Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

Στάθης Λ. Σιδηράς : ΤΟ ΚΩΡΥΚΙΟΝ ΑΝΤΡΟΝ


Περιηγητής Φωτογραφίζεται στην είσοδο του Κωρύκιου Άντρου
στα τέλη του 19ου αιώνα. (Συλλογή Λ. Παπαλεξανδρή).

ΚΩΡΥΚΙΟΝ ΑΝΤΡΟΝ

 Του Στάθη Λ. Σιδηρά

 Στον ορεινό όγκο Παλιοβούνα του Παρνασσού δημιουργήθηκε σπήλαιο με την ονομασία Κωρύκιον στα κείμενα του 5ου αιώνα π.Χ. ή Σαρανταύλι στους Νεότερους χρόνους. Tο σπήλαιο ανασκάφτηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών το 1970 – 1971, ενώ κατά καιρούς βρέθηκαν στο χώρο του ένα αγγείο πήλινο μινιατούρα, δύο νομίσματα, που το ένα είναι χάλκινο μηνοειδές και στη μία όψη απεικονίζει Πήγασο ενώ στην άλλη τρίαινα, με διαμ. 0,013
(αρ.ευρ.12316) και το άλλο (εικ. 1) δύο αστράγαλοι οστέινοι πριονισμένοι, άλλοι 23 οστέινοι αστράγαλοι, εκ των οποίων ξεχωρίζουν οι δύο που είναι τρυπημένοι με οπές κυλινδρικές ο ένας στις δύο αντίθετες πλευρές και ο άλλος στις τέσσερις .
Στο πλάτωμα που βρίσκεται πριν την είσοδο στο σπήλαιο, οι Θυιάδες γιόρταζαν το Διόνυσο λατρεύοντας τον με χορούς, αναμαλλιασμένες με τον κατατεμαχισμό ενός κατσικιού και το ωμό φάγωμα του ζώου, ενώ απαγορευόταν η παρουσία οποιουδήποτε ανθρώπου. Το σπήλαιο αποτελεί, μάλλον, τόπο λατρείας στα ύστερα Νεολιθικά, Μυκηναϊκά
χρόνια και αργότερα αφιερώνεται στις Νύμφες, θεότητες των πηγών νερού και των δασών του Παρνασσού, οι οποίες προστατεύουν τα νεαρά κορίτσια και το γάμο τους, φίλες του χορού (εικ. 2) όπως επίσης και στο θεό Πάνα, που έρχεται να τις συντροφεύσει τον 5ο αιώνα π.Χ.. Αυτή η τρίτη περίοδος του άντρου, και η πιο σημαντική, αρχίζει τον 8ο αιώνα π.Χ. και τελειώνει στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., ενώ τον 2ο αιώνα μ.Χ. μόνο οι περί του Παρνασσού το θεωρούν ιερό (Παυσανίας Χ 32).
Το 480 π.Χ. το άντρο χρησιμοποιείται όπως και οι κορυφές του Παρνασσού ως καταφύγιο στην εισβολή των Περσών οἱ μὲν πλεῖστοι ἀνέβησαν ἐς τοῦ Παρνησσοῦ τὰς κορυφὰς καὶ ἐς τὸ Κωρύκιον ἄντρον ἀνηνείκαντο Ηρόδοτος (VIII 36).
