Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

1906:ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΑΞΕΙΔΙΩΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ



ΜΕΡΟΣ Δ’ (τελευταίο)

Μετά ταύτα επισκέφθην και το οικτρόν Μουσείον των Δελφών.
Ευτυχώς ότι όταν εισέλθει τις εντός αυτού, προκύπτουν πολλοί λόγοι να λησμονηθεί το εξωτερικόν του.

Και πρώτος προκαλεί την προσοχήν ο χαλκούς ηνίοχος, υψηλός με λεπτάς γραμμάς, υψηλότερος ακόμη επί του κυλινδρικού στυλοβάτου του.

Ο ανδριάς αυτός είναι αριστούργημα τέχνης, νομίζεις δε ότι εξακολουθεί ακόμη να διευθύνει το άρμα του, μολονότι η αριστερά χείρ του ελλείπει από του βραχίονος. Οι οφθαλμοί του είναι κατασκευασμένοι από όνυχα διατηρούμενοι θαυμασίως. Οι πόδες του γυμνοί και φέροντες το χρώμα του παλαιού χαλκού, φαίνονται ως πόδες ευσταλούς Άραβος, εξ εκείνων οι οποίοι προηγούνται πεζοί εν Αιγύπτω των αμαξών των πλουσίων.



Εάν πλησιάσεις πολύ προς την επιφάνειαν του ποδός θα παρατηρήσεις όχι μόνον τους μυς, όχι μόνον τα νεύρα, αλλά και αυτάς τας βλέβας ευκρινέστατα διαγραφομένας. Νομίζεις ότι υπό την επιφάνειαν του χαλκού, ενεκλείσθη και ρέει διά μέσου των φλεβών ή το πυρ εκείνο, που εχρησίμευσε διά να καεί το μέταλλον, η το πυρ που εβοήθησε διά να θριαμβεύσει ο νικητής.

***

Χρυσά αναθήματα δεν ευρέθησαν πλέον εις τους Δελφούς. Οι κατά καιρούς επιδρομείς εσύλησαν τους θαυμασίους θησαυρούς των διαφόρων Ελληνικών πόλεων.

Εις μίαν προθήκην σώζεται μόνο μικρά τις συλλογή εκ κομψοτεχνημάτων γυναικείας τουαλέτας, και εν μικρόν κουτάκι του οποίου το περιεχόμενον αναλυθέν ανεγνωρίσθει ως… πούδρα!

Η πούδρα αυτή ανευρέθη εντός τάφου, όστις γυναικείος. Φαίνεται ότι αι κομψαί κυρίαι της εποχής εκείνης ήσαν πολύ απλοϊκώτεραι των σημερινών. Ελάμβανον πρόνοιαν να μεθίστανται εις την άλλην ζωήν ωπλισμέναι με τα φτειασίδια των, με την ιδέαν ότι θα ηδύναντο ν’ απατήσουν και τον θάνατον. Σήμερον εγένοντο πρακτικώτεται, φτειασιδώνονται μόνον διά τους θαυμαστάς των!

***

Δεν επιχειρώ να περιγράψω λεπτομερώς τα λοιπά ευρήματα.

Αντιπαρέρχομαι μιαν πελωρίαν Σφίγγα ανάθημα των Ναξίων, ένα πελώριον Λέοντα, - αντίθεσιν αποτελούντα προς τον φύλακα αυτού κ. Κοντολέοντα, - και εισέρχομαι εις το τελευταίον δεξιόν διαμέρισμα ένθα μου επεφυλάσοντο αι μεγαλείτεραι εκπλήξεις και η βαθυτέρα γοητεία.

Και σας παρουσιάζω πρώτον τον θεσπέσιον Αγίαν.

Επί υψηλού στυλοβάτου ανυψούται εν άγαλμα, άριστα σωζόμενον, με το σώμα ολίγον κεκλιμένον προς τα εμπρός.



Απαραιτήτως θα σταματήσεις προ αυτού και θα περιπέσης εις ρέμβην, χωρίς να γνωρίζεις διατί. Είναι το κάλλος του σώματος; Είναι αι γραμμαί; Είναι το θαυμασίων αναλογιών ανάστημα; Είναι η κανονικότης της μορφής;

Ούτε τίποτε δεν είναι εξ αυτών. Είναι κάτι άλλο, κάτι μυστηριώδες, το οποίον όσον και αν προσπαθήσει τις, δεν θα ημπορέση να καθορίσει.

