Το Πολεµικό Μουσείο αποσκοπεί στη διάπλαση ενός κοινού µε υψηλό υπόβαθρο της ιστορικής συνείδησης, διά του εξωραϊσµού του µε κειµήλια µοναδικά, µέσω των οποίων οι επισκέπτες οικειώνονται µε τα ιστορικά γεγονότα. Στον κειµηλιακό πλούτο του Μουσείου ανήκει ο «Κάβουρας»1, το καριοφίλι του Μοναχού Παφνούτιου Χαρίτου, συνοδευόµενο από την αυθεντική δωρητήρια επιστολή, αποτελώντας έτσι, µία ζωντανή µαρτυρία ότι η συµβολή του κλήρου στον Αγώνα υπήρξε καταλυτική. Πρόκειται για µία ιστορική σελίδα βρίθουσα µεγάλων γεγονότων, στην οποία περιγράφεται µετά πατριωτικής υπερηφάνειας µία των ενδοξοτάτων περιπετειών του αιµατηρού αγώνος της εθνικής µας Παλιγγενεσίας.
Μετά την έξοδο του Μεσολογγίου τον Απρίλιο 1826,
εθνικός ζόφος είχε σκεπάσει τον Αγώνα της Επανάστασης και η οδυνηρή αντανάκλασή
του στον άγιο ενθουσιασµό2 ήταν εµφανής. Μόνον ο Καραϊσκάκης
κατευθύνθηκε µε τον στρατό του από την Αττική στη Ρούµελη, για να ζωντανέψει
και πάλι την Επανάσταση, να επαναφέρει τα προσκυνηµένα χωριά και να εµφυσήσει
νέα πνοή στον Αγώνα. Όλως δικαίως χαρακτηρίστηκε ο «Αχιλλέας της Ρωµιοσύνης»
από τον Κωστή Παλαµά3, αφού βούτηξε ηρωικά στην άβυσσο για να
καταστήσει αθάνατη την Επανάσταση.
Η µάχη της Αράχοβας (18-24 Νοεµβρίου 1826) έσωσε την
Επανάσταση παντού, όχι µόνο στη Στερεά Ελλάδα. Η σηµασία της νίκης ήταν καίρια
και καθοριστική. Η νίκη αυτή δε θα είχε,
όµως, επιτευχθεί αν ο Μοναχός Παφνούτιος εκ της ιστορικής
Ιεράς Μονής Ιερουσαλήµ δεν είχε έγκαιρα
ενηµερώσει τον Καραϊσκάκη για τις προθέσεις των δύο Τουρκαλβανών αρχηγών,
Μουστάµπεη και Κεχαγιάµπεη, ότι δηλαδή είχαν σκοπό µε δυο χιλιάδες εκλεκτούς
Τουρκαλβανούς και διακόσιους ιππείς4, πριν φθάσουν στα Σάλωνα για να
λύσουν την πολιορκία, να στρατοπεδεύσουν στην άνευ φρούρησης, όπως νόµιζαν, Αράχοβα.
Τα
«-Μ’ έστειλε, λέει στον
Καραϊσκάκη, ο ηγούµενος να σου πω πως ο Κεχαγιάµπεης κι ο Μουστάµπεης, µε
δυόµιση ως τρεις χιλιάδες ασκέρι, βρίσκονται στο µοναστήρι µας και στα γύρω
µέρη. Λογαριάζουν να διαβούν αύριο στην Αράχοβα
και να τραβήξουν στα Σάλωνα, να χτυπήσουν τους δικούς µας που πολιορκούνε τους Τούρκους στο κάστρο. –Πώς,
ωρέ, τα µαθε αυτά ο ηγούµενος; ρωτάει ο
Καραϊσκάκης. -Ένας από τους υποταχτικούς µας
που ξέρει τα τούρκικα, υπηρετώντας τους µπέηδες που φάγανε στο µοναστήρι,
άκουσε τον Μουστάµπεη να ξηγάει το σχέδιο στον Κεχαγιάµπεη.
–Και ποιο είν’ αυτό; -Ως πεντακόσιοι Αρβανίτες θα σηκωθούν αξηµέρωτα και θα τραβήξουν από τον Παρνασσό για τη
Ράχοβα. Το αποδέλοιπο ασκέρι του θα περάσει από το Ζεµενό. Αν στο στενό βρουν
αντίσταση, οι άλλοι που θα χουν φτάσει πρωτύτερα στην Αράχοβα
θα χτυπήσουν πισώπλατα τους Έλληνες. –Ξέρουν πως είµαστε εµείς εδώ; -Όχι, θαρρούνε
πως βρισκόσαστε ακόµα στη
Δοµβραίνα. –Γύρνα δίχως να χασοµερήσεις και πες στον ηγούµενο πως του χρωστάω
µεγάλη χάρη για το µαντάτο που µού στειλε.»5
Ο Καραϊσκάκης, που µόλις είχε φθάσει στο Δίστοµο, µετά την ενηµέρωσή του από τον θαρραλέο Μοναχό κατέστρωσε πάραυτα το ιδιοφυές σχέδιο: «µία επίθεση τριών αιχµών · δύο από τα οχυρά και µία µετωπική» περιγράφεται από τον Σ. Ι. Καργάκο. Απέκλεισε τον αντίπαλο µέσα στην Αράχοβα, χωρίς να του επιτρέψει να την καταλάβει και σχηµατίζοντας κλοιό, να βάλλεται και από µέσα και απ’ έξω6. Αυτό που ακολούθησε ήταν η ολοσχερής καταστροφή του εκλεκτότερου τµήµατος του οθωµανικού στρατού και φυσικά, η αναζωπύρωση του Αγώνα της Επανάστασης…
Ο Κάβουρας, λοιπόν, διακόσια έτη µετά στέκει εδώ περήφανος για να µας επισηµαίνει τον αδιάσπαστο εκείνο κρίκο, που λέγεται αγαθή σύµπνοια και συµπόρευση του κλήρου και των αγωνιστών. Κληρικοί φορτισµένοι µε την εθνική σκευή, συνέβαλαν τα µέγιστα ώστε να καρπίσει εκατονταπλασίονα ο αγώνας υπέρ της ελευθερίας του έθνους µας.
Η καταλυτική δράση του Μοναχού Παφνούτιου τεκµαίρεται, συν τοις άλλοις, από την επιστολή του Ιεροµόναχου Θεοδόσιου Μπακάλη προς τον Ηρακλή Λάππα, εντός της οποίας περιγράφεται το σηµαντικό ιστορικό γεγονός που προώθησε σε µέγιστο βαθµό τον Αγώνα της Επανάστασης:
Ἀγαπητὲ µοί
Κύριε Ἡρακλῆ Λάππα
Μετὰ τῶν συγχαρητήριών µου εὐχῶν διὰ τὰ εὐγενῆ Σᾶς αἰσθήµατα καὶ τὴν ὑψηλὴν ἰδέαν ἐξ ὧν ὡρµήθητε καὶ καταγίνεσθε εἰς τὴν συλλογὴν διαφόρων ἀντικειµένων χρησιµοποιησαµένων διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ ἡµέτερου ἔθνους, Σᾶς ἀποστέλλω καὶ ἐγὼ θέλων ἵνα συντελέσω πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐν ὅπλον λεγόµενον Κάβουρα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν Ἴερο-Διάκο Παφνούτιον τῆς Μονῆς µας, ὅστις κατὰ τὴν διέλευσιν ἐκ τῆς Μονῆς µας τοῦ φοβεροῦ Μουστάµπεη δι’ Ἀράχωβαν, ἐστάλη διὰ νυκτὸς ὑπὸ τοῦ τότε ἡγουµένου τῆς Μονῆς µας ἔχων αὐτὸν καὶ µόνον τὸν Κάβουρα σύντροφόν του καὶ εἰδοποίησε τὸν στρατηγὸν Καραϊσκάκην εἰς Δίστοµον, ὅστις καὶ προλαβῶν στρατηγήσας κατέστρεψε τὸν τροµερὸν ἐκεῖνον πασιὰν καὶ τὸν στρατόν του.
Ὁ Ἱεροδιάκος Παφνούτιος ἀπέθανεν ἑκατόν. Τούτως ἦτο αὐτὴ ἡ ἱστορία ζῶσα ἢν καὶ ἐγὼ παῖς ὤν ἤκουσα πολλάκις παρ’ αὐτὸν διηγουµένην. Ἀποθανὼν δὲ ἐγκατέλιπε τὸ ὅπλον τοῦτο ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην εἰς τὸν ἀντάξιόν του Νεκτάριον Χαρίτον, οὗτος δὲ πάλιν πρὸς ἐµὲ καὶ ἐγὼ πρὸς ὑµᾶς καὶ Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐτηρήσητε τοῦτο ὡς ἐν ἐκ τῶν λειψάνων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
Διατελῶ ὅλως ὑµέτερος καὶ Σᾶς εὔχοµαι ὁ πρὸς Θεὸν εὐχέτης Σᾶς Θεοδόσιος
Μπακάλης Ἱεροµόναχος.
Μονὴ
Ἱερουσαλὴµ 10 Μαΐου 1902.
__________________________________
1 Οι αγωνιστές συνήθιζαν
να δίνουν ονόµατα
στα καριοφίλια τους.
2 Ο άγιος ενθουσιασµός υπό
του οποίου κατείχετο σύµπας ο Ελληνισµός, όπως περιγράφει ο Ι. Φιλήµων στο
ιστορικό του δοκίµιο περί της Ελληνικής Επανάστασης.
3 Κωστής Παλαµάς,
Δεκατετράστιχα, 1919.
4 Χριστόφορος Περραιβός, Αποµνηµονεύµατα Πολεµικά, διαφόρων µαχών συγκροτηθεισών
µεταξύ Ελλήνων και Οθωµανών κατά τε το Σούλιον και Ανατολικήν Ελλάδα από του 1820 µέχρι του 1829 έτους, Συγγραφέντα
παρά του Συνταγµατάρχου του εξ Ολύµπου της Θετταλίας, και διηρηµένα εις τόµους
δύο, Τόµος 2ος, Εν Αθήναις, εκ της τυπογραφίας Ανδρέου Κοροµηλά,
1836, σελ. 98.
5 Δηµήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση
του Εικοσιένα, Γ’ Τόµος, εκδ. Ν. Βότση, 2η έκδοση αναθεωρηµένη και
συµπληρωµένη, Γ΄ Τόµος, εκδοτικός οίκος Ν. Βότση, Αθήνα 1977, σελ. 300.
6 Σαράντος Ι. Καργάκος, Η Ελληνική Επανάσταση του 1821,
RealNews, Δ΄ τόµος, Αθήνα 2014, σελ. 263.
--------------------------------------------------
