροντίσει κι ἔφερε γιά  λογαριασμό τῶν Τμημάτων του ἀρκετά  ζεύγη σκί, μὰ ὅμως χάρις στὸ ὅ,τι φέτος δὲν εἴχαμε ἀρκετά χιόνια, για νὰ γίνουν οἱ σχετικές  ἀσκήσεις ἐδῶ στὴν Ἀττική, ἀπεφάσισε  τὸ Τμῆμα Ἀθηνῶν νὰ πάῃ σὲ ψηλότερα βουνά νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἔτσι χωρίς ἐξαιρετικές ἑτοιμασίες καὶ ἀχρείαστο  θόρυβο ὁρίσθηκε ν’ ἀναχωρήσῃ ἡ ὁμάς αὐτή τῶν skieurs τὸ βράδυ τοῦ Σαββάτου 21/2/31.
Μολονότι ἡ μέρα ἐκείνη ἦτο βροχερή καὶ ἐξακολουθοῦσε νὰ χειροτερεύῃ πρὸς τὸ βράδυ ἀκόμη περισσότερο, ὡστόσο κανένας ἀπό κείνους ποὺ δήλωσαν,  δὲν ἔλειψε ἀπό τὸν τόπο πού εἶχε ὁρισθῇ γιά συγκέντρωση. Μὲ τὸ πλοῖο «Δωρίς» ἐφύγαμε στὶς 9 τὸ βράδυ γιά τὴν Ἰτέα. Κατά κακή τύχη ἡ κακοκαιρία  αὐτή ἐπικρατοῦσε  καὶ στὴ θάλασσα κι ἔτσι  ταξιδεύαμε  ἀρκετές ὧρες ἀπό τὸν Πειραιᾶ ὡς τὸν Ἰσθμό - μέσα σὲ μιά τρικυμία πρωτοφανοῦς ἐντάσεως πού κοντύνεψε νὰ πνίξῃ τὸ πλεούμενό μας. Ὡστόσο τὰ ξημερώματα φτάσαμε στὴν Ἰτέα κι ἀπό κεῖ μὲ αὐτοκίνητα φτάσαμε ὕστερα ἀπό δυό ὧρες στὴν Ἀράχωβα.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2024

Δείπνο στα Κελάρια!

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

Δεν ήταν τραπέζι αυτό που στρώθηκε! Ένας χαμηλός αρμακάς (σωρός) από πέτρες ήταν που το παράσταινε. Πάνω του ήταν τοποθετημένες με μαεστρία πέντε έξη μακρόστενες άτεχνα κομμένες ξύλινες  τάβλες, τα εμφανέστατα ελαττώματα των οποίων μάταια  επιχειρούσαν να καλύψουν,  ένα μεγάλο  μάλλινο ύφασμα με πολύχρωμα ξεθωριασμένα πλουμίδια, υφασμένα σε αράδες κατά μήκος και το πλάτος του, το οποίο αντικαθιστούσε το …..τραπεζομάντιλο, όπως  και οι ελάτινες  κλάρες που ήταν τοποθετημένες  επάνω στο στρωσίδι  ακολουθώντας την ευθεία των μαδεριών, η μια πάνω στην άλλη σταυρωτά,  επιδιώκοντας να μοιάσουν σε ευρύχωρες γιορτινές πιατέλες φαγητού σαν εκείνες ενός κανονικού σπιτικού σε μέρα γιορτινή .

Αυτό που θ’ ακολουθούσε όμως, πράγματι θα ήταν Δείπνο φαγητού και συνεύρεσης, γιατί τέτοιο θα το έκαναν αυτοί που σε λίγο θα κάθονταν γύρω του, γυναίκες παιδιά και άντρες από τις στρούγκες που αναπτύσσονταν στο δυτικό μέρος από τη λάκκα, με πλάτη στα δασά έλατα, της τοποθεσίας Κελάρια της Αράχοβας του Παρνασσού, κατακαλόκαιρο μια δεκαετία μετά τα μέσα του περασμένου αιώνα, έχοντας κάθε λόγο να γιορτάζουν διότι αυτό στρώθηκε για τα ‘’επινίκια’’  μιας σκληρής και επώδυνης  ‘’μάχης’’ που δόθηκε και  κερδήθηκε, από  έναν  τραχύ και δύσκολο αντίπαλο. Το σημερινό τραπέζωμα θα ήταν γιορτινό, ανεξάρτητα αν κανένας άγιος  δεν ήταν γραμμένος γι’ αυτή τη μέρα στα κιτάπια του ημερολόγιου, αλλά  και του  πολυξεφυλλισμένου και καταταλαιπωρημένου Καζαμία που  γυρόφερνε στις διάφορες καβάτζες απ’ τις αραιές στρούγκες του …τσοπανομαχαλά!

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2021

1932 - ΑΝΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΣΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

 

Του κ. ΚΛ. ΔΕΝΔΡΙΝΟΥ

Είναι πάντα ευχάριστο ν’ ανεβαίνει κανείς στο βουνό τη νύχτα σ’ οποιαδήποτε εποχή και με κάθε καιρό, κι’ ακόμα πιο ευχάριστη γίνεται η ανάβασής του όταν έχει καλή συντροφιά.

Τα περασμένα Χριστούγεννα τη νύχτα, ώρα 4 το πρωί, ξυπνήσαμε με τον κρότο του «κανονιού» που καλούσε τον κόσμο στις εκκλησιές για την μεγάλη γιορτή, εις ανάμνησιν της μέρας που γεννήθηκε ο Χριστός.

Από βραδύς μας είχανε φέρει εκεί, στην Αράχωβα, δυο μεγάλα αυτοκίνητα μαζί με όλους τους άλλους εκδρομείς του «Πανός», που είχε οργανώσει την ωραία αυτή τριήμερη εκδρομή και που πρόγραμμά της ήτανε η επίσκεψη των Δελφών, της Αράχωβας, του Οσίου Λουκά, της Λειβαδιάς, της Χαιρώνειας, του Ορχομενού, της Σκριπούς και της Θήβας.

Εκτός όμως από όλες αυτές τις ωραίες και ενδιαφέρουσες διαδρομές, τις οποίες – πλην των Δελφών – παρακολουθήσαμε και μείς, θα γινότανε από μια μικρότερη ομάδα ανάβασης στον Παρνασσό για σκι.

Αυτή την ανάβαση αρχίζουμε τώρα εμείς.

Σύντομα σύντομα, φορτωθήκαμε τα πιο απαραίτητα από τα «σύνεργά μας» και βιαστικά ανηφορίζουμε για το βουνό.

Παρ’ όλον που το βουνό μας ήτανε γνωστό από άλλες αναβάσεις μας σ’ αυτό, ωστόσο, δεχτήκαμε την συντροφιά του Αραχωβίτη Ασημάκη Δασαργύρη – ενός νέου έως 20 ετών – που μαζί με τον φίλο μας τον Θ. Πολίτη, προσφέρθηκαν ευγενικά να μας συνοδέψουν μέχρις σ’ ένα σημείο, την κάτω Πρόντουλη.

Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

1933:Ανάβασις στη Λιάκουρα με σκαρπίνια…

 

Μια ωραία περιπέτεια

Καταλαμβάνομεν θέσιν εις το αυτοκίνητον το εκτελούν την συγκοινωνίαν Λεβαδείας – Αραχώβης (δρ. 50 έκαστος). Διερχόμεθα τον Καρακόλιθον (14 χιλ.) γραφικήν τοποθεσία πλατανοσκεπή με κρυσταλένια πηγή, ανερχόμεθα από τη Στενή (22 χιλ.) τον νέον δρόμον προς την Αράχωβαν αφίνοντες το Δίστομον και σταθμεύωμεν ολίγον εις το Ζεμενό, άλλην γραφικήν τοποθεσίαν με ολόδροσο πηγή μεταξύ Παρνασσού και Ξεροβουνίου. Εκκινούμεν εκείθεν και την 4 μ.μ. ευρισκόμεθα εις την Αράχωβαν.. Καθιστώμεν γνωστόν τον σκοπόν εις δύο άλλους εν Αραχώβη συναδέλφους μου, τους κ.κ. Στάθην Τράγον και Ευθύμιον Δάλκαν οίτινες και δέχονται να μας συνοδεύσουν, καθώς και ο παλαιός μου μαθητής κ. Μπακάλης.

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021

ΟΤΑΝ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΟΘΩΝ ΑΝΕΒΗΚΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ

 

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

Περιοδεύοντας το Σεπτέμβρη του 1834 ο Βασιλιάς Όθων στην Ανατολική Ελλάδα για να γνωρίση από κοντά τη Ρούμελη που τόσο ηρωϊκά είχε δράσει στους χρόνους του Αγώνα και περνώντας από τη Κάζα – Θήβα – Ζαγαρά έφθασε στις 17 το βράδυ στη Λειβαδιά.
Κι’ εδώ όπως και στ’ άλλα μέρη έγινε δεκτός από τους Λειβαδίτες με μεγάλο ενθουσιασμό, που τον υποδέχονταν ελεύθεροι στη σκλάβα ως τα χθες πατρίδα τους. «Η υποδοχή – γράφει η εφημερίς «Σωτήρ» - την οποίαν η Α.Μ. έλαβε δεν ήτο από τας προμελετημένας τας οποίας υπαγορεύουν τα προγράμματα και εκτελούν οι λαοί πολλάκις χωρίς όρεξιν. Ήσαν ζήτω ειλικρινή, φωναί και ευφημίαι εκ βάθους καρδίας».
Την άλλη ημέρα αντικρύζοντας από τη Λειβαδιά ο Βασιλιάς τον Παρνασσό που κατά το Βύρωνα «μ’ όλη τη πομπή του βουνήσιου μεγαλείου του, υψώνει ως τον ουρανό της χιονοσκέπαστες κορυφές του», τόσο του άρεσε το βουνό αυτό που εξεδήλωσε την επιθυμία ν’ ανέβει στην κορυφή του πεζός.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2019

Τα Καλυβιώτικα (II)


(Ιστορίες από το Λιβάδι και τα Καλύβια) 

Η αλωνιστική μηχανή "ΠΑΤΟΖΑ" στα "Πίσω Αλώνια".

Η Αλωνιστική Μηχανή

Του Γιώργου Ανδρέου

     Η αλωνιστική Μηχανή της εποχής εκείνης φάνταζε  στα παιδικά μάτια μου   σαν  θορυβώδες κινητό εργοστάσιο, ρυμουλκούμενο  από ένα, μου φαινόταν τεράστιο, τρακτέρ. Όταν «έσκαζε μύτη» η μηχανή  στο Σταυρό , όπως  και κάθε άλλο  φορτηγό,  μόνο φορτηγά  ανέβαιναν  στο λιβάδι τότε,  γινόταν πανηγύρι στο παιδομάνι. Όπως δε μου θύμισε η Αχτίδω, που αν και μικρότερη μεγάλωσε κι αυτή εκεί, η   παρακολούθηση της κορυφογραμμής του Σταυρού από τα παιδιά, για να δούμε αν ερχόταν  αυτοκίνητο στο λιβάδι, ήταν λαχτάρα κι  ένα από τα πολλά παιχνίδια μας. Πολλές φορές τρέχαμε  σχεδόν  μέχρι και τα μισά της διαδρομής, στο χωματόδρομο που ήταν τότε, από τα  Καλύβια μέχρι τη Ρίζα, για να  προϋπαντήσουμε το φορτηγό που ερχόταν, αλλά και για να «κρεμαλιαστούμε», όπως λέγαμε  το  κρέμασμα  πίσω από το φορτηγό, συνήθως στην πόρτα, για να έρθουμε «επί αυτοκινήτου», «καβάλα»,   μέχρι  τα Καλύβια ή μέχρι να μας καταλάβει ο οδηγός και να σταματήσει  να μας κυνηγήσει. Μας έλλειπε βλέπετε η μετακίνηση με αυτοκίνητο. Αργότερα, ο συγχωρεμένος Στάθης  Τζάθας, ( περάσαμε μετά το 1963- 65, όμορφες στιγμές στη  DOLCE VITA, τόπο μαθητικών σκασιαρχείων και διασκέδασης,  που άνοιξαν  στα «Πίσω Αλώνια» μαζί με τον Στάθη τον Κάγκαλο – Γρανιτσιώτη μακαρίτη και αυτόν),    άρχισε να κάνει, με ένα μεγάλο παλαιό φορτηγό με σκεπασμένη καρότσα,  «συγκοινωνία» με κόμιστρο, Αράχωβα – Αγόριανη. Επιβιβάζονταν, πολύ πρωί και αργά το απόγευμα,  όσοι ανέβαιναν στο Λιβάδι και στο δάσος, αγρότες και κτηνοτρόφοι, που αποβιβάζονταν  στις  πολλές ενδιάμεσες στάσεις της διαδρομής. Είχε μάλιστα κατασκευάσει μόνιμα μεταλλικά καθίσματα, «τουράκια», περιμετρικά  στην καρότσα για να κάθονται οι επιβάτες. Αυτή η «συγκοινωνία» διευκόλυνε και μεγάλωσε την παραδοσιακή  ανταλλακτική συναλλαγή των Αραχωβιτών με τους Αγοριανίτες, που έφερναν πατάτες, κεράσια, τα απίθανα  Αγοριανίτικα νταουσάνια (δαμάσκηνα) κ.α.  για να πάρουν  λάδι που δεν είχαν.    Έτσι  περιορίστηκαν οι μετακινήσεις από και προς το λιβάδι με τα πόδια και καβάλα στα   μουλάρια. Πριν από αυτόν τα αυτοκίνητα που ανέβαιναν στο Λιβάδι ήταν  ελάχιστα. Κυριαρχούσε βέβαια ο «καρνάβαλος»,  με την κομμένη «μούρη»  του Τάσου του Ζάμπα, το  «Παλληκαράκι»   τον λέγανε όλοι, που σχεδόν μονοπωλούσε τις μεταφορές, κυρίως ξύλα από  τα έλατα, όπως αποκαλούσαμε  το δάσος, αλλά  και τα παραγόμενα προϊόντα, από το Λιβάδι στο χωριό.

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

1937: ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΩΝ ΣΕ ΠΑΡΝΑΣΣΟ ΚΑΙ ΓΚΙΩΝΑ


ΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΣΚΙΕΡ ΜΑΣ κ.κ. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Π. ΠΑΝΩΡΙΟΣ

Η Δνις Ερατώ Αγγελοπούλου και Π. Πανώριος σε σπάνια φωτογραφία
από αγώνες  χιονοδρομίας στον  Παρνασσό το 1936.