Ο Αγίας έχει απλούστατα την κεφαλήν εστραμμένην προς τον ουρανόν αλλ’εν τούτοις δεν είναι μόνον η κεφαλή, η κατέχουσα την διεύθυνσιν ταύτην, ούτε η διεύθυνσις των οφθαλμών του, εάν προσέξει τις καλώς θα διακρίνει καθ’όλας του σώματος τας γραμμάς μιαν επέκτασιν μέχρι του απείρου.

Φαντασθήται  ένα άγγελον ετοιμαζόμενον να πετάξει προς κάποιον αστέρα, αποτυπουμένην την διεύθυνσιν της πτήσεως αυτού, εις τους οφθαλμούς, εις το στόμα, εις τας χείρας, εις το σώμα, εις τους πόδας, και εις αυτούς ακόμη τους όνυχάς του!

Κάτι ευρισκόμενον ακόμη επί της γης, του οποίου όμως η ψυχή έχει φθάσει εις τον ουρανόν.

Αυτός είναι ο Αγίας.

Λέγουν ότι είναι αντίγραφον έργου του Λυσίππου. Εάν είναι αληθές ευλογημένη έστω η αντιγραφή.

***

Και τώρα αισθάνομαι την ψυχήν μου ελευθέραν διά να περιβάλει μιαν φοράν ακόμη το θεσπέσιον μαρμάρινον κάλλος του Αντινόου.

Διά να εννοηθεί τι εστίν Αντίνοος, πρέπει να διηγηθώ εν ολίγοις την ιστορίαν του, διά τους μη γνωρίζοντας αυτήν, όπως μου διηγήθη αυτήν ο αγαπητός φίλος μου και ευρυμαθέστατος έφορος των Αρχαιοτήτων κ. Αποστ. Αρβανιτόπουλος.

Ο Αντίνοος κατήγετο εξ Ασίας, εις ηλικίαν δε 18 ετών εγένετο τοσούτον περίφημος διά το κάλλος του, ώστε ο αυτοκράτωρ Ανδριανός τον εκάλεσε και τον εκράτησε παρ’ εαυτώ. Ευρισκόμενος όμως ο Ανδριανός εν Αιγύπτω, έλαβε χρησμόν προλέγοντα αυτώ ότι θ’ αποθάνη εάν εις εκ των φίλων του δεν αυτοκτονήσει.



Ο αυτοκράτωρ δεν ετόλμησε ν’ ανακοινώσει τον χρησμόν εις τους φίλους του, εκ φόβου ίσως ότι… ουδείς θα ηυτοκτόνει χάριν αυτού. Αλλ’ η σύζηγος του Ανδριανού, είτε τυχαίως, είτε ζηλοτυπούσα τον Αντίνοον, ανεκοίνωσεν αυτώ το τρομερόν μυστικόν, και ούτως ο πιστός του αυτοκράτορος φίλος, διαφυγών την προσοχήν του αγαπώντος αυτόν, ερρίφθη εις τον Νείλον και επνίγη!

Η αυταπάρνησις αύτη του Αντινόου αφ’ ενός, και η αγάπη του Ανδριανού προς αυτόν εξ άλλου κατέστησαν αιτία όπως ο αυτόχειρ τιμηθεί ως ημίθεος, διετάχθη δε πένθος καθ’ άπαν το Ρωμαϊκόν Κράτος, και το μαρμάρινον ομοίωμα αυτού ανετέθη εις το ιερόν του Απόλλωνος.

Ημίσεια ώρα παρήλθε και εγώ εξακολουθώ με σταυρωμένας επί του στήθους τας χείρας να θαυμάζω τομαρμάρινον κάλλος. Λέγουν ότι πολλαί περιηγήτριαι πλησιάζουσαι εις τον Αντίνοον αποσύρονται εκείθεν διά της βίας υπό των ζηλοτυπούντων συζύγων των!

Το κάλλος της κεφαλής αυτού είναι απερίγραπτον. Είναι εξ εκείνων τα οποία διαφεύγουν την οδόν της ψυχράς αντιλήψεως, και διανοίγουν κατ’ ευθείαν οδόν προς την ψυχήν.

Τον Αντίνοον τον βλέπεις με την ψυχήν χωρίς να είσαι και Ανδριανός.

- Ποίας τέχνης είναι το άγαλμα αυτό ερωτώ τον κ. Κοντολέοντα.

- Δεν είναι γνωστόν ποίος έγλυψε, μου απαντά ο κ. Κοντολέων.

- Τότε, φίλε μου, επειδή οι Αυτοκράτορες αντιπροσωπεύουν ολόκληρον την εποχήν των, ημπορείτε να χαράξητε εις τον στυλοβάτην του:

«Ανδριανός έγλυψεν»!

(ΤΕΛΟΣ)

Ο ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΣ