Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Παλιά & νέα Αράχοβα ή Ζεμενό & Αράχοβα;


1826: Ανεβαίνοντας τη Σχιστή οδό λίγο πριν το Ζεμενό.

O Γάλλος ιστοριογράφος και περιηγητής, F.C.H.L. Pouqueville μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών & Γραμμάτων των Παρισίων, στο βιβλίο του: Voyage de la Grece”, Paris 1826, γράφει στο μέρος που αφορά στη  Φωκίδα (Κεφάλαιο Δεύτερο):
[...]Σε μικρή απόσταση από την Αράχοβα, φτάνουμε στη βρύση Κούκουρας και σε μισή λεύγα πιο μακριά, σε ερειπωμένα τείχη τοποθετημένα σ’ ένα λόφο, που ποτίζεται στη βάση του από ένα ρυάκι. Αυτό το ερείπιο και η περιοχή όπου βρίσκεται, λέγονται Ζεμενό και Παλιά Αράχοβα. Είναι πιθανόν αυτά τα τείχη να είναι εκείνα της Ερώχου πόλης των Φωκέων, το όνομα της οποίας μεταφέρθηκε στο χωριό Αράχοβα.[…]
Ο Max Vasmer στο βιβλίο του: «Die Slaven in Griechenland», Berlin 1941 αναφέρει, μεταξύ των άλλων δυο Αράχοβες: τη φωκική, με την παρατήρηση: «Ἀράχοβα ON am Krisäischen Meerbusen = altgriech. Ἀνεμώρεια nach R. und Neumann-Partsch, Griechenland 166. Es steckt darin ein slav. *Orěchovo wie oben S. 21.» και τη βοιωτική, με την παρατήρηση : «Ἀράχοβα ON, Kr. Lebadeia (Stat. Ap., Lex.). Nuch. Nennt den Ort Ῥάχοβα. Bei R. findet sich Ῥάχωβα und Δῆμος Ἀραχώβης. Aus slav. *Orěchovo wie oben S. 21.» και, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για την ίδια Αράχοβα, αυτή δηλαδή του Παρνασσού.
Η διπλή αναφορά του Vasmer πιθανόν να έχει αφετηρία στην παραπάνω αναφορά του Pouqueville. Προκειμένου, όμως,  να δοθούν πειστικές απαντήσεις στο εν λόγω ζήτημα απαιτείται η σχολαστική μικροτοπωνυμική έρευνα όλης της γύρω περιοχής. Και, βεβαίως, είναι ευτύχημα που σε αυτή τη γωνιά του Παρνασσού διασώζεται πληθώρα τοπωνυμίων, τα οποία φτάνουν στον εκπληκτικό αριθμό των τετρακοσίων εβδομήντα επτά (477)!

***
Καταρχάς, τo ζήτημα της ύπαρξης οικισμού με όνομα Αράχοβα, στη θέση Ζεμενό, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτό, είτε θεωρήσουμε το εν λόγω τοπωνύμιο ως σλαβικό (που παραπέμπει σε καρυδιές), δεδομένου ότι η καρυδιά δεν ευδοκιμεί στην περιοχή αυτή, λόγω των εκεί δυσμενών κλιματικών συνθηκών που επικρατούν -  ευδοκιμεί το έλατο - είτε το θεωρήσουμε ως βλάχικο (που παραπέμπει σε ράχες), καθόσον το  Ζεμενό δεν διαθέτει ράχες, διότι απλά είναι μια μικρή στενή κοιλάδα.
Η περίπτωση να υπήρξαν κάποτε δυο ξεχωριστές Αράχοβες με διαφορετική ιστορική πορεία, η μια στη θέση Ζεμενό και η άλλη στη σημερινή της θέση, σε ευθεία απόσταση μεταξύ τους ίση περίπου με 4 χιλιόμετρα, φαίνεται απίθανη.
Κατά τον Pouqueville στη θέση Ζεμενό, όπου βρισκόταν  το  παλιό χωριό, οργανώθηκε φρούριο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν τοπικός φεουδάρχης ήταν κάποιος ευπατρίδης της οικογενείας De Nesle.
Συγκεκριμένα, ο εν λόγω περιηγητής αναφέρει: «[…]Εκεί, δεν βλέπουμε κανένα ερείπιο και πρόκειται μάλλον για την παλιά Αράχοβα, το σπουδαίο κάστρο, για το οποίο μιλούν οι χρονογράφοι του δέκατου τρίτου αιώνα.
Πρέπει να έχει κτιστεί την εποχή, όπου η Θήβα ήταν υπό την κατοχή του Nicolas de St Omer, πρωτοστάτορα ή στρατάρχη της Βοιωτίας, τα Σάλωνα υπό την διοίκηση του Τhomas (Stromogurt), ενώ την Αράχοβα τη διοικούσε ένας ευγενής της οικογένειας de Nesle, και ο Εύριπος, η Βοδονίτσα και οι Θερμοπύλες εξαρτιόνταν από τον Guillaume de la Roche,[…]».
Κατόπιν αυτού φαίνεται ότι πιθανόν υπήρχε οικιστικός πυρήνας στο Ζεμενό, που μετακινήθηκε στην κοιλάδα του Πλειστού και συγκεκριμένα στη σημερινή θέση «Αϊ Γιάννης», όπου, σύμφωνα με την ντόπια παράδοση,  εκεί βρίσκεται η κοιτίδα το σημερινού χωριού της Αράχοβας. Στη αυτή, λοιπόν, τη θέση θα συμπτύχθηκαν και όλοι οι άλλοι διάσπαρτοι οικιστικοί πυρήνες της κοιλάδας του Πλειστού, που προϋπήρχαν, προκειμένου να υπάρξει καλύτερη ανάπτυξη και οργάνωση του τιμαρίου του Φράγκου αυθέντη, ο οποίος όριζε την όλη περιοχή.
Η ύπαρξη αυτόχθονων κατοίκων (Φωκέων) στην κοιλάδα  του Πλειστού μπορεί να γίνει αποδεκτή, πέραν από τα πειστικά τοπωνυμικά και γλωσσικά τεκμήρια που θα αναφερθούν πιο κάτω, και από το γεγονός ότι,  όταν στους Μέσους χρόνους οι πρώτοι ξενόφερτοι έφτασαν στο Ζεμενό, εγκαταστάθηκαν εκεί, και δεν προχώρησαν δυτικότερα στην Παρνασσία Νάπη, παρότι η κοιλάδα του Πλειστού, διέθετε ηπιότερες κλιματικές συνθήκες, περισσότερες πηγές και γονιμότερες εκτάσεις.
Προϊόντος όμως του χρόνου έφθασαν πολυάριθμοι Βλάχοι νομάδες στον Παρνασσό και πολλοί εξ αυτών εισέδυσαν δυναμικά στην Κοιλάδα του Πλειστού. Είναι αυτοί που, κατά τη γνώμη μου,  έδωσαν στο νεοπαγή οικισμό, το όνομα Αράχοβα, καθόσον αυτό έχει βλάχικη προέλευση και όχι σλαβική, όπως συνήθως πιστεύεται από τους περισσότερους.
Ειδικότερα έχει επικρατήσει η άποψη ότι το τοπωνύμιο Αράχοβα είναι σλαβικό και σημαίνει καρυδότοπος. Εάν όμως εξετάσουμε βαθύτερα το ζήτημα, τα πράγματα αποδεικνύονται διαφορετικά. Συγκεκριμένα:
Όλες οι Αράχοβες βρίσκονται σε μεγάλο υψόμετρο που ξεπερνά τα 800 μέτρα και ορισμένες εξ αυτών, όπως π.χ. η Παλιά Αράχοβα Ναυπακτίας και η Αράχοβα Φελλόης Αχαΐας βρίσκονται σε υψόμετρο 1.100μ. Σε τέτοια, όμως, υψόμετρα δεν ευδοκιμεί η καρυδιά, διότι είναι  ευαίσθητη σε παγετούς.
Το όνομα λοιπόν Αράχοβα πρέπει να έχει βλάχικη προέλευση, δηλαδή σχετίζεται με τη βλάχικη λέξη ρέχα = ράχη (ρέχοβα > ράχοβα > Αράχοβα[είναι σύνηθες στους Βλάχους να προτάσσουν το α σε πολλές λέξεις και τοπωνύμιά τους και ειδικότερα όταν αυτά αρχίζουν από ρ π.χ.  Αρέσιανη, Αρουκουτίνο, αράου, αράντου, αραπάσου κλπ.]), καθόσον όλες οι Αράχοβες του ελληνικού χώρου είναι χτισμένες πάνω σε ράχες βουνών. Μάλιστα,  η βλάχικη λέξη ρέχα = ράχη βουνού - δάνειο από την ελληνική γλώσσα - μπορεί να σχετίζεται με τη λέξη ραχάς - ραχάδος (Ησύχιος, 5ος αιώνας), που συχνά χαρακτήριζε τοποθεσίες στον ελληνικό χώρο κατά τη ρωμαϊκή εποχή και σήμαινε “χωρίον σύνδενδρον και μετέωρον”, σύμφωνα δε με το λεξικό του Μέγα Φώτιου (9ος αιώνας) ραχάδας = τα δενδρώδη χωρία.
Όσον αφορά την κατάληξη -οβα, και αυτή δεν μπορεί να θεωρείται αποκλειστικά ως σλαβική, δεδομένου ότι:
α)Υπήρχε στα ρωμαϊκά χρόνια τοπωνύμιο (κώμη) έξω από την αρχαία Ρώμη με το όνομα Ova (από το λατινικό ovis = πρόβατο), το οποίο αναφέρει ο Πλούταρχος στο έργο του : «Πελοπίδας - Μάρκελλος».
β)Υπάρχουν ακόμα και σήμερα τα λατινικής ρίζας  τοπωνύμια: Κέκοβα (νησί), Τεκίροβα (παραθαλάσσια πόλη), Γεσίλοβα (παραθαλάσσιο κωμόπολη) στη Λυκία της Μικράς Ασίας.
γ)Στα ρωμαϊκά χρόνια, πιθανόν και νωρίτερα, υπήρχε  πόλη στην περιοχή της Παλαιστίνης με το όνομα Χαραγμωβά, την οποία μνημονεύει ο Άγιος Σωφρόνιος, πατριάρχης Αλεξανδρείας (564 μ.Χ. - 638 μ.Χ.), όταν αναφέρεται σε κάποιο θαύμα (το 61ο) των Αγίων Αναργύρων Αββά Κύρου και Ιωάννου.
Επίσης, στην Παλαιστίνη υπήρχε τοποθεσία Χόζοβα, από όπου, σύμφωνα με την παράδοση, στα χρόνια της εικονομαχίας έφυγε η εικόνα της Παναγίας και μεταφέρθηκε στην Αμοργό και σήμερα βρίσκεται στο ομώνυμο μοναστήρι: «Παναγία Χοζοβιώτισσα». 
***
Τώρα στο ζήτημα, εάν στους σκοτεινούς Μέσους χρόνους, όταν δηλαδή λάμβαναν χώρα σλαβικές διεισδύσεις στο νότιο ελληνικό χώρο, υπήρξε ή όχι  μικρή σλαβική εγκατάσταση στο Ζεμενό, μπορεί να υπάρξει θετική απάντηση, διότι ανιχνεύονται σε αυτή την περιοχή τρία(3) κρίσιμα τοπωνύμια σλαβικής  προέλευσης, που δεν μπορούν να σχετιστούν σε καμία περίπτωση με Βλάχους.
Αυτά είναι: το Ζεμενό, η Τούμπρη και το Βιρτιπό.
Συγκεκριμένα:
α)Το Ζεμενό(στενή κοιλάδα) σχετίζεται με τη σλαβική λέξη жзмень(ζμεν) = στενό (ζμενό > ζεμενό).
β)Η Τούμπρη(φαράγγι) σχετίζεται με τη σλαβική λέξη: дебрь(ντεμπρ) = φαράγγι.
γ)Το Βιρτιπό σχετίζεται με τη σλαβική λέξη вертеп(βερτέπ) = σπήλαιο. Το Βιρτιπό βρίσκεται ανάντη του Ζεμενού, πάνω από την «Παλαμονίδα», πριν από το «Μακρύ λιθάρ’»  και τὸν  «Αϊ Νικόλα» και είναι ένα μεγάλο βαθούλωμα (σαν κάρκαρος).
Επομένως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί μικρός σλαβικός οικιστικός πυρήνας ανατολικά της Αράχοβας με το όνομα όμως Ζεμενό.
Σλαβικά κατάλοιπα μπορεί  να θεωρηθούν επίσης και τα εξής τοπωνύμια:
α)Πρόντουλου(στον ελαιώνα), Απάνου Πρόντουλη και  Κάτω Πρόντουλη(ψηλά στον Παρνασσό), τα οποία πιθανόν είναι σύνθετα από τις σλαβικές λέξεις: брон (μπρον) = λευκός και тло(τλο) = έδαφος(μπρόντλο > πρόντλο > πρόντουλου) και σημαίνουν θέσεις με ανοιχτόχρωμα εδάφη.
β)Τοπόλι (στη θέση του πηγαδιού κοντά στο εκκλησάκι του «Αϊ Γιάννη», στο αραχοβίτικο Λιβάδι). Η ονομασία αυτή προέρχεται είτε από τη σλαβική λέξη тополь(τόπολ) = λεύκα, επειδή ίσως παλιότερα στην εν λόγω θέση υπήρχαν κάποιες λεύκες, είτε από τη σλαβική λέξη топлица(τόπλιτσα) = θερμά νερά (τόπλιτσα > τοπόλιτσα > τοπόλια), εάν όντως τα νερά του πηγαδιού αυτού είναι πιο ζεστά σε σχέση με τα νερά των άλλων πηγαδιών του Παρνασσού ήτοι: αυτό του «Γκενεράλη», το «Καστρίτικο», ο «Φρυγιάς», του «Σκαμνού»,  και του «Αχλαδόκαμπου».
Τα τελευταία τέσσερα (4) τοπωνύμια δόθηκαν, κατά τη γνώμη μου, πολύ αργότερα, όταν δηλαδή είχε συγκροτηθεί και ομογενοποιηθεί ο συμπαγής οικισμός της Αράχοβας κάτω από τις διαταγές του Φράγκου αυθέντη, όπως αναφέραμε παραπάνω.
***
Όλα τα υπόλοιπα ξενόγλωσσα τοπωνύμια της  Αραχοβίτικης περιοχής έχουν κυρίως βλάχικη προέλευση, κάποια - που είναι πολύ σημαντικά - έχουν παλαιότερη λατινική, τέλος ελάχιστα έχουν  αρβανίτικη ή και σλαβική ρίζα, που όμως είναι σε ευρεία χρήση και από τους Βλάχους.
Συγκεκριμένα:
Τοπωνύμια που δείχνουν σημαντική βλάχικη εποίκηση  είναι:

1)Βρουλιά(απότομη βραχώδης πλαγιά. Από την αλβανική λέξη  vrulsh = απότομος.  
2)Τρίτσιρις (τοποθεσία στο δρόμο προς το Ζεμενό από τα ανατολικά). Από τη βλάχικη λέξη τριτσεάρε = διάβασις).
3)Κούβελους (κορυφή ανάντι του Ζεμενού, που μοιάζει με αντεστραμμένο δοχείο). Από τη βλάχικη [σλαβικής ρίζας] κουβέλε = μεγάλο ξύλινο αγγείο, που χρησίμευε για μέτρο χωρητικότητος.
4)Αρδίνια (τοποθεσία ανάντη του Ζεμενού με μεγάλη ορατότητα). Από τη βλάχικη λέξη άρντου = καίω, που παραπέμπει σε φωτεινή θέση, όπως και πράγματι είναι, καθώς την “καίει” ο ήλιος, σε αντίθεση με το απέναντι σκιερό Σπέντζο.
5)Σπέντζους (σκιερή πλαγιά του Ξεροβουνιού κοντά στο Ζεμενό). Από τη βλάχικη λέξη σπίντζουρου = κρεμώ και σπιτζουράρε = κρέμασμα).
6)Μπέζλας(περιοχή στο Ξεροβούνι). Από τη σλαβική λέξη belu=λευκός που, όμως, είναι σε ευρεία χρήση στη βλάχικη και στην αλβανική γλώσσα [μπέλιζα > μπέλζα > μπέζλα]).
7)Ντιλενίκου(μικρή ρεματιά ανατολικά της «Μπάνιας»). Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις τίλιου = το δένδρο φιλύρα και νικου = μικρός, οπότε τιλινίκου > τιλενίκου > ντιλενίκου.
8)Πάνια/Μπάνια. Στην πρώτη περίπτωση από τη βλάχικη λέξη πάνε = ψωμί, επειδή είναι εύφορη περιοχή και παλιότερα θα καλλιεργείτο για σιτάρι. στη δεύτερη περίπτωση από τη βλάχικη λέξη μπάνιου = λουτρό, λόγω των πολλών νερών που διαθέτει.
9)Μούλτσια. Από την τουρκική λέξη mulk = γεωργικό κτήμα απολύτου κυριότητος, σε αντίθεση με το βακούφιο = ιδιοκτησία ναού ή μοναστηριού.
10)Γάντζις. Από τη βλάχικη λέξη κάτζουι = πέφτω (κάτζις > γάτζις), που σημαίνει κατηφορικό μέρος, όπως πράγματι είναι.
11)Κουσισνάς(ρεματιά). Από τη βλάχικη λέξη κόσσινα = αυχενοδιάβαση.
12)Λέλους. Από τη βλάχικη λέξη λέλε = επιφώνημα αχ, λόγω ίσως της μακρινής απόστασης από το χωριό.
13)Παντίνι. Από τη βλάχικη λέξη: μπάντε (από το λατινικό in pade) = χαμηλά (μπαντίνι > παντίνι), δεδομένου ότι η  τοποθεσία αυτή βρίσκεται χαμηλά στην περιοχή της Αράχοβας).
14)Λούζους. Από τη βλάχικη λέξη λόζιου = κοίτη, φωλιά αγρίων ζώων.
15)Σέμπρου. Από το διαδεδομένο όρο σέμπρο (σλαβικής ρίζας), που σημαίνει εκμισθωμένη τοποθεσία για καλλιέργεια ή βόσκηση.
16)Καρούτια. Από τη βλάχικη λέξη (σλαβικής προέλευσης) καρούτα = μεγάλο ξύλινο αγγείο, όπου βράζει ο μούστος, και εάν είναι στενόμακρο χρησιμεύει ως ποτίστρα ζώων.
17)Μασόρινα (τοποθεσία νοτιοανατολικά της Αράχοβας καθώς και ψηλά στον Παρνασσό). Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις: μάσου = μαντρί προβάτων ράου = δροσιά, πάχνη, οπότε Μασόρινα σημαίνει δροσερό μαντρί.
18)Κουσίνους. Από τη βλάχικη λέξη κόσσινα = αυχενοδιάβαση.
19)Καγίτινα. Είτε από την τουρκική λέξη kayanak = κεφαλάρι, πηγή, είτε από τη βλάχικη λέξη κουγίε = μετά βίας (κουγίτινα > καγίτινα), οπότε σημαίνει πηγή με μικρή παροχή, όπως και πράγματι είναι.
20)Τάρνισα/Ντάρνισα(πηγή νότια της Αράχοβας). Από τη βλάχικη λέξη τόρνου = χύνω νερό (τόρνισα > τάρνισα)).
21)Νιάτσα(τοποθεσία στον ελαιώνα). Είτε από τη βλάχικη λέξη νιάτσα = νόσος, είτε από τη βλάχικη λέξη νιάτζα = ανάμεσα.
22)Τσιτουμιά/Τζιτουμιά. Από τη βλάχικη λέξη τσιτάτε = φρούριο, επειδή είναι μια απότομη βραχώδης πλαγιά, με σπηλιά, εν είδει φυσικού φρουρίου.
23)Μπαμπασούκα(συνοικία της Αράχοβας σε ρεματιά). Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις παρου = φαίνομαι και σούγκου = φρουξλιά (παρσούγκα > (πα)παρσούγκα > παπαρσούκα > μπαμπαρσούκα > μπαμπασούκα) και σημαίνει το ρέμα, όπου βλέπεις πολλές φρουξλιές.
24)Κούκουρας. Η ανατολική αυτή συνοικία της Αράχοβας μάλλον δανείστηκε το όνομά της από το διπλανό ρέμα Κούκουρα και όχι το αντίθετο. Το τοπωνύμιο αυτό  πρέπει να έχει την ίδια ρίζα με το τοπωνύμιο «Χούρχουρη», δεδομένου ότι το υπόψη ρέμα τον πιο πολύ καιρό, εάν δεν είναι ξερό, μάλλον στάζει παρά ρέει σημαντική παροχή. Επομένως, προέρχεται από τη βλάχικη λέξη κούρου = ρέω, στάζω αλλά και διηθώ (κούρκουρ > κούρκουρας > κούκουρας).
25)Πλάσα(τοποθεσία, όπου σήμερα βρίσκεται το Λαογραφικό Μουσείο Αράχοβας). Από την αλβανική λέξη plas-a = σχισμάδα, δεδομένου η περιοχή αυτή μεταξύ του βράχου του ρολογιού και του απέναντι βράχου, που σήμερα, βεβαίως, δεν υφίσταται λόγω διαπλάτυνσης της οδού, έμοιαζε με ευρεία φυσική σχισμή.
26)Χπατσιά (βρύση πάνω από το «Σφαλάκι»). Από τη βλάχικη λέξη κουπάτσου = θάμνος, λόχμη (κουπατσιά > κ’πατσιά > χ’πατσιά).
27)Μπιρχάβα(τοποθεσία με σπηλιές στο Ξεροβούνι, που δεσπόζει πάνω από το ρέμα  «Μπεχούβεση»). Σύνθετη από την αλβανική λέξη μπιρ = τρύπα και χάβους = βαθύ φαράγγι.
28)Ιμπιλί(τοποθεσία χαμηλά στον ελαιώνα). Από τη σλαβική λέξη belu = λευκός που, όμως, είναι σε ευρεία χρήση στη βλάχικη και στην αλβανική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας κυρίως ρεματιές (μπελί > ιμπελί), δεδομένου ότι βρίσκεται στη συμβολή  δύο ρεμάτων, που είναι  το Πλατανόρεμα και αυτό της Μουρτιάς.
29)Φαλάρι(τοποθεσία χαμηλά στον ελαιώνα). Από τη βλάχικη λέξη φαλκάρε = βλάχικη πατριά (φαλκάρε > φαλάρε > φαλάρι), που οδηγεί στην υπόθεση ότι πιθανόν η περιοχή αυτή ήταν πριν από αρκετούς αιώνες ένα  προγεφύρωμα Βλάχων νομάδων στην περιοχή.
30)Μπιχούβισ’ (ρέμα στην κοίτη του αρχαίου Πλειστού ποταμού). Σύνθετη από τις αλβανικές λέξεις beh = συμβαίνει ξαφνικά και hov = ορμητικότητα. Πράγματι, στην περιοχή αυτή μπορούν να υπάρξουν ξαφνικές και επικίνδυνες πλημμυρικές παροχές  νερού, λόγω ισχυρών βροχών που έχουν λάβει χώρα πολύ μακριά ανάντη.
31)Ματζιλαρκό. Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις μάσου = μάνδρα (στάνη) προβάτων και λάργκου = μακριά (μασλαργκό > μασιλαργκό > ματζιλαργκό), δεδομένου ότι είναι η πιο απομακρυσμένη τοποθεσία της Αράχοβας στα νοτιοδυτικά της.
32)Μουσκουνοβός(ρεματιά στον ελαιώνα). Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις μουσκόνιου = εμπίς, ένα είδος μεγάλου εντόμου και βόι = θέλω, δεδομένου ότι είναι ρεματιά και επομένως σημαίνει το μέρος, όπου εκεί πρέπει να πας, εάν θέλεις να συναντήσεις αυτό το είδος του εντόμου.
33)Γουράλα(ρεματιά στον ελαιώνα). Από την αλβανική λέξη gurra = πηγή που αναβλύζει μέσα από βράχια.
34)Σφάλα(τοποθεσία στον ελαιώνα με νερά καθώς και τοποθεσία στον Παρνασσό). Από τη σλαβική λέξη subala = έλος, που είναι σε όμως σε ευρεία χρήση στην ελληνική γλώσσα καθώς και στην αλβανική (σουβάλα > σ’βάλα > σφάλα).
35)Βαρκά(τοποθεσία στον ελαιώνα). Από τη βλάχικη λέξη βαρκό = έλος, μέρος που κρατάει νερά.
36)Tζόνους(τοποθεσία στον ελαιώνα). Είτε από τη βλάχικη λέξη τζιόνε, τζόνε = νέος, που παραπέμπει σε νέο κτήμα λόγω της σταδιακής  επέκτασης του ελαιώνα έως εκεί, είτε από τη βλάχικη λέξη τζεάνα = ακρώρεια, λόφος.
37)Σικούφι(τοποθεσία στον Παρνασσό). Από τη βλάχικη λέξη σέκου = ξηραίνομαι και ξηρός.  
38-39)Απάνου Χαμπίπ / Κάτου Χαμπίπ (απότομα βραχώδη φαράγγια του Παρνασσού, όπου μαζεύονται χιόνια, τα οποία τροφοδοτούν τη βασική πηγή «Μάνα»). Από την αλβανική λέξη humb = γκρεμός, βάραθρο.
40)Χούρχουρ’(τοποθεσία δυτικά της πηγής «Μάνα»). Από τη βλάχικη λέξη κούρου = ρέω, στάζω, αλλά και διηθώ (κούρκουρ > χούρχουρ).
41)Μπαϊτάνης(κορυφή βορειοανατολικά της Αράχοβας). Από τη βλάχικη λέξη μπατάνε = το μέρος που χτυπιέται με νερό, το κοινώς μαντάμι, επειδή πράγματι είναι τοποθεσία που χτυπιέται από τον Κατεβατό άνεμο, τις  καταιγίδες και τις χιονοθύελλες.
42)Γόριανη(πηγή κάτω από τη «Μάνα»). Από την αλβανική λέξη gurra = πηγή, που αναβλύζει μέσα από βράχια.
43)Μπιλινόριμα(ρεματιά ανάμεσα στον «Πετρίτη» και τον «Μπαϊτάνη»). Από τη σλαβική λέξη belu = λευκός που, όμως, είναι σε ευρεία χρήση στη βλάχικη και στην αλβανική γλώσσα, χαρακτηρίζοντας κυρίως ρεματιές καθόσον φαίνονται λευκές, όταν αφρίζουν τα νερό τους.
44)Σαρτσίνους. Από τη βλάχικη λέξη σάρτσινα  = το φορτίο υποζυγίου, διότι είναι τοποθεσία με νερά και πιο εύφορη, σε σχέση με τις γειτονικές της τοποθεσίες.
45)Λιτζιρίσου. Από τη βλάχικη λέξη λινγκέρε = μεταλλική γαβάθα, καθόσον είναι φυσικό κοίλωμα.
46)Τριζινίκους (μία από τις σημαντικότερες πηγές του Παρνασσού). Σύνθετη από τη βλάχικη ντρε/τρε(πρόθεση κίνησης για κάποιο σκοπό π.χ. τρε άπα = για νερό) και τη βλάχικη λέξη σινιάκου = δροσιά, οπότε τρεσινιάκου> τρεσινίκου > τρισινίκου > τριζινίκου) και σημαίνει προς δροσερό μέρος.
47)Μπουνίκλ (τοποθεσία του Παρνασσού). Σύνθετη από τις βλάχικες λέξεις μπούνου = καλός και κουλάε = ευκολία, ανάπαυση, βόλεμα (μπουνούκουλ > μπουνούκλ > μπουνίκλ).
48)Βαρκό (τοποθεσία του Παρνασσού). Από τη βλάχικη λέξη βαρκό = έλος, μέρος που κρατάει νερά.  
49)Γκαμάλους (τοποθεσία στον Παρνασσού). Από την αλβανική gamull = μικρός καταρράχτης).
50)Παρτσιό(τοποθεσία στον ελαιώνα). Από τη λέξη παροικία (παροικία > παροικιό > παρκιό > παρτσιό, πράγμα που υπονοεί εντοπιότητα για μερικούς και ύπαρξη φερτών για άλλους, που παλιότερα εγκαταστάθηκαν εκεί και παροικούσαν στη συνέχεια, μέχρι να γίνουν αποδεκτοί - ενταχθούν στον  οικισμό της Αράχοβας. 
51)Βλαχόλακκα(τοποθεσία στον Παρνασσό). Τοπωνύμιο που δείχνει καθαρά ότι κάποτε έφτασαν Βλάχοι νομάδες στον Παρνασσό.

***

Ένα άλλο κεφαλαιώδες ζήτημα που τίθεται είναι, εάν πριν τον ερχομό Βλάχων στην Αράχοβα και ίσως  Σλάβων στο Ζεμενό, υπήρχαν αυτόχθονες (Φωκείς) στην περιοχή της Αράχοβας. Την απάντηση στο ερώτημα αυτό τη δίνει έμμεσα, όπως αναφέραμε και πιο πάνω,  η συγκράτηση των ξενόφερτων στο Ζεμενό, πράγμα που υπονοεί κατοίκηση της κοιλάδας του Πλειστού από αυτόχθονες και άμεσα η ύπαρξη κρίσιμων και ιδιαιτέρως χαρακτηριστικών τοπωνυμίων, τα οποία πράγματι δείχνουν οικιστική συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας.
Συγκεκριμένα τέτοια τοπωνύμια είναι:
1)Ουμπολή. Παραφθορά του ονόματος της  Παρνασσίας Ὑαμπόλεως, της αρχαίας δηλαδή πόλης που βρισκόταν ανατολικά της Αράχοβας στη θέση της σημερινής Ουμπολής.
Για αυτήν την Παρνασσία Υάμπολη κάνει αναφορά ο Ευστάθιος Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης (από τούς πιο σημαντικούς διανοούμενους του 12ου μ.Χ. αιώνα) στο έργο του : «Παρεκβολές εις την Ομήρου Οδύσσεια και Ιλιάδα». Συγκεκριμένα αναφέρει: «Ἡ δὲ γεωγραφική ἀκρίβεια παραδίδωσιν ὅτι Ἀνεμώρεια, ἡ προσεχῶς ἀνωτέρω ρηθεῖσα, Ὑάμπολις μετωνομάσθη, εἰς ἥν ἐξέπεσον  ἐκ Βοιωτίας Ὕαντες, ἑτέρα δ’ αὕτη τ’ ἐν Παρνασσῷ φησίν Ὑαμπόλεως, καὶ ὅρα ὅτι τρεῖς ἐντεῦθεν Ὑαμπόλεις ἀναφαίνονται, ἥ τε Ὁμηρική αὕτη, ἥ τε μετονομασθεῖσα ἐξ Ἀνεμωρείας Υάμπολις καὶ Τρίτη ἡ Παρνασσία…»).
Πρέπει ακόμη να προσθέσουμε ότι η άποψη περί ύπαρξης αρχαίας πόλεως «Κυπαρίσσου», ανατολικά της σημερινής Αράχοβας είναι εντελώς λαθεμένη, καθόσον το ζήτημα το ποια είναι και που βρισκόταν η αρχαία Κυπάρισσος το έχει λύσει οριστικά ο αρχαίος περιηγητής Παυσανίας στα «Φωκικά» του λέγοντας: «[…]Τραπέντι δὲ ἐπί Ἀντίκυραν ἀνάντης τὰ πρῶτα ἐστί ὁδός […] Τὰ δὲ ἀρχαιότερον ὄνομα εἶναι Κυπάρισσον τῇ  πόλει φασί, καὶ  Ὅμηρον ἐν Φωκέῳ καταλόγῳ τὸ ὄνομα θελῆσαι θέσθαι γε αὐτόν, ὅτι ἤδη τηνικαῦτα ἐκαλεῖτο Ἀντίκυρα. Εἶναι γὰρ δὴ τὸν Ἀντικυρέα κατά Ἡρακλέα ἡλικίαν. Κεῖται μὲν δὴ ἡ πόλις κατά Μεδεῶνος τὰ ἐρείπια[…]». 
2)Βούσα. Από την αρχαιοελληνική λέξη βάσσα = δασώδης κοιλάδα.
3)Γόσκια. Σπηλιά πολύ μεγάλης χωρητικότητας που βρίσκεται στο βάθος της κοιλάδας του Πλειστού, την οποία οι κάτοικοι της περιοχής όλους τους προηγούμενους αιώνες σε όλες τις δύσκολες ιστορικές περιπέτειες, χρησιμοποιούσαν για να κρύβονται από τους εχθρούς των.
Η αρχαία ονομασία της υπόψη σπηλιάς πρέπει μάλλον να ήταν Γεώσκια, οπότε γεώσκια > γόσκια, δεδομένου ότι στην αρχαιοελληνική γλώσσα σκιά σημαίνει, εκτός των άλλων, και σκιερή τοποθεσία.
Μάλιστα, επειδή πρόκειται για σπηλιά (το επάνω μέρος της οροφής της είναι εν γένει βατό) την παρουσία της οποίας δεν την αντιλαμβάνεσαι εύκολα, κατερχόμενος την κοιλάδα του Πλειστού προς αναζήτησή της, εάν δεν  γνωρίζεις την ακριβή θέση της,  το όνομά της  σημαίνει επακριβώς σκιερή τοποθεσία που τη σκιά τη ρίχνει…η ίδια η γη.
Η άποψή μας ότι πρόκειται περί αρχαίου τοπωνυμίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι είναι η μόνη σπηλιά του μεσημβρινού Παρνασσού, που οι Αραχοβίτες την αποκαλούσαν με το προσωνύμιο γριά(που παραπέμπει σε κάτι παλαιϊκό, αρχαίο), δηλαδή οι παλιοί την ονόμαζαν Γριά γόσκια.
4)Μέγα Χέρουμα. Από τη αρχαιοελληνική λέξη χηραμός = κοίλωμα, μάλιστα στην περίπτωση αυτή υπάρχει  διάσωση και της αρχαίας προφοράς (του η σε ε) της εν λόγω λέξης.  
5)Πετρίτης (η πιο ψηλή πετρώδης κορυφή πάνω από την Αράχοβα). Από την αρχαιοελληνική λέξη πέτρα = βράχος, βραχώδης κρημνός, βραχώδης κορυφή. Η λέξη αυτή πέρασε αυτούσια και στους Ρωμαίους(petra). Μάλιστα στη λατινική γλώσσα υπήρχε και η λέξη petrites, που χαρακτήριζε κάποιο κρασί.
6)Λάκκουμα(τοποθεσία πάνω από την Αράχοβα). Από την αρχαιοελληνική λέξη λάκκος, που μεταξύ των άλλων σημαίνει το κοίλωμα, το μέρος που κρατά  νερό, που λιμνάζει.
7)Λάκκα. Ίδια εξήγηση, όπως προηγουμένως.
8)Αφανός. Από την αρχαιοελληνική λέξη φανός = φανάρι αλλά και δαυλός, πράγμα που παραπέμπει σε ύπαρξη αρχαίας φρυκτωρίας, καθόσον η τοποθεσία αυτή δεσπόζει σε όλη την κοιλάδα του Απόλλωνα και έχει την καλύτερη ορατότητα προς όλες τις κατευθύνσεις.
9)Χτηριαρού(πηγή μέσα στα όρια της αρχαίας Ανεμώρειας). Από τις αρχαιοελληνικές λέξεις: όχθος = ύψωμα γης, λόφος, όχθη  και ρέω, δεδομένου ότι η εν λόγω πηγή ρέει στην αρχή(στο ύψος - κορυφή) του ρέματος που ακολουθεί κατάντη. Πιθανόν το αρχαίο της όνομα ήταν Οχθηρέουσα (οχθηρέουσα > οχτηρέουσα > οχτηρέου > οχτηριαρού > χτηριαρού) .
10)Βούτριγια(περιοχή στα όρια Αραχώβης - Δελφών). Από την αρχαιοελληνική λέξη βότρυς = σταφύλι, που σημαίνει μέρος  που παράγει σταφύλια.
11-12)Σταυρός και Καημένους Σταυρός. Από αυτές τις θέσεις ξεπροβάλλει αντίστοιχα από τα βορειοδυτικά και βορειοανατολικά η Αράχοβα. Εκεί στα παλιότερα χρόνια  υπήρχαν σταυροί, ως συνέχεια αρχαίου εθίμου. Πράγματι, στην αρχαιότητα στις χαρακτηριστικές θέσεις, από όπου ξεπρόβαλλαν οικισμοί τοποθετούνταν όρθιοι λίθοι και αργότερα σταυροί.