Του Α. ΣΚΑΝΔΑΜΗ

Κάθε περιπέτεια των χιονοδρόμων μας έχει και το ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν της, που την κάμνει ενδιαφέρουσα, τόσον προς παραδειγματισμόν, όσον και διά την πρόληψιν των ατυχημάτων που πολλές φορές κοστίζουν την ζωή πολλών ανθρώπων. Γι’ αυτό θα έπρεπε όλοι οι φίλοι του βουνού να εκφράσουν τις γνώμες τους εν προκειμένω και να υποδείξουν τι πρέπει να γίνη αφ’ ενός για να διαδοθή ευρύτερα η αγάπη προς τα χειμερινά σπορ, αφ’ ετέρου δε τι ακριβώς πρέπει να έχη υπ’ όψιν του κανείς για να μη πέση θύμα επικινδύνων περιπετειών.

***

Ο γνωστός σκιέρ κ. Πάνος Πανώριος, λάτρης των χειμερινών σπορ, μας αφηγείται την κάτωθι ρωμαντικήν και περιπετειώδη ανάμνησίν του στον Παρνασσό:

     - Πέρυσι, σαν τέτοιον καιρόν, με μια καλή συντροφιά από τον κ. Καισ. Αλεξόπουλον, υφηγητήν του Πανεπιστημίου και την εκ Πατρών γνωστήν σκιέρ δεσποινίδα Ερατώ Αγγελοπούλου, ξεκινήσαμε από την Αράχωβα το βράδυ στις 8 για ν’ ανέβουμε στον Παρνασσό… Το βουνό ήταν χιονισμένο, και η νύχτα φωτιζόταν από ένα ολόγιομο φεγγάρι, και παρά το τσουχτερό κρύο, ήταν σωστή μαγεία. Πήραμε, λοιπόν, τα σκι μας και τα λοιπά σχετικά σύνεργα κι’ αρχίσαμε την πορεία μας μέσω των τυροκομείων (Τυριάς). Περάσαμε το Φαρατόπλαγο και συνεχίσαμε την ανάβασιν κανονικά. Στις 11 ½ είμαστε στην κορυφή σε ύψος 2.457 μέτρα. Αλλά ό,τι και να σας πω, δεν θα μπορέσετε να εννοήσετε το μυθικό μεγαλείο της φύσεως, όταν την αντικρύζη κανείς με πανσέληνον από ψηλά… Είνε ανέκφραστο αυτό το συναίσθημα. Και εγώ που το που το έννοιωσα, είνε αδύνατον να το διατυπώσω. Μετά λοιπόν, από τον ολιγόωρον αυτόν νυκτερινόν ρεμβασμό μας, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε με προσοχή πάνω στο κρυσταλλωμένο χιόνι ίσαμε που φθάσαμε στο καταφύγιο του Ορειβατικού σε ύψος 1900 μέτρων, όπου και διανυκτερεύσαμεν. Το πρωΐ ξεκινήσαμε πάλι για την κορυφή και μετά από καμμιά ώρα, αρχίσαμε την κατάβασι. Η περιπέτειά μας άρχιζε τώρα, χάρις εις τον ξαφνικόν αέρα που σηκώθηκε. Κίνδυνο δεν δοκιμάσαμε, βέβαια, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που ανεβαίναμε στον Παρνασσό. Οπωσδήποτε, κουραστήκαμε αρκετά και καθυστερήσαμε πολύ. Μείναμε συνεχώς 8 ώρες μέσα στα χιόνια και αν δεν είνε κανείς μαθημένος και δεν έχει κάποια σχετική πείρα του βουνού, ασφαλώς δεν θα καλοπεράση.. Η ικανότης όμως της ομάδος μας δεν μας άφησε να χάσουμε το θάρρος μας και παρά τον δυνατόν άνεμον και τους όγκους του χιονιού που κατέβαιναν ορμητικά από τις πλαγιές, δεν διατρέξαμε κανένα κίνδυνον.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2019

Τα Καλυβιώτικα (Ι)


Ιστορίες από το Λιβάδι και τα Καλύβια


«Μαμαλιγκάδες»  και «Φατσήδες»

Του Γιώργου Ανδρέου

Σχεδόν μέχρι τη δευτέρα Γυμνασίου, θυμάμαι και αναπολώ, τη μια μέρα τέλειωνε το σχολείο,  γύριζα  στο σπίτι και πέταγα την τσάντα και   την άλλη παίρναμε δρόμο με τον αείμνηστο παππού μου, που οι περισσότεροι τον αποκαλούσαν με το παρατσούκλι του,   Γερολυμάτος –κουβαλάει  μια ιστορία   το παρατσούκλι αυτό, -  και  τη γιαγιά μου τη Ζαφείρα. Για το λιβάδι, στα Καλύβια.Με τα πόδια και τα ζώα, πεζοί ή καβάλα. Γίδες, μανάρια, κότες , γάτες, ξεσήκωμα κανονικό ( Ο δρόμος για το Λιβάδι έγινε αμαξιτός στα μέσα της δεκαετίας του ’50 οπότε και άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα τρακτέρ, του Βενιζέλου και του Μπεζεντέ, γειτόνων μεν πλην  αιώνιων ανταγωνιστών. Είναι γνωστή η, προφητική αποδείχθηκε,  ατάκα του μακαρίτη του μπάρμπα Γιάννη του Βέλιου -  Ανδρέου ήταν το επώνυμο,πατέρας του Λουκά και του Μήτσου που ζει, ήταν μέγας πότης, τράβλιζε λίγο και ιδιαίτερος τύπος, μόνιμος Λιβαδίσιος  - μόλις αντίκρισε το πρώτο τρακτέρ: Αμόνοια (Ομόνοια) το Λιβάδι είπε. Που να φανταζόταν την εξέλιξη). Ανέβαινα με τέτοια λαχτάρα που τη θυμάμαι έντονα(Ακόμα και σήμερα όταν αγναντεύω το Λιβάδι από το Σταυρό, αν και έχει γίνει Λούτσα, νοιώθω την ίδια σχεδόν  λαχτάρα  και σχεδόν πάντα θυμάμαι τη γριά Κοκκωνο- Μορφιά, γιαγιά του Γιάννη και της Μόρφως, μια μικρόσωμη  σβέλτη και αεικίνητη γριούλα, που μόλις αγνάντευε από το Σταυρό το Λιβάδι, μετά το Πάσχα  που ανέβαινε μόνιμα από τους πρώτους,   συγκινούνταν και φιλούσε γονατίζοντας το χώμα). Τη δικαιολογούσε  τη λαχτάρα μου αυτή το παιδομάνιμε  το συνακόλουθο ατέλειωτο παιχνίδι,   «των μαμαλιγκάδων»   και των «φατσήδων», έτσι αποκαλούσαν  κοροϊδευτικά οι αμετακίνητοι χωριανοί  τις  Αραχωβίτικες οικογένειες που καλλιεργούσαν  χωράφια στο  Λιβάδι και  ανέβαιναν  για θερινή εγκατάσταση στα Καλύβια. Για τη συγκομιδή  των σταριών, ποικιλίες διμηνιό και βλάχος παντανόστιμο ψωμί, των κριθαριών για τα ζωντανά και των οσπρίων , της φακής, των ρεβυθιών,  των λαθουριών,αλλά και του βίκου για ζωοτροφή , που τον λέγαμε «ρόβ», που ευδοκιμούσαν στο βραχώδες υψίπεδο. Ανεπανάληπτη ποιότητα οσπρίων, το ζουμί της πέτρας. Το «φατσήδες» προφανώς σχετίζεται με τις μεγάλες ποσότητες φακής  που κατανάλωναν  οι λειβαδίσιοι παραγωγοί  της ( πριν το 1960 η μετατροπή στην ομιλία  του κάπα σε (τσ) ειδικά στις οικογένειες των  κτηνοτρόφων  αλλά και τις γιαγιάδες μας, ήταν πολύ συνηθισμένη και συνοδεύεται από πολλά ευτράπελα).  Οι παραγόμενες ποσότητες, ειδικά φακής,  ήταν τεράστιες και προορίζονταν  κυρίως για ιδιοκατανάλωση και για πεσκέσια, εξ ου και η σχετική απάντηση του αείμνηστου μπάρμπα Γιώργη Κοτσάμπαση, λειβαδίσιου,  που ήταν μεγαλόσωμος και θηριώδης, στην ερώτηση πόση φακή  παρήγαγε - «έβγαλε»-  φέτος: πεντακόσιες οκάδες ίσα το «φαγιάρ» , τουτέστιν ίσα – ίσα την ποσότητα που χρειάζεται για να φάμε στο σπίτι.Το «Μαμαλιγκάδες» γιατί έτρωγαν  «μαμαλίγκα» που σε άλλα μέρη  είναι  πίτα χωρίς φύλλο, «ψαρέλλα» (γυμνή)  όπως τη λένε στην Αράχωβα, εδώ όμως, στο Λιβάδι, ήταν τα όσπρια, κυρίως λαθούρια, μισοβρασμένα  σούπα, που δεν καταδέχονταν η χωριανοί. Φαγητά της  φτώχειας.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Η ΟΚΑΡΙΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΖΩΡΤΖ ΚΡΑΜ ΚΟΥΚ



ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ
ΜΑΡΤΙΟΣ 1938

Ο Κούκ υπήρξε για μένα η πρώτη κι’ αξέχαστη ποιητική γνωριμία. Ήτανε μια ζωντανή ποιητική καρδιά γεμάτη απλότητα, ευγένεια και γέλιο αναβρυστό. Από αγάπη σήμερα στο μεγάλο δάσκαλο γράφω τούτα τα λόγια απ’ τη ζωή του ερημίτη του Παρνασσού.

Τον πρωτογνώρισα στην πατρίδα μου τους Δελφούς, που ονειρεύτηκε ν’ αναστήσει την παλιά δόξα τους ο ποιητής. Ήτανε ένας φανατικός λάτρης της Ελλάδας, φιλέλληνας πέρα για πέρα. Γεμάτος δύναμη, πόθους και πίστη, κατέβηκε στην πνευματική μας πατρίδα. Καθόταν στο μικρό «Ξενοδοχείο των Ξένων» του μακαρίτη Παρασκευά του φημισμένου αυτού «πιλαφιτζή» σ’ όλη την Ευρώπη. Ο Μπέντεκερ τον συνιστά στους ταξιδιώτες για το περίφημο πιλάφι του, το μοναδικό στην Ελλάδα και στην Ανατολή. Ο ξενοδόχος αυτός δε ζούσε πια και το ξενοδοχιάκι του με την απλή εμφάνιση ενός καλοπεριποιημένου χωριατόσπιτου με τα πέντε-έξη δωμάτια, το είχε στην κατοχή της η Βασίλω, η γυναίκα του. Κι’ αυτή το νοίκιασε στο νεόφερτο τότε ξενηταμένο πατριώτη, πούρθε απ’ την Αμερική, τον Θανάση τον Τσάκαλο. Ο Τσάκαλος ανέλαβε την διατροφή και την περιποίηση του Κούκ και της οικογένειάς του, της κόρης του Νείλας και της γυναίκας του, επίσης συγγραφέως, Σουζάνας Κλάσπελ. Ο Τσάκαλος ήτανε ένας καλός οικονόμος του ποιητή, άνθρωπος της δουλειάς, σπίρτο μοναχό. Ο πατέρας του ήτανε κάμποσα χρόνια οδηγός του Παρνασσού, τον αποθανάτισε κι’ ο Μπέντεκερ. Τσακάλι του βουνού, όνομα και πράμα.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠ’ ΤΟ ΒΟΥΝΟ



ΤΟΥ  ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ
ΙΟΥΝΙΟΣ 1940

Ένα γράμμα με σταμάτησε πάλι σήμερα, μου λέει για τις χαρές και τις ξέγνιαστες ώρες της εξοχής, μου το στέλνει ο φίλος μου ο Αντρέας ο Ζηνέλης απ’ τους Δελφούς, που τόγραψε στα γόνατα πάνω σ’ ένα καραούλι του Παρνασσού. Δεν είναι ένα συνηθισμένο γράμμα, το γράμμα του φίλου μου, είναι ένας κόσμος ολάκερος, αγνός και παρθενικός. Το περίμενα τώρα και τόσον καιρό, μου το είχε υποσχεθεί, μόλις θ’ ανέβαινε στο βουνό. Σαν να μάντευε την αγωνία μου δεν άργησε και τόσο πολύ. Ήρθε απάνω στην ώρα. Το φάκελλο φέρνει τα ίχνη της βροχής απάνω του, απ’ τις συγνεφιασμένες «μπουλμπιριές», τα ίχνη της περιπέτειας ώσπου να ρθεί σιγά-σιγά απ’ τη μάνα του Ουρανιώ στο χωριό.

Πίσω διαβάζει κανείς λακωνικά τον αποστολέα του: Β.Β. Δελφοί=βασανισμένος βοσκός. Τούτο είναι το ψευδώνυμο του μπιστικού. Ο πατέρας του, ο μπάρμπα-Νικόλας, είναι ο αρχιτσέλιγγας του Καστριού. Ο Αντρέας κι’ ο Θύμιος ακολουθάνε το προβατοκοπάδι. Φέτος μούλεγε για το καινούριο τσοπανόσκυλο που πήρανε. Του Αντριγιά η ζωή περνά με διαβάσματα και με τεχνουργοσκαλίσματα, είναι ο νεροκουβαλητής κι’ ο μάγειρας της στάνης.

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

1921: ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ ΛΟΥΚΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ



Εις τα κελλία των πατέρων σπινθηροβολεί το τζάκι. Αρχοντικήν παλαιοσύνην αποπνέουν τα κατοικούμενα κτίρια, τα οποία παριβάλλουν τον ναόν. Η μονή φανερώνει την μακράν ιστορίαν της από τα οικοδομήματά της. Αλλά είνε εγκαταλελειμμένα και έχουν θολωτόν τύπον, αλλά κτισμένα επί παλαιών, αλλά είνε νεώτερα τετράγωνα, κοινά σπίτια. Στηρίγματα συνδέουν οικήματα με τον ναόν, όστις θα έπιπτε χωρίς αυτά. Σώζονται όμως όλα τα αρχικά της ιδρύματα, από το παλαιόν μαγειρείον έως τα αρχαιότερα κελλία, χρησιμοποιούμενα δι’αποθήκας. Η παλαιά βρύση έχει μετατοπισθή. Ο μόνος διατηρούμενος εκ των τριών πύργων, εις την ανατολικήν είσοδον της μονής, έχει γίνη κωδωνοστάσιον και τούτο μετεβλήθη εις ωρολόγιον. 

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Στις πλαγιές του Παρνασσού όταν αρχίζει η άνοιξις.


Πηγή στην επάνω Σουβάλα στον Παρνασσό.
Ενώ τα κοπάδια ανεβαίνουν το βουνό.

Μια επίσκεψις στις στάνες του Παρνασσού – Οι απλοί άνθρωποι με την αγνή ψυχή.

Κούκου, κούκου. Ο κούκος διαλαλεί την άνοιξη. Ο τσοπάνος άκουσε τη φωνή του να’ρχεται από το βουνό. Όρθωσε το κορμί του και έριξε τα μάτια του στα ψηλά.

Τα χιόνια είχαν σκάσει εδώ κι εκεί. Ο άσπρος μανδύας του Παρνασσού ήταν χαραγμένος παντού με πράσινες γραμμές. Τα έλατα είχαν ξεπετάξει καινούργιους βλαστούς. Συνέχιζαν το ανέβασμά τους προς τον ουρανό…

Καιρός για τα ψηλώματα. Καιρός να αφήσει το χειμαδιό.

Τώρα ολόκληρη η συντροφιά ανεβαίνει χαρούμενη το βουνό. Το κοπάδι, ο τσοπάνος, η τσοπάνισσα, τα σκυλιά.

Μπροστά σ’ ένα μεγάλο έλατο σταματά η συντροφιά. Ο λεβεντόκορμος τσοπάνος ξεμετρά κι εφέτος την λεβεντιά του μαζί του. Μένει ικανοποιημένος. Δίνει ύστερα την προσταγή στη καλή του.

Νέα και ωραία η τσοπάνισσα απλώνει τις κάπες στη ρίζα του έλατου.

Δευτέρα 13 Μαρτίου 2017

1931:ΤΡΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕ ΘΥΕΛΛΑΝ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ



Μια επικίνδυνος χειμερινή ορειβασία

Το μεγαλειώδες όραμα του λευκού γίγαντος.

Παντού νερά και λίμναι. Όχι μονάχα εκεί όπου χρόνια κατασταλάζουν εις κοιλάδας τα όμβρια ύδατα λιμνωδώς – και όλη η Ελλάς έχει παρόμοιαν διαμόρφωσιν, βουνά και κοιλάδας, κόσμοι ξεχωριστοί μέσα σε ορεινόν μικρόκοσμον, – αλλά και σε μέρη, τα οποία απορροφούν τα νερά σαν σφουγγάρι.

Δυο μήνας τώρα πλημμυρίζει η χώρα μας. Ποταμοί της, ποταμάκια της, χείμαρροι (κωλοσούρτηδες, όπως τους ονομάζει η λαϊκή τοπωνυμία εκφραστικώς) εξεμάνησαν επί δίμηνον. Εκχειλίζουν κατακλύζουν αγρούς, δενδρώνας, ελαιώνας, λαχανοκήπους, αμπέλους, σταφιδαμπέλους, λιβάδια, αγρόσπιτα. Ούτε οι πρεσβύτεροι δεν ενθυμούνται τέτοιαν επιμονήν «κολυμβριάν».

- Έβρεξε και βρέχει όσο ποτές, πάρεξ την εποχή του Νώε, ήκουσα να χαρακτηρίζει εγγράμματος πρόεδρος κοινότητας την μετεωρολογικήν κατάστασιν του εφετεινού χειμώνος.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

1938: ΤΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ



Ιανουάριος 1938. Προχθές ετελέσθη το πρωτάθλημα Παρνασσού, το οποίο περιελάμβανε αγώνα ελευθέρας καταβάσεως.

Λόγω της πυκνής ομίχλης ετροποποιήθη το σημείον εκκινήσεως, το οποίον είχε ορισθεί, το υψηλότερον σημείον της κορυφής του Παρνασσού (Λιάκουρα). 

Κατόπιν τούτου η εκκίνησις εγένετο εκ του αυχένος κάτωθι της κορυφής Λιάκουρα (Επάνω Κελλάρια), με τέρμα το καταφύγιον. Υψομετρική διαφορά μεταξύ εκκινήσεως και τέρματος περί τα 400 μέτρα.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

1928: ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΝΑΣΣΟ



ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ

Το σούρουπο, όταν στο βάθος του λιμανιού μια καταχνιά σκεπάζει τη δύση και ο μονόφθαλμος φάρος της Λειψοκουτάλας ρίχνει την ωχρή του ανταύγεια στα γαληνεμένα νερά, αφήνουμε με τη «Φωκίδα» το θορυβόδικο, βρωμερό λιμάνι του Πειραιά. Στην έξοδό μας κάνουν παράτα τα τρία γέρικα πολεμικά – περασμένα μεγαλεία – ενώ μπρός και πίσω μας γλιστρούν στα μουντά νερά κάθε λογής καράβια προς κάθε λογής λιμάνια.

Είναι πια νύχτα όταν αρχίζουν να θαμποφαίνονται τα φώτα του Ισθμού. Μια αδικαιολόγητη αναμονή στην είσοδο, και σε λίγο γλιστράμε στη φωτόλουστη υγρή του λεωφόρο.

Με τη γλύκα της νυχτιάς έχουν ημερέψει και τα πανύψηλα, απότομα, απειλητικά μουράγια. Ένα κόκκινο φανάρι – και τρέχουμε προς το Λουτράκι. Σε λίγο πάλι ξανοιγόμαστε, κι από το Ηραίο αρχίζει ένα νανουριστικό σάλεμα…
Ο αυγερινός σηκώνεται πάνω από τα βουνά του κόλπου της Ιτιάς. Το μαύρο ακρογιάλι σιγά-σιγά παίρνει χρώματα μουντά, που όσο παν και ζωηρεύουν, ενώ η θάλασσα χάνει τη μαυρίλα της. Σε λίγο η άγκυρα κατρακυλάει.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΠΕΙΡΟ


ΠΕΤΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ

… όπου εκτοξεύεται ο πρώτος ελληνικός πύραυλος «Δελφοί 1».

ΤΙ ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΤΙ ΕΣΧΕΔΙΑΣΕ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
Ο ΜΙΝΩΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ

Κατά τους χρησμούς της Πυθίας ο Απόλλωνας έπρεπε πάση θυσία ν’ αποσταλεί εις την Αφροδίτην.

Ο πρώτος ελληνικός πύραυλος «Δελφοί Νο 1» ετέθη εις διάθεσίν του και του υπεδείχθη ο τόπος και ο χρόνος της εκτοξεύσεως.
Εζήτησα την άδειαν από τους αρμοδίους Θεούς τους κατοικοεδρεύοντας εις τας κορυφάς του Παρνασσού, να συνοδεύσω τον Απόλλωνα εις το πρώτον διαπλανητικόν ελληνικόν ταξίδι διά να γράψω και σχεδιάσω τις εντυπώσεις μου. Η άδεια ενεκρίθη.

Μόνο που μας ζήτησαν να βγάλομε αμέσως τα χαρτιά μας. Η γραφειοκρατία των Θεών όπως διαπίστωσα, δεν πήγαινε πίσω. Παρ’ όλα αυτά με τα μέσα που διέθετε ο Απόλλωνας κατορθώσαμε να είμαστε εντάξει.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Ο ΘΕΟΣ ΓΝΩΡΙΖΕΙ!



Σιδηροδρομική στάση χωρίς τηλέφωνο!

Η παρακάτω επιστολή στάλθηκε από την κοινότητα Πολυδρόσου Παρνασσίδος, στο Υπουργείο της Συγκοινωνίας και στον Υπουργό κ. Χριστομάνο τον Ιανουάριο του 1929.

«Κύριε Υπουργέ.
Έχομεν την τιμήν να φέρωμεν εις γνώσιν υμών ότι η Σιδηροδρομική Στάσις Λιλαίας (πρώην Σουβάλας) του Λαρισσαϊκού, η οποία έχει κίνησιν Σταθμού συγκεντρώνουσα 7 κοινότητας και ήτις πολύ δικαίως έπρεπε να έχη και προαχθή, εισπράττουσα δε εξ εισιτηρίων και κομίστρων εμπορευμάτων ποσά ανώτερα κατά πολύ των υπολογισθέντων, ως τούτω αποδεικνύεται και εκ των βιβλίων της, η Στάσις αύτη λέγομεν από της συστάσεώς της ήτοι προ 25ετίας στερείται ενός τηλεφώνου, ο δε υπάλληλος από τον οποίον ζητούν πληροφορίας οι επιβάται περί αφίξεως της αμαξοστοιχίας σηκώνει  τα μάτια προς τα άνω και λέγει «Ο Θεός γνωρίζει» ενώ απλούστατα διά της τοποθετήσεως ενός τηλεφώνου αξίας γλισχροτάτης, θα ήξευρε και ο υπάλληλος τι να απαντήση και ο κοσμάκης να μη ταλαιπωρείται, όταν πρόκειται περί μεγάλης καθυστερήσεως και να επιστρέφη ενωρίς εις το σπίτι του πάντοτε μεν, πολύ περισσότερον όμως εν καιρώ χειμώνος αναγκαζόμενος κατόπιν να βαδίζει νύκτα διατρέχων βεβαίως τότε πλείστους όσους κινδύνους.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Το “ΜΑΤΩΜΕΝΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΜΑ” η ταινία που γυρίστηκε σε Αράχωβα, Δελφούς και Παρνασσό το 1959.




Το 1959 ο Ανδρέας Λαμπρινός γυρίζει στην περιοχή μας την ταινία «Ματωμένο Ηλιοβασίλεμμα» με σπουδαίους ηθοποιούς της εποχής.

Η ταινία γυρίζεται στους Δελφούς, Αράχωβα και Παρνασσό όπου συμμετέχουν και κάτοικοι των χωριών  αυτών. Από την Αράχωβα βλέπουμε τον γέρο Τσελεπή, τον Καφάση, τον γέρο Νίκο Μαυρεπή, τον Βελετζόγιαννο, τον Αποστολόπουλο (Λουκαντά) και πολλούς άλλους που θα αναγνωρίσετε βλέποντας την ταινία.

Οι ηθοποιοί που παίρνουν μέρος είναι : Σπύρος Φωκάς, Έφη Οικονόμου, Κάκια Αναλυτή, Ανδρέας Ζησιμάτος, Καρούσος Τζαβάλας, Μιχάλης Καλογιάννης κ.α.