Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η ΖΩΗ ΕΧΕΙ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ!




Του Στέργιου Μπακολουκά

Ο Νοέμβρης μπήκε θριαμβευτικά εδώ και κάνα δυό βδομάδες, κάνοντας από την αρχή τη δουλειά για την οποία αγαπήθηκε από γεωργούς και κτηνοτρόφους. Άρχισε να βρέχει πότε σιγά και πότε δυνατά, χωρίς να τον νοιάζει αν κάποιοι, ξεχνώντας την χρησιμότητά του, τον αποκαλούν ‘’χαμένο μήνα’’ επειδή τάχατες οι μέρες του είναι μικρές νυχτώνοντας γρήγορα, αφήνοντας έτσι λίγες εργάσιμες ώρες στους νοικοκυραίους. 

Αυτός πάντως θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά του, κι αυτοί ας λένε ότι θέλουν!

Το χώμα έσκασε και το πρώτο χορτάρι, εδώ και κάμποσες μέρες, εμφανίστηκε κάτω από τα λιόδεντρα. 

Οι ……….προβατίνες γέννησαν όλες με το καλό και χωρίς πολλά προβλήματα. 

Ο Γέρο Τσέλιγκας περιόρισε τ΄ αρνιά στο μαντρί και τις μανάδες τις αμόλησε απ΄ το πρωί κάτω από τις ατίναχτες ελιές, να κορφολογήσουν το φρέσκο χορτάρι, να βοσκίσουν καμιά πεσμένη ελιά, να ξεπιαστούν και να ξαποστάσουν, από την κλεισούρα των τελευταίων βροχερών ημερών αλλά και από το συνεχόμενο βύζαγμα της νέας γενιάς.

Πάνε δυό μήνες που κατέβασε τα ‘’πράματα’’ από τον Παρνασσό, στο χειμερινό μαντρί και είναι ευχαριστημένος, γιατί η χρονιά πήγε καλά και οι μανάδες, τότε μεν , ήταν όλες γκαστρωμένες και παχιές, σήμερα δε μεταμορφώθηκαν σε γαλάρες και τροφούς .

Σήμερα όμως, ήταν και για έναν ακόμα λόγο χαρούμενος. 

Τον ειδοποίησαν τα παιδιά του ότι ταχιά, πρέπει να πάρει τα εγγόνια του από το σχολειό, γιατί οι ίδιοι θα είναι απασχολημένοι σε άλλες δουλειές. 

Ήταν η πρώτη του φορά που θα πήγαινε να πάρει απ’ το Δημοδιδασκαλείο τα παιδαρέλια κι αυτό του έφερνε περιέργεια και ταυτόχρονα τον έκανε ευτυχισμένο.

Χαιρόταν , όχι μόνο επειδή θα τα δει, αλλά και γιατί ήξερε ότι έτσι θα του δοθεί η ευκαιρία ν’ ανεβεί από βραδύς στο χωριό και την άλλη μέρα θα έχει το χρόνο, μέχρι να έρθει η ώρα του σχολάσματος, να κουβεντιάσει με τους φίλους του στο καφενείο, ‘’παίρνοντας ‘’μαζί τους μερικά τσιπουράκια!

Βιαζόταν να νυχτώσει λοιπόν, για να μαζέψει τα πρόβατα στο σταλό και να φύγει για το χωριό, αφήνοντας τον βοηθό του στο πόδι του, φορτωμένο με εντολές και υποδείξεις.

Άρχισαν να πέφτουν τ’ απόσκια και τα πρόβατα να τραβάνε σιγά-σιγά προς το μαντρί βοσκώντας.

Αυτός δήθεν νωχελικά, δήθεν αδιάφορα, αλλά στην ουσία αδημονώντας, πορευόταν στο πλάι του κοπαδιού, σφυρίζοντας κάπου-κάπου, κρατώντας έτσι το ……ίσο και από την άλλη έδινε το χαβά στα σκυλιά που βαριεστημένα κι αυτά ακολούθαγαν.

Από μακριά, τα κλισμένα στο μαντρί αρνιά κατάλαβαν πως έρχονται οι μανάδες τους κι άρχισαν να βελάζουν ανυπόμονα για το δείπνο που θ’ ακολουθούσε.

Οι προβατίνες τ’ άκουσαν, σήκωσαν τα κεφάλια και άρχισαν να γρηγορεύουν το βήμα τους . Σε λίγο, σχεδόν τρέχοντας , έφτασαν κοντά στα παιδιά τους.

Ό Τσέλιγκας τάχυνε κι αυτός το δικό του και αφού τις πρόλαβε, σφυρίζοντας συνεχόμενα και κοφτά για να παραμερίσουν, άνοιξε την αμπάρα πού σφάλιζε τη μάντρα των αρνιών. 

Έγινε χαλασμός κόσμου από, τρεξίματα , πατήματα , βελάσματα και απ’ την ανακατωσούρα, μέχρι να βρει το καθένα τη μάνα του και να κολλήσει στο βυζί της σαν βεντούζα.

Ύστερα, όλα ησύχασαν στο μαντρί από τις φωνές και τα ποδοβολητά, κι ο τόπος έκαμε το ίδιο, για να ετοιμαστεί για τη νυχτερινή μάχη της φύσης.

<<…………………>>

Η επόμενη μέρα ήταν βροχερή απ’ το πρωί, όπως ακριβώς την είχε περιγράψει ο τοπικός μετεωρολογικός σταθμός, που όπως όλοι αναγνώριζαν, σπάνια έπεφτε έξω στις προβλέψεις του. 
Αυτός ό καιρός μπολιάζει στους ανθρώπους με την πληρότητα που κουβαλάει η μυρουδιά της βροχής όταν ανακατώνετε με τις μυρουδιές της γης και των δέντρων.

Ο Νοέμβριος δεν λαθεύει και ούτε αστοχάει ποτέ τη δουλειά του, γι’ αυτό συνέχισε και σήμερα, τι αντίφαση; να μουσκεύει και να ευεργετεί τον τόπο…….. κατουρώντας τον! 

Το ίδιο πρωί ο Τσέλιγκας έφυγε από το σπίτι του κρατώντας στη μασχάλη του μια μεγάλη κατάμαυρη ομπρέλα, με σκοπό να σταλιάσει τα εγγόνια του κάτω από αυτή το μεσημέρι, όταν θα τα έπαιρνε από το σχολειό, για να τα γλυτώσει από τη βροχή.

Τράβηξε για το καφενείο, όπου χασομέρησε, πίνοντας τσίπουρα, τρώγοντας αρμυρά στραγάλια και συζητώντας με τους φίλους του, μέχρι την ώρα της παραλαβής των εγγονιών του.

Το χτύπημα του ρολογιού απ’ το καμπαναριό ψηλά στην εκκλησιά, που σήμανε μία το μεσημέρι, τον βρήκε να έχει πάρει θέση απαγκιάζοντας έξω από το Δημοτικό, μαζί με άλλους γονιούς αλλά και παπούδες και γιαγιάδες που περίμεναν τα βλαστάρια τους.

Έβρεχε σιγανά και αθόρυβα.

Οι κηδεμόνες, με ανοιχτές τις ομπρέλες τους και σε παρέες, περίμεναν υπομονετικά συζητώντας χλιαρά και ανέμελα. Αυτός αγωνιούσε για τον τρόπο που θα εύρισκε τα παιδιά μέσα σε τόσο κόσμο και ταυτόχρονα προσπαθούσε, στο λίγο τόπο που ήταν στριμωγμένος με τους άλλους, ν’ αποφύγει τα σταλάματα της ομπρέλας του διπλανού του που του έβρεχε το μανίκι.

Στο προαύλιο του σχολειού επικρατούσε ησυχία. Έμοιαζε ίδια με την ηρεμία πριν την καταιγίδα.

Ξαφνικά το χτύπημα του κουδουνιού σήμανε την έναρξη μιας παρόμοιας θύελλας.

Ένα τσούρμο παιδιά τιτιβίζοντας πετάχτηκαν στο προαύλιο, ανυπομονώντας να τους ανοίξει ο δάσκαλος την κεντρική είσοδο και προσπαθώντας να προσδιορίσει το καθένα, τον δικό του άνθρωπο που σίγουρα το περίμενε για να το συνοδέψει στο σπίτι.

Φώναζαν, γέλαγαν, σπρώχνονταν και αγκομαχούσαν να ισορροπήσουν τις τσάντες και τα πανωφόρια τους, αδιαφορώντας για το ψιλόβροχο που τα μούσκευε. 

Μάταια δυό δασκάλες πάσχιζαν να τα κρατήσουν σε τάξη.

Απ’ έξω συνέβαινε το ίδιο.

Συνωστισμός και αναδέματα στην είσοδο, μέχρι ο καθένας να βρει τα δικά του παιδιά.
Αυτό το μπλέξιμο, η αταξία και η φασαρία κράτησε μερικά λεπτά που έδειχναν ατελείωτα και ίσως χωρίς αποτέλεσμα .

Παράδοξα όμως σε λίγο, το κάθε παιδί βρήκε το συνοδό του και βολεμένο στην αγκαλιά του και κάτω από τη φτερούγα της ομπρέλας , τράβηξε πεινασμένο αλλά χαρούμενο για το σπίτι του.
Ήταν ένα ανάκατο μπουλούκι μικρών και μεγάλων που έφευγε προς τις δυό κατευθύνσεις αφήνοντας το σχολειό πίσω του, ενώ στο προαύλιο επικράτησε και πάλι απόλυτη ησυχία.

Τα εγγόνια του γέρο Τσέλιγκα ήταν αυτά που τον βρήκαν, δίνοντας τέλος στην αγωνία του, γιατί τούτος χαμένος μέσα στη φασαρία όπως ήταν, αδυνατούσε να προσανατολιστεί.

Τα τσούτιασε κάτω από την ομπρέλα, φορτώθηκε ο ίδιος τις σάκες τους και τράβηξε για το σπίτι του, ακολουθώντας το ‘’κοπάδι’’ γονιών και παιδιών.

Άξαφνα, σηκώνοντας το βλέμμα του προς το τσούρμο μπροστά του που αποχωρούσε, είδε με τη φαντασία του το κοπάδι του και ασυναίσθητα, δυο βουβά προστακτικά σφυρίγματα του ξέφυγαν και μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του:


Ίδια πράγματα! Η Ζωή έχει ομοιότητες!