13)Φριγιάς(πηγάδι στον Παρνασσό). Από την αρχαιοελληνική λέξη φρέαρ = πηγάδι, πηγή και βρύση.
14)Λαρσιό. Από την αρχαιοελληνική λάρισσα = οχυρός τόπος. Πράγματι, η τοποθεσία αυτή είναι υπερυψωμένη και δεσπόζει σε όλο το Λιβάδι (οροπέδιο) του Παρνασσού.
***
Στους ρωμαϊκούς χρόνους, στην  περιοχή της σημερινής Αράχοβας, οι ρωμαϊκές φρουρές δεν έλειψαν ποτέ λόγω της ύπαρξης αφενός του Μαντείου των Δελφών και αφετέρου λόγω  της στρατηγικής θέσης του Ζεμενού,  όπου στην φρουριακή κατασκευή, στην οποία παραπέμπει και το τοπωνύμιο “Καστρούλι”, την εκεί μακεδονική φρουρά τη διαδέχθηκε ρωμαϊκή φρουρά.
Η ρωμαϊκή λοιπόν κυριαρχία στην περιοχή άφησε και αυτή έντονα τα ίχνη της, τα οποία διασώζονται μέχρι σήμερα και ανιχνεύονται, κατά τη γνώμη μου, στα παρακάτω τοπωνύμια.
1)Σκλιβινίτσα. Σύνθετη από τις λατινικές λέξεις seco = τέμνω και levis = ομαλός, ελαφρός και την κατάληξη -ina που δηλώνει τον τόπο, όπου συμβαίνει κάτι, στην προκειμένη περίπτωση η τομή, οπότε (σεκλέβινα > σκλεβίνα  > σκλιβίνα και αργότερα σκλιβινίτσα), που σημαίνει ελαφρά, ανοικτή τομή. Πράγματι, η εν λόγω τοποθεσία πάνω στο Ξεροβούνι είναι μια ευρεία χαράδρα - πέρασμα, σχεδόν μια μικρή κοιλάδα, η οποία είναι άνυδρη και άρα ακατάλληλη για κατοίκηση.
Από τη θέση αυτή περνούσε η συνοριακή γραμμή που διαχώριζε στα ανατολικά την περιοχή του Μαντείου των Δελφών από τη λοιπή Φωκίδα. 
Μάλιστα, σύμφωνα με  την επιγραφή του «Αφορισμού των Ιερομνημόνων» του Δελφικού Μαντείου, λεγόταν Μελίας ([…]ἐνέστηκε ἐξ ἥρωος τοῦ Εὐορίου καλουμένου εἰς ἄκρα Μελίου, ἐξ ἄκρων Μελίου εἰς Χάροδρον ὅρον, ἐκ τοῦ καλουμένου Χαρόδρου ὅρου παρά τὴν ρίζαν Κίρφου ὡς ὕδωρ ρέει κατά τὴν Δύσιν ἐν μέσῳ τοῦ Χαρόδρου[…]) και είχε ουσιαστικά την ίδια σημασία, δηλαδή αυτήν της τομής, καθόσον η ρίζα της λέξης Μελίας πρέπει να είναι το αρχαιοελληνικό ρήμα μελεΐζω = διαμελίζω, κομματιάζω. Επομένως, το Σκλιβινίτσα πρέπει να είναι ουσιαστικά η μεταγλώττιση του Μελία στα Λατινικά από τους κατακτητές Ρωμαίους.
2)Φόστια(ανατολικά του χωριού). Από τη λατινική λέξη fosssatum,i = τάφρος, όρυγμα.
3)Σόλτς(τοποθεσία  νοτιοανατολικά του χωριού καθώς και ψηλά στον Παρνασσό. Από τη λατινική λέξη saltus = αυχένας.
4)Σέρπινα. Από τη λατινική λέξη: serpo = πηγαίνω σε βοσκή, άρα σέρπινα = βοσκοτόπι.
5)Τουρσίνους (κατηφορική πλαγιά στον ελαιώνα). Από τη λατινική λέξη dorsum,i = ράχη, νώτα.
6)Κμούλα (συνοικία στο χωριό καθώς και τοποθεσία στον ελαιώνα). Από τη λατινική λέξη cumulus-i = σωρός.
7)Μαδούρια (ρεματιά στον ελαιώνα). Από τη λατινική λέξη madeo = είμαι υγρός, νοτισμένος.
8)Τρουβουλού. Από τη λατινική λέξη turbula υποκοριστικό του turba, ae = τύρβη, τάραχος (τουρμπουλού > τρουμπολού > τρουβουλού). Δόθηκε για να αντικαταστήσει την ονομασία της αρχαίας Ανεμώρειας (ομηρική πόλη), που βρισκόταν αμέσως δυτικά της σημερινής Αράχοβας, δεδομένου ότι αυτές οι δυο τοποθεσίες ταυτίζονται.
9)Κόνισκους (κατωφέρεια που βρίσκεται στο δρόμο από Αράχοβα προς Λιβάδι). Από τη λατινική λέξη conisco = κινούμαι με ταχεία και ορμητική κίνηση.
10)Τριμιντέλια (φοβερά απόκρημνη περιοχή πριν το «Σταυρό»). Αρχικά, σύμφωνα με τον «Αφορισμό των Ιερομνημόνων» του Δελφικού Μαντείου, πρέπει να λεγόταν ἱππόκρημνος = υπερβολικά κρημνώδης τοποθεσία. Στους ρωμαϊκούς χρόνους δόθηκε η νέα ονομασία από τη λατινική λέξη tremendous, a, um = φοβερός, τρομερός, αυτός που προξενεί φόβο.
11)Λιπουτσέσα(ρεματιά του Παρνασσού). Σύνθετη από το όνομα του φυτού Lupinus angustifolius (δηλητηριώδες για τα πρόβατα) και τη λατινική λέξη cessus, a, um (τσέσους, τσέσα, τσέσουμ) = φέρω, δίδω, χωρώ (λουπιτσέσα > λιπουτσέσα). Πράγματι, στη ρεματιά αυτή φύεται δηλητηριώδες για τα πρόβατα φυτό, γνωστό στους τσοπάνηδες του Παρνασσού.
12)Σκαμνός(βοσκοτόπι στον Παρνασσό). Από τη λατινική λέξη scamnum, i = σκαμνί, αλλά και υπόβαθρο, καθώς και το μεταξύ δύο αυλάκων  ύψωμα).
Από τα παραπάνω προκύπτουν συνοπτικά τα εξής συμπεράσματα:
α)Τα διασωθέντα αρχαιοελληνικά τοπωνύμια  αντιπροσωπεύουν το 12 / 477 = 2,51%  του συνόλου των τοπωνυμίων.
β)Τα διασωθέντα ρωμαϊκά τοπωνύμια αντιπροσωπεύουν το 12 / 477 = 2,51%  του συνόλου των τοπωνυμίων.
γ) Τα διασωθέντα βλάχικα τοπωνύμια αντιπροσωπεύουν το 49 / 477 = 10,27%  του συνόλου των τοπωνυμίων.
δ) Τα διασωθέντα σλαβικά τοπωνύμια αντιπροσωπεύουν το 7 / 477 = 1,46%  του συνόλου των τοπωνυμίων.
Και το υπόλοιπο 83,25% είναι κοινά νεοελληνικά τοπωνύμια, που δόθηκαν στους μετέπειτα αιώνες.
***
Μετά τις παραπάνω τοπωνυμικές αναφορές χρήσιμο είναι να εξετάσουμε, επικουρικά, και τη σύνθεση του διασωθέντος αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος, για την εξαγωγή ακόμη ασφαλέστερων συμπερασμάτων σχετικά με  την ιστορική διαδρομή της  περιοχής.
Από την εξέταση μιας συλλογής χιλίων εκατόν είκοσι οκτώ (1.128) ιδιωματικών αραχοβίτικων λέξεων εντοπίζεται  :

α)Αρχαιοελληνικό γλωσσικό κατάλοιπο

1)αγκαλισιά(καταγγελία, κατηγορία, τράβηγμα στα Δικαστήρια) από το εγκαλέω = καλώ κάποιον με σκοπό να τον κατηγορήσω, επικρίνω.
2)αγκάλιστρους (τυλιγάδι), 3)άγκλας (κρεμαστάρι), 4)αγκλιάζου (λυγίζω, κάμπτω ), 5)αγκούλα (ραβδί) από το αρχαιοελληνικό γκύλη.
6)αγλιά(σκελίδα π.χ. σκόρδου) από το αρχαιοελληνικό γλις-γλίθες.
7)αγουνιέμι (εργάζομαι σκληρά) από το γωνιάω = παλεύω.
8)αζούματα = το βρώσιμο φυτό ρόκα που έχει καυτερή γεύση. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα ζω = καψαλίζω.   
9)άλυσους = αλυσίδα. Από  το αρχαιοελληνικό λυσις.
10)αμπουριά(δίοδος) από το αρχαιοελληνικό πόρος = διάβαση.
11)αναβουλιός(αρουραίος που κάνει σωρό από χώμα δίπλα στην τρύπα της φωλιάς του), από την αρχαιοελληνική λέξη αναβολή = χωματοβούνι.
12)ανάδουσι = ψυχική ταραχή, έντονη αγωνία από την αρχαιοελληνική νάδοσις, που μεταξύ άλλων σημαίνει έκρηξη, εξόρμηση.
13)ανατσ’λάου = βράζω. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα νακυλίω = κυλίω προς τα επάνω.
14)ανατσουκλάου = μαζεύω το νήμα από το αδράχτι στον αγκάλιστρο(τυλιγάδι). Από το αρχαιοελληνικό ρήμα νακυκλέω = στρέφω κάτι γύρω εκ νέου.
15)απαχάζου = αντηχώ, Από το αρχαιοελληνικό ρήμα πηχέω = αντηχώ.
16)απ’κάζου = καταλαβαίνω, εννοώ, συμπεραίνω. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα πεικάζω = συγκρίνω, παρομοιάζω με κάτι, συμπεραίνω.
17)απουκούρουσ’ = γέμισε ο χώρος από καπνό ή από κάποια οσμή. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα κορέννυμι = είμαι γεμάτος από κάτι.
18)απουφουρά = δυσοσμία. Από την αρχαιοελληνική λέξη ποφορά = από κάποιο πράγμα προερχόμενο: καπνό, οσμή, δυσωδία.
19)απ’στουμιέμι = σκοντάφτω και πέφτω. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα πιστομίζω = ρίπτω κάποιον ή κάνω κάποιον να πέσ μπρούμυτα.
20)αρμακάς = σωρός από πέτρες. Από τις αρχαιοελληνικές λέξεις Ἑρμαῖα, Ἑρμαῖες, Ἑρμαῖοι = λιθώδεις σωροί που υψώνονταν προς τιμή του θεο Ερμή.
21)αστουχάου = ξεχνώ. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα στοχέω.
22)άταλους = αδύναμος - άμεστος. Από την αρχαιοελληνική λέξη ταλός - ή - όν = τρυφερός, λεπτός, απαλός.
23)ατζιά = οικειακά σκεύη, αλλά και όρχεις. Από την αρχαιοελληνική λέξη ἀγγεῖον.
24)βάξου(θα) = θα φωνάξω δυνατά, θα ουρλιάξω π.χ. από πόνο. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα βαΰζω (μέλλων βαΰξω) = κραυγάζω δυνατά για κάτι.
25)βίκα = νταμιτζάνα. Από την αρχαιοελληνική λέξη βίκος = αγγείο κατάλληλο για αποθήκευση οίνου.
26)βραγκανίδα = εκλεκτό βρώσιμο άγριο χόρτο. Από την αρχαιοελληνική λέξη βράκανα = αγριόχορτα.
27)γαλατσίδα / γαλαξίδα = άγριο χόρτο. Από το αρχαιοελληνικό γαλακτίς.
28)γέργαθου = δικτυωτό πλέγμα κατάλληλο για μεταφορά άχυρων. Από την αρχαιοελληνική λέξη γυργαθός = κοφίνι από ιτιά κυρίως για ψάρεμα.
29)γιόμα = μεσημέρι και μεσημεριάτικο φαγητό. Από την αρχαιοελληνική λέξη γεμα.
30)γκουρφανάου = γρατσουνίζω. Από το αρχαιοελλληνικό ρήμα κορυφόω = κάνω κάτι αιχμηρό.
31)γούπατο = χαμηλός τόπος, χωρίς μεγάλο γύρω ορίζοντα. Από το αρχαιοελληνικό γύπη = κοίλωμα γης.
32)γουργουγιάνους = έδαφος ασταθές που μαζεύει υγρασία άρα εύφορο. Από τις αρχαιοελληνικές λέξεις οργάς = γη φουσκωμένη από υγρασία και  γαιών = σωρός χώματος (οργογαιών > οργογιάνος > ουργουγιάνους > γουργουγιάνους).
33)γουφιά = τα δόντια τη χτένας. Από την αρχαιοελληνική λεξη γόμφος = το μεγάλου μεγέθους  σφηνοειδές  καρφί από μέταλλο ή ξύλο.
34)γριπαίους = άνεμος ψαριανός, που έρχεται δηλαδή από το νοτιά (Κορινθιακό κόλπο). Από την αρχαιοελληνική λέξη γριπεύς = ψαράς.
35)δέμα = τοίχος από ξηρολιθιά. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα δέμω = κτίζω, οικοδομώ.
36)διάζουμ’ = τακτοποιώ στημόνι. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα διάζομαι με την ίδια σημασία.
37)διάνεμα = νεύμα με τα χέρια ή το κεφάλι. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα διανεύω = κάνω, νεύμα, προσκαλώ με νεύμα.
38)δρέμου = τρέχω. Από το αρχαιοελληνικό δραμομαι.
39)ζεύγλα = καμπύλο μέρος του ζυγού, στο οποίο έμπαιναν οι τράχηλοι των βοδιών, προκειμένου να αυξηθεί η απόδοσή τους στο όργωμα. Από την αρχαιοελληνική λέξη ζεύγλη, που έχει την ίδια παραπάνω σημασία.
40)ζ’μετ = το κατακάθι και γενικά αυτό που είναι άχρηστο, για πέταμα. Από την αρχαιοελληνική λέξη ζημα = κατακάθι.
41)ζουγγάρ’ = άγριο χόρτο. Από το αρχαιοελληνικό σόγχος = άγριο λάχανο.
42)κακκάβ’ = καζάνι. Από το αρχαιοελληνικό κακκάβη = χύτρα.
43)κουγιάλαμα = ανόητος, βλάξ. Από την αρχαιοελληνική λέξη κοάλεμος = ηλίθιος.
44)κουλουστούπα = είδος αγκαθιού που βγάζει λευκά αρωματικά άνθη. Με αποτομή, η ξυλώδης ρίζα του  παράγει κόμμι, που εξέρχεται ως παχύρρευστο δάκρυ από το σημείο τομής. Σύνθετη από τις αρχαιοελληνικές λέξεις κολλάω = συγκολλώ και στύπος = στέλεχος, κορμός. Για την «κολλύστουπα» του Παρνασσού κάνει λόγο και το Μέγα Αρχαιοελληνικό λεξικό των Liddel Scott, στο λήμμα τραγάκανθα.
45)κουνυζός = φυτό που χρησίμευε παλιότερα στη βαφή νημάτων για απόχρωση πράσινο - λαδί. Από το αρχαιοελληνικό κόνυζα.
46)κουρούπ’ = πήλινο δοχείο. Από το αρχαιοελληνικό κορύπη.
47)κούτλας = σκεύος μέτρησης του γάλακτος από τους τσοπάνηδες. Από το αρχαιοελληνικό κοτύλη = μικρό αγγείο.
48)κρένου = μιλάω σε κάποιον. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα ποκρίνω.
49)λαλατζίτα = η υδαρή ζύμη. Από την αρχαιοελληνική λέξη λαλάγγη = λεπτό και ευρύ πλακούντιο.
50)λαψάνα = είδος βρώσιμου χόρτου. Από το αρχαιοελληνικό λαψάνη ή λαμψάνη.
51)λημαρ’ = μικρό δεμάτι από στάχια. Από το αρχαιοελληνικό  λμμα = κάθε τι  που λαμβάνουμε.
52)ληριάζου = φλυαρώ, γκρινιάζω ανόητα. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα ληρέω = φλυαρώ, μωρολογώ.
53)λητάρ’ = σχοινί. Παραφθορά του ελητάριον από το αρχαιοελληνικό ελέω = τυλίγω.
54)μαργώνου = τρέμω από το κρύο. Από το αρχαιοελληνικό μαργαίνω = μαίνομαι, παραφέρομαι.
55)μέχουμ’ = επιθυμώ πολύ κάτι. Από το αρχαιολογικό μαίομαι = επιδιώκω, επιζητώ.
56)μπλι = στομάχι. Από το αρχαιοελληνικό μύλη = μύλος.
57)ντηριέμι = ντρέπομαι, διστάζω, επιφυλάσσομαι. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα τηρέομαι = προφυλάσσομαι από κάτι.   
58)ξαγιάζου = διώχνω κάποιον με βίαιο τρόπο. Από την αρχαιοελληνική λέξη εξαγίζω = αποδιώχνω κάποιον ως μίασμα.
59)ξιμηνυτεύου = ψάχνω και ανακαλύπτω. Από την αρχαιοελληνικό μηνύω = αποκαλύπτω μυστικό, φανερώνω, φέρνω σε φως.
60)παράνταλα = δρόμοι, στενά. Από το αρχαιοελληνικό πάραντα = εκτός της ευθείας οδού.
61)πρόκουλου = απάγκιο. Από την αρχαιοελληνική λέξη προκώλυμα = φραγμός.
62)ρουδάμ’ = τα βλαστάρια του πουρναριού. Από το αρχαιοελληνικό ρόδαμνος = βλάστημα.
63)ρπάτ’ς = είδος αγριοβελανιδιάς. Από το αρχαιοελληνικό ώπαξ.
64)σκούλα = μικρή καλλιεργούμενη περιοχή που βρίσκεται μεταξύ πετρωδών σχηματισμών. Από την αρχαιοελληνική σκόλλυς = τρόπος κουράς σύμφωνα με την οποία αφηνόταν λόφος τριχών (τούφα) στην κορυφή του κεφαλιού.
65)σ’κτί = ρούχο. Από το αρχαιοελληνικό σκυτίον υποκοριστικό του σκύτος = κατεργασμένο δέρμα.
66)σπάλαθρου = είδος αγκαθιού. Από το αρχαιοελληνικό σπάλαθος = είδος αγκαθιού.
67)σταλίτς =  Ίσιο γερό ξύλο  που στήνεται για υποστήριξη φορτίου κατά το φόρτωμα υποζυγίου. Από το αρχαιοελληνικό στάλιξ = κάθε τι που στήνεται.
68)στρούμπα = τόπι υφάσματος. Από την αρχαιοελληνική λέξη στρόμβος = άτρακτος.
69)στύφους = μικρό σκαφίδι από κομμένο κορμό έλατου που έχει αφαιρεθεί το σαπισμένο εσωτερικό του ξύλο καθώς και η εξωτερική φλούδα. Από το αρχαιοελληνικό σκύφος = ξύλινο ποτήρι.
70)συτζλάου = μεταφέρω ποτό από το  ένα ποτήρι  στο άλλο με επαναλαμβανόμενο τρόπο. Από το αρχαιοελληνικό συγκυκλέω = συνεργώ σε συγκύλιση, στριφογυρίζω.
71)τηράω = παρατηρώ, βλέπω. Από το αρχαιοελληνικό ρήμα τηρέω = δίνω προσοχή σε κάτι.
72)τσ’βέρτ = παλιά ξύλινη κυψέλη. Από την αρχαιοελληνική λέξη κύβεθρον = κυψέλη.
73)τροπ’ = ξύλινο υποστήριγμα, τάκος που μπαίνει κάτω από την κάδη. Από την αρχαιοελληνική λέξη τράπηξ = σανίδι, τεμάχιο ξύλου.
74)τσουτιάζου = κουρνιάζω. Από το αρχαιοελληνικό κοιτάζω = βάζω κάποιον στο κρεβάτι να κοιμηθεί.  
  
β)Ρωμαϊκό γλωσσικό κατάλοιπο

1)γούλη = ο φάρυγγας, ο λαιμός. Από τη λατινική λέξη gula,ae = οισοφάγος, φάρυγγας, λαιμός.
2)ίγκλα = το λουρί που περνά κάτω από την κοιλιά του υποζυγίου για σταθεροποίηση του σαμαριού. Από τη λατινική λέξη cingulum,i = ζώνη.
3)κάρκαρους = κατακόρυφο φυσικό χάσμα γης. Από το λατινικό carcer = φυλακή.
4)κόπλα = μικρά ξύλα για προσάναμμα. Από το λατινικό copula = σύνδεσμος.
5)κουραρίσα = σκίουρος που τρέχει με ταχύτητα και ευκινησία. Από το λατινικό curro = σπεύδω, τρέχω.
6)κουσούλτου = απογευματινή συγκέντρωση γυναικών στη γειτονιά. Από τη λατινική λέξη consulto = συσκέπτομαι.
7)λασσαρίζου = κοπάζω. Από το λατινικό ρήμα  lasso = κοπάζω.
8)λύκουμα = πύον. Από το λατινικό liquidus = υγρός, ρευστός.
9)μιρέκλου = χαρακτηρισμός για ανισόρροπη γυναίκα. Από τη λατινική λέξη miracula = το τέρας (κωμικό επί γυναικός).
10)μπαλντίμ = φαρδιά δερμάτινη ζώνη, που περιβάλει τους γλουτούς του υποζυγίου και σταθεροποιεί το σαμάρι. Από τη λατινική λέξη balteus,i = πλατύς δερμάτινος ιμάντας.
11)μπλένης = χαζός. Από τη λατινική λέξη blenus,i = βλάκας.
12)νταβάνι = οχληρό έντομο, οίστρος. Από τη λατινική λέξη tabanus = οίστρος.
13)ξύγγλις = εξάρτημα αργαλειού (σιδερένιος πήχυς με δοντάκια στις άκρες εν είδει  νυχιών,  για να κρατιέται τεζαριστό το υφαντό, όταν είναι λεπτό, στον αργαλειό). Από τη λατινική λέξη ungula,ae = νύχι, οπλή.
14)παράκλι = Μικρή θήκη  μέσα στο σεντούκι. Από τη λατινική λέξη arcula, ae = μικρή θήκη, κιβώτιο, μυροθήκη.
15)σέρα = το σκουρόχρωμο ελαιώδες βρώμικο νερό που βγαίνει από τα μαλλιά των  προβάτων, όταν πλένονται για πρώτη φορά. Από τη λατινική λέξη serum,i = ορρόπισσα = το ελαιώδες υγρό που ανέρχεται στην επιφάνεια, όταν η πίσσα  αφεθεί για πολύ χρόνο  σε κάποια θέση.
16)σφλέγγα = κομμάτι  π.χ. τυριού. Από τη λατινική λέξη fligo = κομματιάζω.
17)τζουμέλις = ιδιόρυθμος, προβληματικός. Από τη λατινική λέξη gemulus = ελεεινός.  

γ)Βλάχικο γλωσσικό κατάλοιπο

1)αντίσ’ = το να σου συμβεί κάτι κακό. Από τη βλάχικη λέξη αντισίρε= συμφορά, κακό συναπάντημα.
2)αρκάτους =  οδοιπόρος χωρίς φορτίο στην πλάτη του. Από τις βλάχικες λέξεις αρκάτου = αυτός που έχει αποβληθεί και αρκατούρα = αποβολή.
3)αστρουπίνα = λεπτός και μακρύς κορμός, κατάλληλος για κατασκευή στέγης. Από τη βλάχικη λέξη στρόπου = κοντάρι.
4)κουλάστρα = πρωτόγαλα προβατίνας ή κατσίκας. Από τη βλάχικη λέξη κολάστρα = το πρωτόγαλα.
5)λαπούσι = φυτό με ψηλό κορμό. Από τη βλάχικη λέξη λαπούσου = φυτό με πλατιά φύλλα και κίτρινα άνθη.
6)λόζους = χαμηλή τοποθεσία, γωνιά. Από τη βλάχικη λέξη λόζιου = φωλιά άγριου ζώου.
7)λούγκα = πυώδες απόστημα κοντά στη βουβωνική περιοχή. Από τη βλάχικη λέξη λούνγκα = οίδημα των ποδιών.
8)μπατανάς /μπατανίζω = ασβέστωμα /ασβεστώνω με χτύπημα της βούρτσας. Από τη βλάχικη λέξη μπατάνε υδατοκρουστήριο.
9)μπινάρια = δίδυμα. Από τη βλάχικη λέξη μπινάτς = δίδυμα.
10)πρέσκλου = υπερυψωμένο δάπεδο. Από τις βλάχικες λέξεις πρε = επάνω και σκουλάτου = σηκωμένος.
11)σατράχι = κοφτερό εργαλείο για κόψιμο των νυχιών των υποζυγίων. Από τη βλάχικη λέξη σατίρε = μεγάλη μαχαίρα.
12)σίβιο = μαλλί προβάτου δεύτερης ποιότητας με τούφες γκριζόμαυρες. Από τη βλάχικη λέξη σίβου = σταχτής.
13)τσάρκους = ο μικρός κυκλικός φράχτης, που κλείνει μέσα μικρά ζώα πρόβατα, κατσίκια.  Από τη βλάχικη λέξη τσάρκου = τα γεννημένα ζώα.
14)τσιρέπα = γάστρα. Από τη βλάχικη λέξη τσιριάπου= φούρνος.

δ)Σλαβικό γλωσσικό κατάλοιπο

1)κουκόσα =  ψίχα του καρυδιού. Από τη σλαβική λέξη kokoska = καρπός καρυδιού. Είναι όμως σε ευρεία  χρήση στην ελληνική καθώς και στη βλάχικη γλώσσα (κουκόσου = καρύδι).
2)γλουτζιά = αγκαθωτός θάμνος. Πιθανόν από τη σλαβική λέξη glok = οξυάκανθα.
3)κουρύτος  = πέτρινο ή ξύλινο δοχείο, στο οποίο πίνουν νερό οι κότες. Από τη σλαβική λέξη koryto = σκάφη, η οποία όμως είναι σε ευρεία χρήση στην ελληνική και την αλβανική γλώσσα.
4)σκουτιρίτσα = σαύρα. Από τη σλαβική λέξη gusteritsa = σαύρα. Και αυτή είναι σε ευρεία χρήση στην ελληνική γλώσσα ως γουστέρα.
Από τα παραπάνω προκύπτουν συνοπτικά τα εξής συμπεράσματα, αναφορικά με τα γλωσσικά της Αράχοβας:
α)Το αρχαιοελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα  αντιπροσωπεύει το 74 / 1.128 = 6,56% του αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος.
β) Το ρωμαϊκό γλωσσικό υπόστρωμα αντιπροσωπεύει το 17 / 1.128 = 1,50% του αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος.
γ) Το βλάχικο γλωσσικό υπόστρωμα αντιπροσωπεύει το 14 / 1.128 = 1,24% του αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος.
δ) Το σλαβικό γλωσσικό υπόστρωμα αντιπροσωπεύει το 1 / 1.128 = 0,08%  του αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος.
Το υπόλοιπο 90,62% του αραχοβίτικου γλωσσικού ιδιώματος αποτελείται στη συντριπτική του πλειοψηφία  από κοινές νεοελληνικές λέξεις (με ιδιότυπη απόδοση και προφορά), από λίγες αρβανίτικες, ελάχιστες ιταλικές και κάποιες τουρκικές λέξεις.
Επίσης, ένα σημαντικό θέμα, το οποίο πρέπει να τονίσουμε, είναι η διατήρηση μόνο στην Αράχοβα, σε σχέση με όλα τα άλλα γύρω χωριά του Παρνασσού, του γλωσσικού φαινομένου που ονομάζεται τσιτακισμός (της προφοράς δηλαδή του γράμματος κ σε τσι). φαινόμενο που απαντάται σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου, στην Κρήτη, στην Κύπρο, στην Κάτω Ιταλία και δείχνει, σίγουρα, διατήρηση αρχαιοελληνικής γλωσσικής παράδοσης.
Εν κατακλείδι και συμπερασματικά,  στη μεσημβρινή πλευρά του Παρνασσού  υπήρξε αδιατάρακτη οικιστική συνέχεια από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Η σλαβική διείσδυση στα ανατολικά είναι αμελητέα και δεν πρέπει να σχετιστεί με την ονοματοθεσία της Αράχοβας, αλλά με αυτήν του Ζεμενού. Αντίθετα η βλάχικη παρουσία  είναι σημαντικότερη και είναι αυτή που πρέπει να ευθύνεται για την ονομασία της Αράχοβας.

Στάθης Ασημάκης