Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΥΡΟΣ


Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

«Η ποίηση, γράφει ο Ν. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ξεκινάει από μέσα σου… σαν κάποιος να σου μιλάει.»
Ο δε ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ σημειώνει : «Ο αληθινός ποιητής αρχίζει τη ζωή του με την ποίηση και τελειώνει μαζί της.»

Σ’ αυτά τ’ αχνάρια βάδισε κι ο Γ. ΣΥΡΟΣ.
Διαβάστε το βιογραφικό του που έγραψε «αντί προλόγου», στο βιβλίο του ΠΟΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ, ποιήματα, εκδ. Κ. ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΣ Αθήνα 1977.

«Από παιδί, δυο πράγματα στη ζωή μου αγάπησα. Πρώτα την ποίηση κι ύστερα τη ζωγραφική. Στο τέλος όμως έγινα… έμπορος!
Είναι που λένε «αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα.»
Η αλήθεια όμως είναι μια. Δεν πέρασε ποτέ η μέρα απ’ τη ζωή μου, που να μην έκλεψα ώρα απ’ τη βιοποριστική εργασία μου, για να την αφιερώσω σ’ ένα στίχο ή σ’ ένα σκίτσο.
Στίχους άρχισα να γράφω από πολύ μικρός.
Σιγά-σιγά όμως ο στίχος μου, άρχισε να δημιουργεί σχετική προσωπικότητα και να βρίσκει ανοιχτές τις πόρτες στα περιοδικά της εποχής, με το ψευδώνυμο CONTE REPANAKI, παρμένο από ξένο περιοδικό, που το διάλεξα για να κρύβομαι πίσω από αυτό.


Με το χρόνο όμως το μυστικό διέρρευσε και το ψευδώνυμό μου από στόμα σε στόμα, ιδιαίτερα στο χωριό μου, παραποιήθηκε και κατέληξε στο γνωστό παρατσούκλι «ΡΑΠΑΝΑΚΙΑΣ.»
Τα πρώτα ποιήματα, τα αναγόμενα στη νεανική μου ηλικία παρ’ όλο ότι τα είχα φυλαγμένα στο πατρικό μου της Αράχωβας, χάθηκαν στα χρόνια της κατοχής. Όσα απ’ αυτά είχε κρατήσει η μνήμη μου, τα συνταίριασα, έστω και παραποιημένα, χωρίς να ξεφύγω απ’ τα νοήματά τους.»

Αυτά μεταξύ άλλων, μας λέει στο βιβλίο του ο Γ. ΣΥΡΟΣ και είναι αρκετά διαφωτιστικά ώστε να νιώσουμε τον ενθουσιασμό του και το γόνιμο αγώνα του στην ποίηση.
Και μια και συνέπεσε το αφιέρωμά μου αυτό, τώρα που κοντοζυγώνει το ΕΠΟΣ ΤΟΥ ’40, ας καταπιαστούμε με το σχετικό ποίημά του στο βιβλίο του, σελ. 63.

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ‘40

Ο Μαραθώνα ξαναζεί και το Είκοσι-ένα,
εκεί ψηλά στην Ήπειρο, Πατρίδα μου για σένα.
Μπροστά πηγαιν’ η Παναγιά και ο Αηγιώργης πίσω
κι ορμούν τα Ελληνόπουλα όλα μαζί ξωπίσω.

Και γράφουν νέα τρόπαια και γράφουν νέα έπη
και οι εχθροί διδάσκονται το μάθημα που πρέπει.
Όπου σταθεί ο Έλληνας μπροστά να πολεμήσει,
ούτε φωτιά, ούτ’ αστραπή μπορεί να τον λυγίσει.

Εχθρό ποτέ δεν μέτρησε, ούτε του εχθρού τα μέσα,
γιατί στις φλέβες του κυλά αίμα απ’ τον Παπαφλέσσα.
Κι ακόμα ειν’ απόγονος Μιαούλη και Κατσώνη,
Τζαβέλα, Διάκου, Νοταρά και του Κολοκοτρώνη.

Στέκει πιστός στον όρκο του και μια υπάρχει λύση
ή δοξασμένος θάνατος ή πρέπει να νικήσει.
Στα ίδια αχνάρια στάθηκε σ’ εκείνα το Σαράντα
κι όλου του κόσμου οι λογισμοί επήγανε στην πάντα.

Κανόνια, τανκς αμέτρητα, αεροπλάνα αρμάδα
να διαφεντέψουν ζήλωσαν και τη μικρή Ελλάδα.
Πριν ξεκινήσουν για να μπουν σε τούτο τ’ άγιο χώμα,
σαν κεραυνός ακούστηκε το ΟΧΙ μ’ ένα στόμα.

ΟΧΙ, σ’ αυτά τα χώματα ποτέ σας δεν θα μπείτε,
τρελός όποιος σας έστειλε, δω μέσα θα χαθείτε.
Και χάθηκαν και σκόρπισαν από την ίδια μέρα,
όταν τσολιάδων στόματα φωνάξανε «ΑΕΡΑ.»

Κι έγιν’ ο αγέρας σύννεφο και η φωνή αντάρα
μπρος στων ανδρείων την ορμή, στου γένους την κατάρα.


(Το ποίημά του αυτό, συνεχίζεται με ακόμα 10 τετράστιχα).
Δεν χρειάζονται πολλά σχόλια στο παραπάνω «ΕΠΟΣ», μια και με τις λέξεις, τις εικόνες και την σύνθεση των στίχων, ξέχειλη είναι η ευαισθησία, ο πατριωτισμός, η υπερηφάνεια αλλά και η καθημερινή φιλία του συντοπίτη μας με την ποίηση, που του έδωσε τη δύναμη να Υμνήσει το ανυπέρβλητο αυτό ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ!

Την ίδια αγάπη όμως, ευαισθησία και φιλοπατρία, συναντάμε και στο ποίημά του για την ιδιαίτερη Πατρίδα μας.


Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

Απ’ το λαιμό του Παρνασσού τη βλέπεις κρεμασμένη,
σαν της νυφούλας την ποδιά, τη χρυσοκεντημένη.
Αν αγναντέψεις και τη δεις, θα σε μαγέψει Ξένε,
κι άμα ρωτήσεις θα σου πουν ΑΡΑΧΩΒΑ τη λένε!

Γιομάτος ζωντάνια και έρωτα για τη ζωή ο ποιητής μας, αγκαλιάζει με ευαισθησία και τρυφερότητα τη γυναίκα λέγοντας: «Ο, τι ωραίο, βρίσκεται κλεισμένο στ’ αγαπημένο σου εύρημα!»

ΣΤΗΝ ΩΡΑΙΑ ΜΑΡΙΑ

Να σε φωνάζω απλώς Μαρία ή να προτάσσω το Κυρία;
Ακόμα, πες μου, αν μπορώ με θαυμασμό να σε θωρώ.
Και κάτι ακόμα, να στο πω; Συχώρεσέ με σ’ αγαπώ!


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ

Που κρυφαγκαλιαστήκαμε και γλυκοφιληθήκαμε
μην το νομίσεις κρίμα.
Είδες το ίδιο έκαμε όταν κοντά του έφτανε
στο βότσαλο το κύμα!

Δεν παραλείπει όμως ο ποιητής μας με χιούμορ να σχολιάσει, το «εύρημά του», όταν αυτό ξεστρατίζει απ’ το όνειρο και την εμορφιά.

ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ ΑΡΚΟΥΔΑ ΜΟΥ?

Από μικρή σε ήξερα λαίμαργη και λιχούδα,
μα δεν περίμενα ποτέ να γίνεις σαν αρκούδα.
Τώρα ζητάς όπως παλιά, στίχους για σε να γράψω,
Μα αν σ’ ακούσω αρχόντισσα θα γράψω να σε κλάψω.

Χαριτωμένος, ευφάνταστος κι όλο υγεία και ο «συζυγικός διάλογος», στη σελίδα 101 του βιβλίου του, όπου ο Γ. ΣΥΡΟΣ αφήνει να ξεχυθεί το ωραίο χιούμορ που σφράγιζε τη ζωή του.

ΣΥΖΥΓΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

-         Όταν βάλαμε στεφάνι κι έγινες ο άνθρωπός μου,
               της ζωής μου ο αφέντης και της κλίνης σύντροφός μου,
πίστεψα πως όλα θα’ ναι μέλι γάλα μεσ’ το σπίτι,
μα ηρθ’ η ώρα να ρωτήσω: Άντρα πήρα ή κοπρίτη;
Όλο βρίζεις και μαλώνεις καυγαδάκια μου σκαρώνεις
κι όσο περπατούν οι χρόνοι τόσο η γκρίνια σου φουντώνει.

-         Μα κι εγώ μωρέ γυναίκα, σ’ ερωτώ με τη σειρά μου,
μήπως νόμισες πως είσαι η αφέντρα κι η κυρά μου
και μπορείς να διατάζεις σαν λοχίας το φαντάρο,
και να τρέχω να σου πάρω το λεμόνι, το πιπέρι,
απ’ το φούρνο το γιουβέτσι κι ότι λείπει απ’ το σπίτι.

Αλλά μήπως το μισθό μου δεν αρπάς με το ζορλίκι
και μου δίνεις μετρημένα ψίχουλα, για χαρτζιλίκι;
Τότε τι μου τσαμπουνίζεις σου χαράμισα τα νειάτα,
μήπως ήθελες, κυρά μου, να σου πλένω και τα πιάτα;

Κλείνοντας το σημείωμά  μου, μπορώ να πω, πως ο ποιητής μας με τα αφιερώματά του (ποιήματα) στο ’21, στον ΠΑΠΑΦΛΕΣΣΑ, στον ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ, στη ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ,το ’26, στο ΕΠΟΣ ΤΟΥ ’40, και στο ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΗΓΙΩΡΓΙΟΥ, καλοθυμίζει με αγάπη και περηφάνεια στους ανθρώπους, την ιστορική, παραδοσιακή και πολιτιστική καταξίωση του γενέθλιου Τόπου μας.

Ακτινοβολούν ΕΛΛΑΔΑ τα βιβλία του και τα ανέκδοτα χειρόγραφά του και Υμνούν τον έρωτα, τον πολιτισμό, την εμορφιά και το Θείο δώρο της ζωής!

Γεννήθηκε στην ΑΡΑΧΩΒΑ του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ το 1915 και «έφυγε» το 2003.


ΩΡΑΙΑ ΑΡΑΧΩΒΙΤΙΣΣΑ

Μια λυγερή, μια τσίφτισα, μια βέρα Αραχωβίτισσα,
με χρυσαφένια μάτια, που κυματίζουν μέσα τους
αστραφτερά διαμάντια.

Κορμί σωστό ηφαίστειο που βρίσκεται σε δράση,
ανάβει στις καρδιές φωτιές, απ’ όπου κι αν περάσει.
Για το φιλί της θα’ δινα όλη την ύπαρξή μου

και για το λάγνο της κορμί την ίδια τη ζωή μου.