Ο Στράβων (Θ 417) ἱεροπρεπὴς δ᾿ ἐστὶ πᾶς ὁ Παρνασσός , ἒχων ἄντρα τε καὶ ἄλλα χωρία τιμώμενά τε καὶ ἁγιστευόμενa· ὧν ἐστι γνωριμώτατόν τε καὶ κάλλιστον τὸ Κωρύκιον νυμφῶν ἄντρον, ο Αισχύλος (Ευμενίδες 22-23) σέβω δὲ νύμφας , ἔνθα Κωρυκὶς πέτρα κοίλη , φίλορνις , δαιμόνων ἀναστροφή, ο Σοφοκλής (Αντιγόνη 1127-1128) διλόφου πέτρας στέροψ ὄπωπε λιγνύς , ἔνθα Κωρύκιαι στείχουσι Νύμφαι Βακχίδες,
ο Παυσανίας (Χ 32) ἐπὶ τὸ ἄντρον ἐστὶν ἄνοδος τὸ Κωρύκιον. τούτῳ δὲ τῷ ἄντρῳ γενέσθαι τὸ ὄνομα ἀπὸ νύμφης Κωρυκίας ἐδήλωσα ὀλίγον τι ἔμπροσθεν […] τὸ δὲ ἄντρον τὸ Κωρύκιον μεγέθει τε ὑπερβάλλει τὰ εἰρημένα καὶ ἔστιν ἐπὶ πλεῖστον ὁδεῦσαι δι᾿ αὐτοῦ καὶ ἄνευ λαμπτήρων̇ ὅ τε ὄροφος ἐς αὔταρκες ἀπὸ τοῦ ἐδάφους ἀνέστηκε , κaὶ ὕδωρ τὸ μὲν ἀνερχόμενων ἐκ πηγῶν , πλέον δὲ ἔτι ἀπὸ τοῦ ὀρόφου στάζει , ὥστε καὶ δῆλα ἐν τῷ ἐδάφει σταλαγμῶν τὰ ἴχνη διὰ παντός ἐστι τοῦ ἄντρου. ἱερὸν δὲ αὐτὸ οἱ περὶ τὸν Παρνασσὸν Κωρυκίων τε εἶναι Νυμφῶν καὶ Πανὸς μάλιστα ἥγηνται. ἀπὸ δὲ τοῦ Κωρυκίου χαλεπὸν ἤδη καὶ ἀνδρὶ εὐζώνῳ πρὸς τὰ ἄκρα ἀφικέσθαι τοῦ Παρνασσοῦ̇ τὰ δὲ νεφῶν τέ ἐστιν ἀνωτέρω τὰ ἄκρα καὶ αἱ Θυιάδες ἐπὶ τούτοις τῷ Διονύσῳ καὶ τῷ Ἀπόλλωνι μαίνονται , ο Ευριπίδης (Βάκχαι 559) πόθι Νύσας ἄρα τᾶς θηροτρόφου θυρσοφορεῖς θιάσους ,ὦ Διόνυσ᾿, ἢ κορυφαῖς Κωρυκίαις;, ο Πλούταρχος (Πυθικοί Διάλογοι 394) τοὺς γὰρ πλείστους ἑώρων αὖθις εἰς τὸ Κωρύκιον τῷ ξένῳ καὶ τὴν
Λυκουρίαν συναναβαίνοντας, ο Αριστόνοος από την Κόρινθο σε ένα ύμνο του χαραγμένο σε στήλη από μάρμαρο στο ιερό του Πυθίου Απόλλωνα δύο επιγραφές σε βράχο λίγα μέτρα μετά την είσοδο στο άντρο ΝΥΜΦΩΝ...ΠΑΝΟΣ ΚΑΙ
ΘΥΑΔΑΝ Α… η μια και η άλλη (εικ. 3) σε βάση αναθηματική από μάρμαρο ή πάνω στο χείλος ή στο λαιμό πήλινων αγγείων, μαρτυρούν για το άντρο και τη λατρεία στο χώρο του.
Την πρώτη περίοδο του άντρου, που αρχίζει κατά την ύστερη Νεολιθική εποχή (4300 – 3000 π.Χ.) φωτίζουν αντικείμενα, όπως ένα σφοντύλι από πηλό, οστέινα ή από κοχύλι, από λίθους λιασμένους ή λαξευμένους (οψιδιανός, πυριτόλιθος), 3.000 όστρακα όπου από αυτά προέκυψαν κάποια αγγεία (εικ. 4-5) και έξι ειδώλια πήλινα (εικ. 6). Πολλά από τα αγγεία είναι καλής ποιότητος με λεπτά
τοιχώματα, γυαλισμένα, διακοσμημένα με γεωμετρικά σχέδια και ζωγραφισμένα με μαύρο χρώμα πάνω σε φόντο κόκκινο ή καφέ σε φόντο μπεζ ματ .
Στα Μυκηναϊκά χρόνια, γύρω στα 1400 π.Χ., ανήκουν 200 όστρακα όπου από αυτά προέκυψαν κάποια αγγεία (εικ. 7) και ένα ειδώλιο από πηλό, ενώ από τα τέλη του 8ου-7ου αιώνα π.Χ. προέρχονται χάλκινα αναθήματα, ένα άλογο (εικ. 8) δύο πουλιά, δύο δακτυλίδια από χαλκό και ένα αγγείο πήλινο.
Από τον 6ο αιώνα π.Χ. προέρχονται αγγεία ζωγραφισμένα, ειδώλια πήλινα, δακτυλίδια, άλλα αντικείμενα στολισμού και στους αιώνες που ακολουθούν 15.000 όστρακα περίπου, 50.000 θραύσματα πήλινα ειδωλίων, 1.000 κρίκοι και δακτυλίδια, 25.000 αστράγαλοι, μικρά αναθήματα από χαλκό, σίδηρο, οστέινα, από γυαλί, αλάβαστρο, αγάλματα από μάρμαρο και βάσεις με επιγραφές, ένας λεπτός δίσκος από χρυσό, διακοσμημένος με κεφάλι γοργόνας, με διαμ. 4 εκ. περίπου (εικ. 9) νομίσματα του 4ου - 3ου αιώνα π.Χ.από την Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα, την Εύβοια, την Αττική, την Πελοπόννησο, τα Ιόνια Νησιά, τη Μικρά Ασία (ένα απ΄αυτά βρίσκεται στο Νομισματικό Μουσείο).
Οι προσκυνητές ιδιώτες εναποθέτουν τις προσφορές για τις θεότητες του άντρου στο βωμό από λαξευμένους λίθους, του οποίου σώζονται ερείπια στην είσοδο του σπηλαίου, (εικ. 10) σε μία λαξευμένη κόγχη, που σώζεται πάνω από το στόμιο του
άντρου (εικ. 11). Από τα αφιερώματα ξεχωρίζουν τα χιλιάδες ειδώλια, κυρίως γυναικών, τα αγγεία μινιατούρες και οι δύο συλλογές αστραγάλων, δακτυλιδιών και κρίκων, εκ των οποίων η πρώτη είναι η μεγαλύτερη με διαφορά και η δεύτερη είναι η πιο σημαντική στην ιστορία των σπηλαίων - ιερών.
Ανάμεσα στα αναθήματα αναγνωρίζουμε τις τιμώμενες θεότητες, όπως τις δύο Νύμφες σε ένα θραύσμα ανάγλυφο από μάρμαρο περί τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (εικ. 12) ή σε ένα σύμπλεγμα πήλινο, μάλλον Βοιωτικό στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.. Πρόκειται για ένα κυκλικό χορό Νυμφών στο στεφάνι ενός τροχού, οι οποίες κρατούν το χέρι η μία της άλλης με τον Πάνα στο κέντρο που κρατά διπλό αυλό. Στο μουσικό θεό Πάνα, ακόλουθο του Διονύσου, αφιέρωναν αυλούς (διακρίνουμε κομμάτια από έναν αυλό οστέινα, εικ. 13). Ο Πάνας με μορφή και σώμα ανθρώπου, με γένια, κέρατα, με πόδια τράγου αναπαριστάται σε ειδώλια πήλινα και σε ένα αγαλμάτιο από μάρμαρο (εικ. 14).
Στο Διονυσιακό κύκλο ανήκει μία Αττική πήλινη πλάκα (πίνακας) ζωγραφισμένη το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ., όπου απεικονίζεται χορός Μαινάδων και Σατύρων, η οποία είχε τρεις τρύπες για να την κρεμούν και στην αριστερή γωνία υπήρχε η αφιέρωση στις Νύμφες, αλλά δεν έχει απομείνει από αυτή παρά το τέλος (εικ. 15).
Οι Σάτυροι και οι Σειληνοί βρέθηκαν σε πήλινα αφιερώματα, εκτός από δύο Σατύρους από μάρμαρο. Το ένα είναι αφιέρωμα που είναι των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ. με αρχικό ύψος 1,25μ. περίπου, ακουμπά πάνω σε λαγοβόλο και στο αριστερό του χέρι φέρει τομάρι πάνθηρα (εικ. 16) το δε άλλο είναι 0,75μ. περίπου αρχικό ύψος και ανήκει στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. (εικ. 17).
