Ο
Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε
ανάψει τα καντήλια, είχε προσευχηθεί
γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα
αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα
αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον οικισμό των καλυβιών του Λιβαδιού της Αράχοβας).
Κατευθύνθηκε
ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο,
πετρόχτιστο, στηθαίο του, εξουθενωμένος
και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη
από γιδότριχα κάπα του. Τα κουμπιά στην
κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή
χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα,
φανερώνοντας το λούχωμα (απότομο ζέσταμα
και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό
βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην
λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο,
ακουμπισμένο στο πλάι, ενώ πάνω του είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά
να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά
του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει
το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά.
Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!









