Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2020

«Ο Μουτζούρης»

 


Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

Το φως της μέρας έγειρε σιγά-σιγά στο ζεστό του κρεβάτι. Ήταν τόσο αποσταμένο… Σήμερα είχε πολλή δουλειά. Φώτιζε την τελευταία μέρα του χρόνου. Κι έκανε τόσο κρύο, είχε τόσο πολύ χιονίσει, ξεπάγιασε στα πόδια του ολημερίς, βλέποντας κόσμο να τρέχη πάνω-κάτω, αριστερά, δεξιά. Το ’νοιωθε ότι κάτι συνέβαινε.

Έβλεπε ένα πλήθος από νέους, νέες, γέρους και κάθε ηλικίας ανθρώπους, να τρέχουν σε καταστήματα, σε σπίτια, σε αποθήκες, με τα μάγουλα και τη μύτη κατακόκκινα απ’ την παγωνιά του Δεκέμβρη, αλλά με πρόσωπο γελαστό και μάτια λαμπερά. Το ’νοιωθε ότι όλο τούτο το πλήθος ετοιμαζόταν να δεχτή το καινούργιο χρόνο. Να δεχτή το νεαρό αυτό, που γεμάτος ελπίδες, υποσχέσεις, όνειρα και γοητεία για το άγνωστο, ερχόταν στολισμένος χαμογελαστός. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν πανέτοιμες ν’ ανοίξουν τα μεσάνυχτα και να τον δεχτούν με λαχτάρα.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Ο Χαραλάμπης

 Αναμνήσεις στην Αράχωβα. Συνέχεια...


Της Άλτα Φίλου - Πατσαντάρα

Είχε το «μαγαζί» του, μια τρύπα δηλαδή, στο ισόγειο του Χαρίτου, κοντά στο Δημοτικό. Όλη τη βδομάδα ήταν θεόκλειστο, το βλέπαμε που περνούσαμε για να πάμε στο σχολείο.Μόνο την Παρασκευή άνοιγε διάπλατα την ξύλινη πόρτα του, οκτώ με δέκα το βράδυ και την ίδια ώρα πάλι την επόμενη, το σαββατόβραδο. Πουλούσε κυρίως γυναικείο ρουχισμό, από εσώρουχα μέχρι φορέματα, μπλούζες και φούστες, που τις είχε σε κρεμάστρες στους τοίχους δεξιά και αριστερά μπαίνοντας μέσα, γιατί βιτρίνα της προκοπής δεν είχε βέβαια το μαγαζί. Ακόμα και είδη προικόςέφερνε, αν του γινόταν επί τούτου παραγγελία. Ήταν, έλεγαν, μεγάλος και τρανός έμπορας στην Άμφισσα με μεγάλο μαγαζί και εξίσου μεγάλη επιγραφή απ΄έξω, «Γυναικεία ενδύματα, Χαράλαμπος Ξηρός». Εκεί το μαγαζί είχε και βιτρίνες από πάνω μέχρι κάτω στους τοίχους, που τραβούσαν σα μαγνήτης τα μάτια των γυναικών από τα γύρω χωριά, που κατέβαιναν επί τούτου για τις αγορές τους. Θα τον θυμούνται σίγουρα οι παλιές Δελφιώτισσες, Χρισσαϊτισσες και Ιτιώτισσες. Θαρρώ πως μόνο στο δικό μας χωριό ερχόταν ανελλιπώς και αυτοπροσώπως κάθε βδομάδα με ένα παλιό κλειστό φολκσβάγκεν και  με την πραμάτεια του μέσα σε βαλίτσες. Λέγανε, πως παλιότερα περνούσε κι αυτός στο χωριό με  τους μπόγους του από γειτονιά σε γειτονιά, όπως έκαναν και άλλοι πλανόδιοι έμποροι. Έτσι γνώριζε προσωπικά την κάθε νοικοκυρά και το νοικοκυριό της.

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

ΚΟΥΚΟΥΡΙΩΤΙΚΑ (V)

 Σκηνές από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 

έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 


Δεμένοι στη σειρά

Πρέπει να ήταν μέσα Σεπτέμβρη. τα σχολεία δεν είχαν ανοίξει ακόμα και το παιχνίδι στις γειτονιές καλά κρατούσε. Ήταν απόγευμα και το ποδόσφαιρο μόλις είχε τελειώσει μέσα στο δημόσιο δρόμο, στο έμπα του χωριού (η κυκλοφορία των αυτοκινήτων εκείνα τα χρόνια ήταν περιορισμένη). 
Μετά, όλη η “παλιοπαρέα” της ευρύτερης γειτονιάς του Κούκουρα, κάπου δέκα (10) παιδιά, αποφάσισε να τραβήξει για βόλτα ανατολικά, λίγο έξω από το χωριό προς το «Πίσω ρέμα». Τα σταφύλια είχαν ήδη αρχίσει να ωριμάζουν και στα αμπέλια που βρίσκονταν κοντά στο δημόσιο δρόμο. 
Έτσι, η ύλη που θα πυροδοτούσε τη νέα σκανταλιά μας ήταν ακριβώς δίπλα μας, πρόσφορη. Και δεν χρειάστηκε πολύ για να ξεκινήσει η απογευματινή αταξία μας με το πρώτο σάλτο, ενός από μας, στο πρώτο αμπέλι που ήταν εκεί κοντά κάτω από τη δημοσιά. Αστραπιαία, επιπέσαμε στο αμπέλι οι περισσότεροι σαν τα κοράκια πάνω σε ψοφίμι. Διαλέγαμε τα πιο ώριμα σταφύλια, και τα τρώγαμε μέσα στο ξένο αμπέλι. 
Λίγο μετά, από την απέναντι μακρινή στροφή του δημόσιου δρόμου, στα Καρούτια, που βρισκόταν μέσα στο οπτικό πεδίο μας, εμφανίστηκε το μοναδικό τότε τρακτέρ του χωριού και αμέσως δόθηκε το σύνθημα αποχώρησης από το ξένο κτήμα.
Ανεβήκαμε, γρήγορα - γρήγορα,  σαν κύριοι στο δρόμο και το παίζαμε αδιάφοροι. Μόλις, όμως, έφτασε κοντά μας το τρακτέρ, σταμάτησε ακριβώς δίπλα μας. και για κακή μας τύχη κατέβηκε απ’ αυτό ο δραγάτης του χωριού, που επέστρεφε εκείνη την ώρα, έχοντας κάνει τη βάρδια του. 

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

1918 – Η Ισπανική γρίπη στην Αράχοβα.

 


Πριν λίγες ημέρες ο καλός μου φίλος Κώστας Κατσίμπας μου έδωσε μια φωτοτυπημένη επιστολή από τον Αραχοβίτη Αλέξανδρο Ν. Καλαμαρά (παππού του), σταλμένο στην Αμερική στον πατέρα του (προπαππού του), τον Δεκέμβριο του 1918.
Το γράμμα αυτό εκτός τις οικογενειακές πληροφορίες που μας δίνει, μας δίνει επίσης και σημαντικές πληροφορίες που τουλάχιστον για μένα ήταν άγνωστες, για την Ισπανική γρίπη κατά την περίοδο της εμφάνισή της στην Αράχωβα, που άφησε πίσω της αρκετούς νεκρούς όπως θα διαβάσετε για ένα χωριό των 3500 περίπου κατοίκων.
Ακολουθεί η επιστολή:

Εν Αραχώβη τη 10 Δεκεμβρίου 1918.

Σεβαστέ μου πατέρα μάθε ότι πήγαμε εις την Αγόριανην και πήραμε ένα φόρτωμα σιτάρι κόκκινο(1) μία και πενήντα πέντε και πήραμε και ένα φόρτωμα βλάχο(2) μια και 40 και 50 οκάδες αραποσίτι 90 λεπτά. Μάθε ότι έχουμε σπείρει τα Μούλκια(3), θα τα σπείρουμε όλα τα χωράφια. Έχουμε 110 οκάδες διά να σπείρουμε, όλα κόκκινο διότι δεν βρίσκουμε κιντράδι(4) και λέμε να πάμε στη Δαύλεια να πάρουμε. Μάθε ότι έχω και 100 κλήματα βαλμένα στη Σέρπινα(5) και έχω καμία εκατόν 50 άβαλτα.

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Γράμμα από το Μέτωπο.

 


Μέτωπον 27-2-41
Κύριε Ανδρέα

Η από 20-2-41 επιστολή σας βρήκε την ομήγυρι όλων των παιδιών της Αραχώβης, μαζί με τον εξ Αμφίσσης Κώστα Μαρτίνον, στο λεωφορείον του Αρμούτη, στο οποίο τις διαβάστηκε σε κατανυκτική σιγή.