Από τα 7.000 περίπου ειδώλια και προτομές από πηλό αυτά που παρουσιάζουν γυναίκες νεαρές είναι περίπου το 80-90% (εικ. 18) ενώ αυτά που παρουσιάζουν
άνδρες έχουν διαφορετικά θέματα, όπως ηθοποιούς (διακρίνουμε ένα Αττικό του 4ου αιώνα π.Χ.) γελωτοποιούς, Σατύρους, καθισμένους άνδρες που κρατούν λύρα ή κόκκορα ή που συμμετέχουν σε συμπόσια και βοσκούς που κρατούν στα χέρια τους έναν κριό. Τα παιδιά αναπαρίστανται σε ειδώλια σε καθιστή στάση και κρατούν ένα πουλί ή ένα φρούτο, ή ακουμπούν το χέρι τους πάνω σε αστραγάλους ή σε μία χελώνα (διακρίνουμε ένα χάλκινο η μόνη εξαίρεση που ανήκει στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ.). Τα ειδώλια ζώων παρουσιάζουν κριούς, χοίρους, βόδια, περιστέρια (εικ. 19) και άλλα.
Τα Κορινθιακά πλακίδια του 5ου αιώνα π.Χ. παρουσιάζουν γυναίκες όρθιες ή καθιστές που κρατούν ένα πουλί, ένα στεφάνι, ένα λουλούδι ή ένα φρούτο και πουλί και τα ειδώλια που παρουσιάζουν γυναίκες της Ανατολικής Ελλάδος, της Αττικής και της Βοιωτίας τα ξεχωρίζουμε από τη στάση του σώματος, το ρουχισμό και την κόμμωση.
Οι Νύμφες εδέχοντο αντικείμενα καλλωπισμού ή στολισμού, ορισμένες φορές σε μινιατούρα ακατάλληλα όμως για χρήση, όπως πόρπες, περόνες, ενώτια από χαλκό, πέρλες, αντικείμενα από γυαλί με κυρτή επιφάνεια, κτένες οστέινες (εικ. 20) κρίκους και δαχτυλίδια, αρώματα και λάδι μέσα σε μικρά αγγεία με στενό λαιμό, αρύβαλους (διακρίνουμε δυο Κορινθιακούς) από αλάβαστρο, λήκυθους. Βρέθηκαν 80 θραύσματα από γυαλί διαφόρων χρωμάτων (εικ. 21) και πολλές χιλιάδες από πηλό.
Στο άντρο βρέθηκαν και άλλα αγγεία όπως σκύφος, πυξίδα, τα οποία ανήκουν στα εργαστήρια της Κορίνθου και της Αθήνας και με κοινό χαρακτηριστικό το μικρό τους μέγεθος, ενώ τα μεγάλα αγγεία αντιπροσωπεύονται από κρατήρες, εκ των οποίων κάποιοι φέρουν εγχάρακτη αφιέρωση στο χείλος.
 Ανάμεσα στο πλήθος των προσφορών βλέπουμε και τρία Αττικά πιάτα
ζωγραφισμένα, όπου στο ένα απεικονίζεται μία πτερωτή Νίκη, στο άλλο η πάλη του Ηρακλή με τον ταύρο της Κρήτης και στο τρίτο η φιλονικία του Ηρακλή με τον Απόλλωνα για τον τρίποδα (εικ. 22).
Η συλλογή δακτυλιδιών και κρίκων 1.000 είναι από χαλκό και σίδηρο με εξαίρεση δύο ασημένια, από τα οποία τα 400 είναι χαραγμένα στη σφενδόνη. Δύο ανήκουν στα Γεωμετρικά χρόνια, ενώ τα 2/3 των δακτυλιδιών είναι του 4ου αιώνα π.Χ. και από τα υπόλοιπα το ¼ ανήκει στο δεύτερο μισό του 6ου αιώνα π.Χ., τα μισά είναι του 5ου και το ¼ του 3ου αιώνα π.Χ.. Οι απλοί κρίκοι είναι χάλκινοι, αλλά τα δακτυλίδια είναι τέσσερα σιδερένια και ένα χάλκινο. Οι σφενδόνες των σιδερένιων δακτυλιδιών είναι συχνά μεγάλων διαστάσεων ωοειδούς σχήματος, με μεγέθη 2,5-2,7 εκ. μήκος, 2,2-2,3 εκ. πλάτος και



έχουμε αναγνωρίσει σε αυτές 300 σχέδια περίπου όλα διαφορετικών θεμάτων: εικονίζονται θεοί, ήρωες της μυθολογίας, μορφές λατρείας (Αθηνά, Απόλλων, Κόρη, Έρως, Τύχη, Θέτις, Ηρακλής, Νίκες, Σειληνοί, Σάτυροι, Μαινάδες) άνθρωποι σε διάφορες στάσεις και ασχολίες, κεφαλές εκ των οποίων η μια ενός νέγρου, προτομές, αθλητές, πολεμιστές, γυναίκες που καλλωπίζονται, ή παίζουν μουσική, ή κρατούν ένα πουλί ή ένα λουλούδι, αντικείμενα και σκηνές της



καθημερινότητας (αγγεία, έπιπλα, προσωπεία θεάτρου, μάχη σκύλου και κόκκορα) τύποι αγαλμάτων, φανταστικά ζώα (σφίγγα, φτερωτό άλογο, κένταυρος) ιππόκαμπος, άγρια και ήμερα ζώα, πουλιά και έντομα (λιοντάρι, πάνθηρας, ταύρος, άλογο, ελάφι, δελφίνι, σκύλος, κύκνος, ερωδιός, πάπια, μέλισσα, ακρίδα) φυτά και άλλα.
Ένα άλλο είδος αφιερωμάτων είναι οι αστράγαλοι. Από τις 25.000 πάνω από το 95% είναι από οστά αίγας ή προβάτου, ενώ οι υπόλοιποι είναι από ελάφι, ζαρκάδι, βόδι και σε μικρότερο ποσοστό από αίγαγρο ή χοίρο. Βρέθηκαν ωστόσο αστράγαλοι από χαλκό, γυαλί και πέτρα. Από τους αστραγάλους άλλοι είναι πριονισμένοι, τα 4/5 βρίσκονται στη φυσική τους κατάσταση, οι 2.500 είναι τρυπημένοι με οπές κυλινδρικές 1.000 είναι επίπεδοι σε μία ή στις δύο αντίθετες, ή πιο σπάνια στις τρεις ή τέσσερις πλευρές, που σημαίνει ότι είχαν λειανθεί 500 επίπεδοι και τρυπημένοι, οι 36 έχουν τεχνητές κοιλότητες καλυμμένες με μόλυβδο (εικ. 23) οι 150 φέρουν ένα σημάδι ή ένα γράμμα, ή ένα χαραγμένο όνομα, ή συντετμημένο όνομα κάποιας μορφής της μυθολογίας ή των επών (Νίκη, Θέτις, Αχιλλέας, Αίας, Ηρακλής και άλλοι). Οι νέοι άνθρωποι αφιέρωναν το παιχνίδι τους, τους αστραγάλους, που ήταν δημοφιλές στην αρχαία Ελλάδα, (και σήμερα παίζεται παιχνίδι με αστραγάλους στην Αράχοβα) στις Νύμφες πριν τον γάμο τους, ή ήταν ίσως τα όργανα ενός δημοφιλούς μαντείου (οι Νύμφες του Παρνασσού, είχαν το προφητικό χάρισμα) που είχε έδρα μέσα στο σπήλαιο; Την πρώτη ερμηνεία έρχεται να υποστηρίξει η ανακάλυψη 8 ζαριών στο άντρο: ένα οστέινο, έξι πήλινα και ένα λίθινο (περί του Κωρυκίου και ευρημάτων του μια πιο λεπτομερής περιγραφή δίνεται στα BCH Suppl VII, 1981, BCH Suppl IX, 1984, BCH Suppl IV, 1977).