Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2020

Κυδώνι γλυκό (Η Κεφαλαστέρω)



Της Άλτα Φίλου-Πατσαντάρα

Κεφαλαστέρω την φώναζαν όλοι στη γειτονιά και ποτέ με το βαφτιστικό της, Αστέρω, σκέτο. Ήταν η γυναίκα του μπάρμπα-Σταύρου, πρώτου ξαδέρφου του παππού μου από τον πατέρα μου μεριά. Ψηλή και γεμάτη, με καλοσυνάτο πρόσωπο και βροντερή φωνή, που την άκουγε όλη η γειτονιά, η πέρα και η δώθε, όταν μιλούσε. Φαντάζομαι, τι ομορφογύναικα θα ήταν στα νιάτα της. Το τσεμπέρι στο κεφάλι της  πάντα με τη σωστή τσάκιση και η φούστα της καλοσιδερωμένη. Αρχόντισσα στο παρουσιαστικό  και στη συμπεριφορά της.

Δεν είχε ομπασιά το σπίτι της  από μας, από την Κουμούλα μεριά. Η αυλόπορτα με την είσοδο του σπιτιού, έβλεπε σε ένα σοκάκι που άρχιζε από την πλατεία της Λάκκας, όχι αυτή με τα καφενεία, αλλά την Κάτω Λάκκα, όπως την λέγαμε. Από το μπαλκόνι του σπιτιού μας έβλεπα το δικό της μπαλκονάκι που ήταν και η είσοδος του επάνω ορόφου. Τ΄Αι-Θανασού, που γιόρταζε ο γιός της, έκανα χάζι από την μπαλκονόπορτα την δική μας, να βλέπω να περνάει όλο το χωριό για το καρυδάτο της, που το παινευόταν. Αυτό ήταν δική της δουλειά. Γιατί όταν ο γιός της παντρεύτηκε και άνοιξε δικό του σπίτι, η θειάΑστέρω με τον μπάρμπα Σταύρο περιορίστηκαν στο κατώι, για να έχουν επάνω «οι νιοί την άπλα τους», όπως πληροφόρησε τις γειτόνισσες από το φράχτη του περιβολιού της, γιατί έτσι μόνο έπαιρνε μέρος στα δρώμενα της από δω γειτονιάς. Ποτέ δεν την θυμάμαι να κάθεται στο κοσούλτο μας.


Μπροστά στη πόρτα του κατωγιού ήταν κρεβατωμένη η κληματαριά, που έφτανε μέχρι την αρχή της πέτρινης σκάλας που ανέβαινε για το επάνω σπίτι.

Είχε δροσιά έτσι η λιθόστρωτη αυλή τα καλοκαίρια. Την ασβέστωνε μάλιστα κάθε τόσο και λαμποκοπούσε. Από την αυλόπορτα μέχρι το σπίτι πλήθος οι τριανταφυλλιές. Όλες στα ροζ και από αυτές που μοσχοβολάνε. Μια -δυο τριανταφυλλιές ήταν και από τούτη τη μεριά δίπλα μαζί με την κορομηλιά και μια ροδακινιά, που έγερνε έξω από το φράχτη προς τα εμάς. Μια κυδωνιά ήταν στη μέση του κήπου. Είχε και έναν λαχανόκηπο σε μια άκρη, με κολοκυθιές και άλλα ζαρζαβατικά. Κάθε πρωί με το που χάραζε εκεί θα την έβρισκες, να ποτίζει, να ξεσκαλίζει, να θειαφίζει. Στο φράχτη γίνονταν και οι συναλλαγές με τις από δω γειτόνισσες. Κολοκυθολούλουδα στη μια, για να πάρει τα δικά της την επόμενη που θα έκανε εκείνη γεμιστά, λίγο μαϊντανό στην άλλη για τους κεφτέδες. Και κάπου-κάπου ένα μπουκέτο ροζ τριαντάφυλλα, που μοσχοβολούσαν. Μας φώναζε εμάς τα παιδιά για να μας τα δώσει για το σπίτι, «για τςμανάδιςσας», όπως μας έλεγε. Πηδούσαμε από το δρόμο, στην αυλή του Μπάρμπα-Στάθη, που ήταν ελεύθερη και χωρίς φράχτη και από κει στο βάθος για το περιβόλι της Κεφαλαστέρως, που περίμενε ακουμπισμένη επάνω στο συρμάτινο φράχτη με το μπουκέτο τα τριαντάφυλλα στο χέρι. Καμμιά φορά την βαριόμασταν και δεν πηγαίναμε γιατί άρχιζε τη συζήτηση κι εμείς θέλαμε να παίξουμε.

