Μαυρόπουλος Χρίστος
Χρονογράφημα
Στρατάριζε ο ανθρωπάκος τούτες τις
τελευταίες εβδομάδες, περιδιαβαίνοντας την αγορά, τις γειτονιές...Έμπανε στα
μαγαζιά, κουβέντιαζε με τους μπαρμπέρηδες, τα χασαπάκια, τους
μπαλωματήδες...Στα σαπουναριά "έκοβε", μια στάλα να ξαποστάσει κι
ύστερα δώστου πάλι στις ανηδοριές!
Και πήγαινε σπίτι βροντοχτυπώντας
πόρτες και κουδούνια. Βγαίναν κυράδες με τα μπικουτί στα μαλλιά τους...Άλλες με
ρόμπες κόκκινες και τα λαγγόνια τους καλόσχημα... Κάποιες ουρί παραδεισένια, με
ανύπνωτο, σπαρταριστό τον κόρφο τους...Κι ήσαντε και λιγοστές θαρρείς
οργισμένες πεθερές, που τον ξαπόστελναν με βιάση κι αγριάδα!
Κι αυτός, σπαθάτος, γλυκομίλητος,
πίσωπατώντας ώρες ώρες πόριζε με φιοριτούρες και χαμόγελα.
Ποιός ήταν τούτος πάλι; Τι γύρευε κι
ανάβραζε την πολιτεία από τον πάτο ως την κορφή;
"Κάτι πουλάςι", είπε ο
Στρατής εκεί που κάθονταν με τους βλάμηδες στον καφενέ.
"Ίσως και να γυρεύει
κάποιονε", πέταξε ο Αντώνης.
"Μπα, ζήτουλας θάναι",
μουρμούρισε ο Ανάργυρος.