Η χαρά μας αγαπητέ Κε Ανδρέα ήταν απερίγραπτος. Με δακρυσμένα μάτια απ’ τη συγκίνησι, χτύπησαν τα λόγια σας και τυπώθηκαν βαθιά στην καρδιά μας, και μας έδωσαν καινούργιο θάρρος και δύναμη διά την συνέχισιν των υψηλών καθήκον των, τα οποία μας ανέθεσεν η γλυκιά μας πατρίδα.

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

ΤΑ ΒΕΡΕΣΕΔΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡΧΙΑΣ



Δυο σελίδες από μπλοκάκι του καφενείου «ΤΟ ΚΕΝΤΡΟΝ», που βρισκόταν  στην κεντρική πλατεία της Αράχωβας (οι πιο πολλοί το θυμούνται), με βερεσέδια της Δημαρχείας της Αράχωβας, από 22/4/56 παραμονή του Αγίου Γεωργίου έως τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Πάντως απ’ ότι βλέπουμε σε 7 μήνες εξυπηρέτησης από το καφενείο, μόνο ΔΟΥΝΑΙ είναι, από ΛΑΒΕΙΝ… τίποτα.

Πρώτη σελίδα

Καφφενείον «Κέντρον»

Δημαρχείον

Δούναι

22 – 4 – 56 Στη πλατεία

                   4 καφφ. 6 Λεμον. 2 Νιγρίτες, 6 Γλυκά δρ.                                          28

23 – 4 – 56 Στη πλατεία στο χορό

                   10 καφ. 15 Γλυκά, 15 Λεμον. 10 Λουκούμια                                      70

24 – 4 – 56 Στο Γραφείο 4 καφφέδ. 

                   6 Γλυκά, 4 Λεμονάδες                                                                         21

25 – 4 – 56 Γραφείο και Πλατεία

                   4 καφφ. 6 Λεμον. 12 Γλυκά, 2 Νιγρίτες                                              37

1 – 5 – 56 Με κ. Νομάρχη, 3 καφφ.

                 1 τσάϊ, 1 Νιγρίτα, 2 Γλυκά                                                                     11

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Δεκαεπτά τράγοι…ἄφαντοι.



Ἀλλά οἱ ζωοκλέπται συνελήφθησαν, ἀφοῦ ἔφαγαν τοὺς 5.
Ἐπιτυχής ἀστυνομική δρᾶσις.
Ἄμφισσα (Τοῦ ἀνταποκριτοῦ μας). -Θρασυτάτη ζωοκλοπή 17 ὅλων τράγων διεπράχθη πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν περιφέρειαν Χρισσοῦ, δικαίως ἀνησυχήσασα τοὺς κατοίκους, οἵτινες ἦσαν ἀπηλλαγμένοι τῆς μάστιγος ταύτης. Οἱ τράγοι ἐκλάπησαν ἐκ τῆς θέσεως «Καλόγηρος»  τοῦ Χρισσοῦ, ἀνῆκον δὲ εἰς τὸν ἐκεῖ παραχειμάζοντα ἐξ Ἀραχώβης ποιμένα Κωνστ. Κομματᾶν.
Ἅμα ὡς ἀνεφέρθη ἡ ζωοκλοπή, ὁ μοίραρχος κ. Τριανταφύλλου διοικητής τῆς  Ὑποδ/ως  Παρνασσίδος, ὀργανώσας πάραυτα τὴν δύναμιν τῆς καταδιώξεως, ἐτέθη ἐπί τὰ ἴχνη τῶν δραστῶν καὶ ὑπό τὰς δυσμενεστέρας καιρικάς συνθήκας. 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Η ΘΑΛΑΣΣΑ



 Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

      Καλοκαιράκι στο ξεπερδίκισμά μου, κοντά στα πέντε, έβγαινα συχνά στο μπαλκονάκι του σπιτιού μας, και χάζευα τη φυλλουριά του κόσμου!
     Στρατάριζαν τα μάτια μου στον ουρανό, στο γέρσιμο του ήλιου, στα σπίτια του χωριού κι ακούμπαγαν μακραγναντεύοντας την ασημολουρίδα που λίμπιζε πέρα στο ξάγναντο αστραφτερή!
    -Μάνα τι είν’αυτό που στραφταλίζει; ρώτησα κάποια μέρα παραξενεμένος, δείχνοντας την ασημολουρίδα.
    -Η θάλασσα παιδί μου, μου αποκρίθηκε εκείνη θαρρώντας πως αυτό ήταν αρκετό για να καταλάβω.

     Η θάλασσα!
     Τι ήτανε στ’αλήθεια η θάλασσα; Πράμα παρόμοιο δεν είχα ματαδεί.
     Γι’αυτό και στάλα δεν φέγγρισαν τα λόγια της στο φεγγί μου.
     Όμως πολύ μου άρεσε έτσι που στραφτάλιζε στο ασημόχρωμο σκουτί της, καθώς ο ήλιος έλουζε το κορμί της!!

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2020

11/12 Άλικο Νυφικό !



Του Στέργιου Μπακολουκά

Στις 13:30 μ. μ. ακριβώς ήταν προγραμματισμένος ο γάμος, Σαββάτο μεσημέρι στις είκοσι εννιά του μήνα, στα ξεβγάλματα του Απρίλη.

Είχε προηγηθεί το τριήμερο Πανηγυράκι  προς τιμήν του Αϊ Γιώργη, πολιούχου της Αράχοβας και ο Ναός ήταν ακόμα στρωμένος με τα χειροποίητα υφαντά καρπίτια, τους μονόφυλλους ολόμαλλους διαδρόμους και τα ‘’φλιουτά’’ ορθογώνια πατάκια μπροστά από κάθε πόρτα. Ο Χώρος  μοσχοβόλαγε  ανοιξιάτικα αρώματα, από τα λουλούδια  που οι λυγερές είχαν αποθέσει στα πόδια  του επιταφίου καθ’ όλη τη διάρκεια του Μεγαλοβδόμαδου νωρίτερα, αναμιγμένα με τη μυρωδιά  του λιβανιού και των κεριών.

Η εκκλησία στη λαμπροστολισμένη μορφή της, μαζί με το καθηλωτικό τοπίο που αγναντεύετε απ’ όλες τις μεριές του περιβόλου, ήταν η αιτία που το ζευγάρι αποφάσισε ότι, μόνο αυτός ο τόπος και το συγκεκριμένο ιερό μπορούσαν να περιληφθούν στην απαρχή των  ονείρων του.

Αυτοί οι δυο νέοι άνθρωποι, αφού το σκέφτηκαν  καλά και το ….’’κοιμήθηκαν’’ καλύτερα! φρόντισαν να ορίσουν το γάμο τους σε τούτη εδώ την κόχη των βουνών, στο ψηλό αγνάντιο του ακοντιστή καβαλάρη, απ’ όπου οι στρατολάτες όλων των λογιών φαίνονται ευδιάκριτα.  

Το ζευγάρι δεν καταγόταν από την περιοχή, είχε όμως  φίλους αγαπημένους σ’ αυτήν,  που μαζί με την ομορφιά και την  επιβλητικότητα του ορίζοντα, το έκανε να πάρει αυτή την  απόφαση.

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2020

Η απαλλοτρίωση των κτημάτων στη “Μαρμαριά” των Δελφών


Στο φύλλο 111 της 25 Μαΐου 1901 της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ), διαβάζουμε τη δημοσίευση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των κτημάτων που βρίσκονταν στην θέση «Μαρμαριά» των Δελφών, με σκοπό την διεξαγωγή ανασκαφών στο σημείο εκείνο. Μέσα από αυτή τη δημοσίευση της απαλλοτριώσεως μαθαίνουμε ποιοι από τους κατοίκους είχαν κτήματα στην περιοχή εκείνη και πόσα τετραγωνικά κατείχαν.


Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων εν θέσει
«Μαρμαριά» της περιφερείας Δελφών.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α’
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Έχοντες υπ’όψει τους νόμους ΒΡΞΖ’ της 16 Φεβρουαρίου 1893 και ΒΤΞΖ’ της 2 Μαρτίου 1896, το από 21 Απριλίου 1901 έγγραφον της αρχαιολογικής εταιρείας, δι’ου βεβαιούνται η εν τω Κεντρικώ ταμείω κατά το υπ’αριθ. 769 γραμμάτιον αυτού κατάθεσις δραχμών 5.550, ποσού απαιτουμένου προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν των κατωτέρω καταλεγομένων ιδιωτικών κτημάτων εν τη θέσει «Μαρμαριά» της περιφερείας των Δελφών κατά το από 12 Απριλίου ε.έ. πρωτόκολλον προσωρινής εκτιμήσεως κατά το άρθρον 2 του ΒΡΞΖ’ νόμου, έτι δε λαβόντες υπ’όψει την από 5 Μαΐου ε.έ. απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου και τα τη αποφάσει ταύτη σχετικά έγγραφα, το διάγραμμα των απαλλοτριωτέων κτημάτων και το πρωτόκολλον της εκτιμήσεως.