-«Αρή, θα ρθείτι καμιά φουρά…» φώναζε με την βροντερή φωνή της και τότε ξέραμε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να της ξεφύγουμε. Ήταν ικανή να περιμένει εκεί και να φωνάζει μέχρι να πάμε. Τίποτα δεν της ξέφευγε από το τι γινόταν και από τούτη τη μεριά, παρότι η δική της γειτονιά ήταν από κει, από την Λάκκα. Την καλημέρα θα τη βροντοφώναζε το πρωί, που θα σηκωνόταν και θα έβγαινε στην αυλή να πιεί τον καφέ της, εις επήκοον όλων και της από δω γειτονιάς και της αποκεί.

Ένα πρωί του Ιούνη, που θα φεύγαμε με την κολλητή μου και συνονόματη για την Αθήνα, ήταν στην αυλή της. Εμείς θα παίρναμε το πρώτο λεωφορείο των 6 και είχαμε αρχίσει από νωρίς να πηγαινοερχόμαστε η μια στο σπίτι της άλλης, που ήταν απέναντι, μη και ξεχάσουμε τίποτα. Θα λείπαμε όλο το καλοκαίρι, φροντιστήριο στην Αθήνα. Έτσι γινόταν τότε. Όσοι πηγαίναμε «για παρακάτω», για πανεπιστημιακές σπουδές δηλαδή, δεν μας έμενε για την προετοιμασία των εξετάσεων παρά μόνο αυτό το δίμηνο, το καλοκαιρινό, στον καύσωνα της Αθήνας. Οι διαγωνισμοί είχαν τελειώσει και το απολυτήριο το είχαμε πάρει με καλούς βαθμούς. Ξεκινούσαμε για την μεγάλη περιπέτεια. Δύο μήνες εντατικό φροντιστήριο και μετά η δοκιμασία των εξετάσεων, σε γυμνάσια των Αθηνών, για όλη τη νότια Ελλάδα και την Κρήτη. Η υπόλοιπη Ελλάδα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Το φθινόπωρο θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας και θα περιμέναμε τα αποτελέσματα. Της συνονόματης πρώτα και τα δικά μου την επόμενη χρονιά.

Η θειάΑστέρω είχε βέβαια αντιληφθεί από νωρίς τα σούρτα-φέρτα μας από απέναντι. Έκοβε σκυμμένη τα κολοκυθολούλουδα και τις κολοκυθοκορφάδες  στον κήπο της αλλά ούτε καλημέρα δεν μας είχε πει ακόμα. Ήταν νωρίς, βλέπεις και τα πρόσεχε κάτι τέτοια για να μη ενοχλούνται οι άλλοι, που είχαν βαρύ τον ύπνο, όπως έλεγε χωρατίζοντας. Εκείνη δεν την κράταγε το στρώμα με το που χάραζε. Ήξερε τα δρομολόγια του καθενός στη γειτονιά κι εμείς κάναμε απόκλιση, εκείνο το πρωί. Έτσι μόλις μας είδε  με τη βαλίτσα μας η κάθε μια στο χέρι να στρίβουμε στο δρόμο για το λεωφορείο μας φώναξε!

«Για πού το βάλαμ΄, πρωί-πρωί;».

Ήταν δυνατό να της ξεφεύγαμε; Έπρεπε τώρα χωρίς άλλο να δώσουμε αναφορά, παρότι βιαζόμασταν για το λεωφορείο, που περίμενε, στο πρακτορείο, που ήταν τότε στο πίσω μέρος του καφενείου του Τάσου.

«Για Αθήνα», της είπαμε μονολεκτικά και κινήσαμε να φύγουμε.

«Για καλό ή για κακό;» ξαναρώτησε. «Πάμε για τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο», της πετάξαμε και οι δυο μαζί.

«Σταθείτε!», μας διέταξε τότε, με φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση.

Χώθηκε στο κατώι της και σε κλάσματα του δευτερολέπτου βγήκε πάλι κρατώντας ένα μεγάλο βάζο και ένα κουτάλι της σούπας στο χέρι της. Ακούμπησε στο συρμάτινο φράχτη και μας κάλεσε και τις δυο να πάμε προς το μέρος της. Δεν γινόταν να παρακούσουμε. Αφήσαμε στον χωμάτινο δρόμο τις βαλίτσες μας και πήγαμε προς τα κει. Άνοιξε με μια σταθερή κίνηση το βάζο μπροστά μας, πήρε μια γερή κουταλιά κυδώνι γλυκό και την έχωσε στο στόμα της συνονόματης και πρώτης τη τάξη, καθότι μεγαλύτερη. Αυτά σε μια γειτονιά συνυπολογίζονται. Μετά, πριν ακόμη εγώ συνέλθω από την έκπληξη, έκανε το ίδιο και σε μένα. Μια γερή κουταλιά της σούπας, κυδώνι γλυκό, από την κυδωνιά του κήπου της, κατέληξε και στο δικό μου στόμα. Ούτε ευχαριστώ δεν μπορέσαμε να της πούμε, τόσο γεμάτο ήταν το στόμα μας. Μπουκωμένες και οι δυο τρέξαμε για μη χάσουμε το λεωφορείο.

Την ακούσαμε πίσω μας που μας κατευόδωνε: «Στο καλό! Καλό συναπάντημα στου δρόμου σας! Και να γυρίσ΄τε με διπλώματα και παπλώματα και οι δυο σας!».

Φύγαμε εκείνο το πρωινό από το χωριό μας με σφιγμένη καρδιά από την αγωνία του άγνωστου που μας περίμενε στην Αθήνα. Δεν ήταν δα και εύκολη υπόθεση οι εξετάσεις τότε, για μας τα επαρχιωτόπουλα που δεν είχαμε καμιά άλλη βοήθεια εκτός από τις γνώσεις που πήραμε στο σχολείο και την σφοδρή επιθυμία μας να πετύχουμε. Ειδάλλως μας περίμενε το πάνω-κάτω στις ελιές, όπως μας φοβέριζαν οι μεγαλύτερες στο κοσούλτο της γειτονιάς.

Στο στόμα μας έμεινε, μέχρι την Αθήνα που φτάσαμε, η γεύση από το κυδώνι της θειά- Αστέρως και στ΄αυτιά μας το κατευώδιο. Τι κι αν κορακιάσαμε για νερό σε όλη τη διαδρομή…

Τον Οκτώβριο με το που βγήκαν τα αποτελέσματα τρέξαμε να της το προφτάσουμε και να της πούμε το ευχαριστώ που δεν προλάβαμε να της πούμε φεύγοντας. Μας κοίταξε με καμάρι και τις δυο μας, αλλά τα μάτια της είχαν και μια θλίψη. Έτσι μου φάνηκε.

«Άιντι, φεύγιτ΄ κι σεις, αδειάζ΄ σιγά-σιγά η γειτονιά…».

Όσο και να επιμέναμε εμείς, ότι θα ξαναγυρνούσαμε και ότι μόνο για σπουδές φεύγουμε, εκείνη μονολογούσε το ίδιο και το ίδιο.

«Άιντι πάει, αδειάζ΄ η γειτονιά…».

Πέρασαν τα χρόνια και πήραμε με την κολλητή μου η κάθε μια το δρόμο της. Ο δικός μου ήταν ο πιο μακρινός. Σ΄ένα από τα ταξίδια μου, γυρίζοντας στην Αράχωβα, δεν ήταν πιά εκεί στο φράχτη της, η θειάΑστέρω, να με καλωσορίσει. Είχε πάρει κι εκείνη το δικό της δρόμο για το «πέρα χωριό» και την έχασα, χωρίς να την αποχαιρετήσω. Ούτε και το περιβόλι της υπάρχει πλέον. Μόνο στα όνειρά μου μοσχοβολάει ακόμα!


Μέχρι σήμερα, όμως, κάθε που θα βάλω στο στόμα μου κυδώνι γλυκό, αυτή θα θυμηθώ...

Από το βιβλίο της Άλτας Φίλου - Πατσαντάρα: "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ"