Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

Η Μάχη της Αράχοβας (Σφάλας) 10 -11 Σεπτεμβρίου 1943

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

1.  ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ 

Συνθηκολόγηση

    Τον Οκτώβριο του 1940, ο Ελληνικός Στρατός πολεμώντας σθεναρά  την πανίσχυρη Ιταλική στρατιά, που προσπαθούσε  μέσα από τ’ Αλβανικά βουνά να εισβάλει στην Ελλάδα,  κατάφερε να  την απωθήσει και να εκδιώξει του Ιταλούς στρατιώτες  πέρα από τα  χωριά της Βορείου Ηπείρου, αναγκάζοντας έτσι την ηγεσία της να παραδεχτεί την απρόσμενη, για εκείνην, ήττα. 
Στη συνέχεια,  ο Ελληνικός Στρατός, ταγμένος να φυλάει Θερμοπύλες, ακολουθώντας τα γεγονότα της  επόμενης χρονιάς, έκαμε το ίδιο ακριβώς. Πολέμησε όσο μπορούσε τους Γερμανούς, οι οποίοι άνοιξαν δεύτερο μέτωπο στα βόρεια σύνορα της Χώρας μας.
Αυτή η ηρωική αντιμετώπιση των δύο πανίσχυρων στρατιωτικών δυνάμεων εκείνης της εποχής, προξένησε τον θαυμασμό στους λαούς της Ευρώπης και την Αμερική, όπως αυτός αποτυπώθηκε τότε στον έντυπο τύπο και στα ραδιόφωνα των χωρών του Ελεύθερου κόσμου.
Στις 20 Απριλίου του 1941, ανήμερα τη Λαμπρή,  η Ελλάδα αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί,  ‘’άνευ όρων’’ , στους  Γερμανούς εισβολείς. 
Την υπογραφή στο κείμενο υποταγής, έβαλε  ο  πραξικοπηματικός αρχηγός της Ελληνικής Στρατιάς της Ηπείρου, αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, αυτοδιορισμένος εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, επειδή  η νόμιμη κυβέρνηση Τσουδερού, η βασιλική οικογένεια του Γεωργίου Β΄ και ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού, εγκατέλειψαν την Ελλάδα στην τύχη της, αναχωρώντας τρεις μέρες αργότερα από την Αθήνα για την Κρήτη με τελικό προορισμό το Κάιρο.
Πήραν μαζί τους και τα αποθέματα του Ελληνικού χρυσού για να τα ‘’σώσουν’’ από τους εισβολείς, όπως είπαν. Όμως μετά τον πόλεμο, η οφειλόμενη επιστροφή του χρυσού στη θέση του είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση, για την οποία δεν δόθηκαν ποτέ πειστικές απαντήσεις.
Την νύχτα της 24ης προς 25η Απριλίου, έσπασε και η βρετανική γραμμή άμυνας στις Θερμοπύλες, με αποτέλεσμα  οι Γερμανοί να προωθηθούν προς την Αθήνα και την Πελοπόννησο.
Σε ένα μήνα περίπου, ολόκληρη η χέρσα Ελλάδα, τα νησιά  και τελευταία  η Κρήτη,  ήταν στο έλεος της Γερμανικής στρατιάς, των Ιταλών κολαούζων της και των αρπακτικών των βορείων συνόρων μας, των Βουλγάρων κομιτατζήδων.  Η χρονική περίοδος που ακολούθησε ήταν σκοτεινή, δύσκολη, καταστροφική, αλλά και ηρωική, επειδή ο Ελληνικός λαός δεν κάθισε ‘‘στ’ αυγά του ’’ όπως οι περισσότεροι λαοί της Ευρώπης, αλλά από την πρώτη μέρα της κατοχικής μπότας, αντιστάθηκε σθεναρά, γράφοντας  ένδοξες αλλά και πικρές σελίδες δόξας,  στα κιτάπια της νεότερης Ιστορία του.
Η Ελληνική Εθνική Αντίσταση στους ξένους εισβολείς, άρχισε στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελείωσε όταν και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης εγκατέλειψε την Ελλάδα.
Το Έθνος, αν και πάρα πολλοί Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, παρέμεινε  πιστό στα προαιώνια χαρακτηριστικά και τις αξίες της φυλής.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών, θεώρησαν αυτονόητο ότι δεν θα μπορούσαν να μείνουν άπραγοι, εκχωρώντας έτσι το υπέρτατο αγαθό της Ελευθερίας χωρίς αντίσταση.
Από τον πρώτο κιόλας μήνα, τον Μάιο του 1941, απλοί πολίτες και αξιωματικοί, ξεσηκώθηκαν παίρνοντας την πρωτοβουλία, ιδρύοντας δεκάδες αντιστασιακές οργανώσεις σε όλη την Ελληνική επικράτεια. Στην Αθήνα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, αναπτύχθηκαν δίκτυα πληροφοριών και ομάδες σαμποτάζ. 
Η συλλογική μνήμη του πανεθνικού αγώνα, η οποία δομήθηκε κατά την διάρκεια της παλιγγενεσίας  του εικοσιένα, ανασύρθηκε από την δεξαμενή των κειμηλίων του Έθνους και αναβίωσε ξανά ως πράξη στα βουνά της Ελληνικής επικράτειας. Η  καθημερινότητα των  Πολιτών ποτίστηκε από την διάθεση συμμετοχής, με χίλιους τρόπους, στην Εθνική Αντίσταση.
Οι στίχοι του Παλαμά για την Εθνεγερσία έγιναν πιο επίκαιροι από ποτέ:

‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,

μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’

Κυριακή 30 Αυγούστου 2026

Η ΧΡΥΣΟΥΛΑ

 


Ανάμεσα στα πολυάριθμα δημοσιογραφικά κείμενα που δημοσιεύθηκαν στον ευρωπαϊκό Τύπο κατά τον Μεσοπόλεμο και είχαν ως αντικείμενο την Ελλάδα, ιδιαίτερη θέση κατέχουν οι ανταποκρίσεις που συνδύαζαν την ταξιδιωτική εμπειρία με την κοινωνική παρατήρηση. Δεν περιορίζονταν στην περιγραφή των αρχαιολογικών μνημείων ή των φυσικών τοπίων, αλλά επιχειρούσαν να προσεγγίσουν τον σύγχρονο ελληνικό κόσμο, τους ανθρώπους του, την καθημερινότητά τους και τις αντιθέσεις μιας χώρας που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ιστορική της κληρονομιά και στις προκλήσεις της νεότερης εποχής.
Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Populaire, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές και κοινωνικές εφημερίδες της Γαλλίας κατά τον Μεσοπόλεμο. Συντάκτριά του είναι η Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Magdeleine Paz, η οποία ταξίδεψε στην Ελλάδα και κατέγραψε με ευαισθησία και διεισδυτική ματιά τις εντυπώσεις της από την περιήγησή της στους Δελφούς και στην Αράχωβα.
Η Paz δεν ακολουθεί την καθιερωμένη πορεία ενός απλού περιηγητή. Αντί να αρκεστεί στην εξύμνηση της αρχαίας Ελλάδας, αντιπαραβάλλει διαρκώς το ένδοξο παρελθόν με τη ζωντανή πραγματικότητα της ελληνικής υπαίθρου. Οι Δελφοί παρουσιάζονται όχι μόνο ως ο «ομφαλός της γης» και το σπουδαιότερο μαντικό κέντρο της αρχαιότητας, αλλά και ως ένας τόπος που προκαλεί στον επισκέπτη σκέψεις γύρω από τη σχέση της εξουσίας, της θρησκείας και της ανθρώπινης ανάγκης για βεβαιότητα. Η συγγραφέας αποδομεί, σε ορισμένα σημεία, τη μυθοποιημένη εικόνα του δελφικού ιερού, ερμηνεύοντας τον ιστορικό του ρόλο μέσα από μια σύγχρονη, κοινωνική και πολιτική οπτική.
Η πραγματική, ωστόσο, πρωταγωνίστρια του άρθρου δεν είναι ούτε τα μνημεία ούτε οι αρχαιότητες. Είναι η νεαρή Αραχωβίτισσα Χρυσούλα, μια υφάντρα που γίνεται ο ζωντανός σύνδεσμος ανάμεσα στην αρχαία παράδοση και στη σύγχρονη ελληνική ζωή. Μέσα από τη μορφή της αναδεικνύεται ο κόσμος της αραχωβίτικης υφαντικής, η εργατικότητα των γυναικών, η φτώχεια της ορεινής κοινωνίας, αλλά και η αξιοπρέπεια, η φιλοξενία και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Η αφήγηση μετατρέπεται σταδιακά από ταξιδιωτική περιγραφή σε ανθρώπινη μαρτυρία, όπου η προσωπικότητα της Χρυσούλας επισκιάζει ακόμη και το μεγαλείο των Δελφών.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ένα ιρλανδικό βλέμμα στην Αράχωβα του 1856 και το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου.

 


Υπάρχουν ταξιδιωτικές μαρτυρίες που ξεπερνούν τα όρια μιας απλής περιγραφής τόπων και ανθρώπων και μετατρέπονται, με το πέρασμα του χρόνου, σε πολύτιμες ψηφίδες της ιστορικής μνήμης. Μια τέτοια μαρτυρία δημοσιεύτηκε στην ιρλανδική εφημερίδα The Nation του Δουβλίνου, στις 25 Ιουλίου 1857, με τίτλο «Προσωπικές αναμνήσεις—Τρεις μήνες στην Ελλάδα», και υπογραφή του William Smith O’Brien. Το κείμενο αποτελεί το έβδομο κεφάλαιο των ταξιδιωτικών του αναμνήσεων που πραγματοποίησε την άνοιξη του 1856 μαζί με τον γιό του και καταγράφει ένα σημαντικό τμήμα της περιήγησής του στην Ελλάδα.
Ο O’Brien ξεκινά την αφήγησή του από τη Λιβαδειά και, ακολουθώντας τη διαδρομή προς την Αράχωβα και τους Δελφούς, επιλέγει να περάσει πρώτα από τη Χαιρώνεια. Η επίσκεψη στο ιστορικό πεδίο μάχης, το αρχαίο θέατρο και κυρίως τα κατάλοιπα του κολοσσιαίου Λέοντα της Χαιρώνειας προκαλούν στον Ιρλανδό περιηγητή έντονη συγκίνηση. Μπροστά στο μνημείο του Ιερού Λόχου των Θηβαίων αισθάνεται την ανάγκη να εκφράσει ποιητικά τα συναισθήματά του, συνδέοντας την αρχαία ελληνική ιστορία με τις ιδέες της ελευθερίας και της αυτοθυσίας.
Από τη Χαιρώνεια ο δρόμος τον οδηγεί προς τον Παρνασσό και την Αράχωβα. Η εικόνα του τοπίου αλλάζει καθώς το ταξίδι προχωρεί προς τα ορεινά. Ο περιηγητής παρατηρεί με ενδιαφέρον τις καλλιεργημένες πλαγιές και ιδιαίτερα τους αμπελώνες της Αράχωβας, επισημαίνοντας την επιμέλεια με την οποία οι κάτοικοι καλλιεργούν τα αμπέλια τους. Η παρατήρησή του αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται στην ομορφιά του τοπίου, αλλά μας μεταφέρει και μια εικόνα της παραγωγικής δραστηριότητας της περιοχής στα μέσα του 19ου αιώνα.
Η πραγματική όμως αποκάλυψη για τον O’Brien είναι η ίδια η Αράχωβα και οι άνθρωποί της. Φιλοξενούμενος για μία νύχτα στο σπίτι του Δημάρχου, περιδιαβαίνει το χωριό και φθάνει σε ένα μικρό πλάτωμα στον δρόμο προς τους Δελφούς. Εκεί βρίσκεται σε εξέλιξη το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου. Χίλιοι περίπου άνθρωποι, κάτοικοι της Αράχωβας και της γύρω περιοχής, έχουν συγκεντρωθεί για τη γιορτή, δημιουργώντας μπροστά στα μάτια του ένα θέαμα που χαρακτηρίζει ως ένα από τα πιο γραφικά και ενδιαφέροντα που έχει δει ποτέ.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Η Αράχωβα του 1839 μέσα από έναν επίσημο ιατροστατιστικό πίνακα

 

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον και πολύτιμο τεκμήριο για την ιστορία της Αράχωβας στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους δημοσιεύεται στον «Ἑλληνικό Ταχυδρόμο» στις 12 Μαρτίου 1839», στο Παράρτημα 17. Πρόκειται για τον «Γενικό Ἰατροστατιστικό πίνακα τῶν Δήμων Βοιωτίας», ο οποίος συντάχθηκε από τον Διοικητικό Ιατρό Ν. Καλογερόπουλο.
Το δημοσίευμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε μια απλή αναφορά στην Αράχωβα, αλλά μας προσφέρει μια μικρή, σχεδόν φωτογραφική, εικόνα της κωμόπολης εκείνης της εποχής. Ο Δήμος Αραχοβιτών καταγράφεται με τα γεωγραφικά του όρια, τη φυσική και υγιεινή του κατάσταση, τον πληθυσμό, τα προϊόντα, την καλλιέργεια της γης, αλλά και την υγειονομική και κοινωνική του οργάνωση.
Σύμφωνα με τον πίνακα, ο Δήμος Αραχοβιτών είχε 2.075 κατοίκους, ενώ η Αράχωβα χαρακτηρίζεται ως ορεινή και υγιεινή κωμόπολη στον Παρνασσό. Γίνεται ακόμη αναφορά στα αξιόλογα πηγαία νερά της, στους δυτικούς και βόρειους ανέμους που επικρατούσαν, καθώς και στα βασικά προϊόντα της περιοχής: το κρασί, το λάδι, το σιτάρι και το κριθάρι. Η καλλιέργεια εμφανίζεται ως αρκετά προοδευμένη, με ιδιαίτερη έμφαση στην αμπελοφυτεία.

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Μια ανάβαση στον Παρνασσό το 1914

 

Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914

Ο Παρνασσός υπήρξε διαχρονικά κάτι πολύ περισσότερο από ένα βουνό. Στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων συνδέθηκε με τη μυθολογία, τον Απόλλωνα, τις Μούσες και τους Δελφούς, αλλά και με την ιστορία, τους αγώνες και τη ζωή των ανθρώπων που κατοίκησαν στις πλαγιές του. Για τον επισκέπτη των αρχών του 20ού αιώνα, ο Παρνασσός αποτελούσε έναν τόπο όπου το φυσικό τοπίο, η αρχαιότητα και η ζωντανή παράδοση συναντιούνταν με έναν μοναδικό τρόπο.
Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τεκμήριο αυτής της εποχής είναι η περιγραφή της ανάβασης στον Παρνασσό από τον Αριστείδη Ε. Φουτρίδη, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1914 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1915 στο Sierra Club Bulletin. Το κείμενο αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ενός ταξιδιού που ξεκίνησε από την Ιτέα, πέρασε από τους Δελφούς και τις πλαγιές του Παρνασσού και έφθασε μέχρι τις χιονισμένες κορυφές του βουνού.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς ο συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια απλή περιγραφή της ορειβατικής διαδρομής. Καταγράφει με θαυμασμό το τοπίο της Φωκίδας, τον Κορινθιακό Κόλπο, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες και τα βουνά που περιβάλλουν τον Παρνασσό. Παράλληλα, μεταφέρει στον αναγνώστη την ατμόσφαιρα των Δελφών, τα ερείπια του αρχαίου ιερού, την Κασταλία Πηγή και την Ιερή Οδό, συνδέοντας το σύγχρονο ταξίδι με τις μνήμες της αρχαιότητας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα των ανθρώπων που συναντά στην πορεία του. Ο Δελφιώτης οδηγός του, ο Δήμος, ένας ηλικιωμένος κάτοικος της περιοχής, γίνεται για τον συγγραφέα ο ζωντανός φορέας μιας προφορικής παράδοσης που δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σε βιβλία. Τα τραγούδια, οι ιστορίες του βουνού και οι αφηγήσεις για τους ληστές και τους κινδύνους των παλαιότερων χρόνων προσφέρουν μια διαφορετική διάσταση στην περιήγηση.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

1866 - Ο νεαρός Δημ. Φιλιππότης και ο Ναός του Αγίου Νικολάου (Ζαγαρά) στη Λιβαδειά.

 

Τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου του 19ου αιώνα αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, όχι μόνο για την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, αλλά και για τη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων που αργότερα σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Συχνά, μέσα από επιστολές, καταγγελίες και ανταποκρίσεις της καθημερινότητας, συναντά κανείς πρόσωπα τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό, αλλά έμελλε να αποκτήσουν εξέχουσα θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1866 και αναφέρεται στις εργασίες επέκτασης του ναού του Αγίου Νικολάου στη συνοικία Ζαγαρά της Λιβαδειάς. Η δημοσιευμένη επιστολή στην εφημερίδα είναι ουσιαστικά μια αναφορά – καταγγελία κατοίκων της συνοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών του ναού από τους επιτρόπους, για τις διοικητικές παραλείψεις που προηγήθηκαν της οικοδομής και για την προβληματική εξέλιξη των εργασιών.

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

1891 - ΑΠΟ ΓΑΛΑΞΕΙΔΙΟΥ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

 

ΠΩΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
(Εγχωρίου ανταποκριτού.)
Σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, αμαξιτοί οδοί, βραχεία η απ’ Αθηνών εις Γαλαξείδιον οδός — και μετέβην εις Γαλαξείδιον προς επίσκεψιν των συγγενών μου.
Καλά, κακά έφθασα και αφού εκάθησα περί τας 20 ημέρας εσκέφθην περί επιστροφής — και εδώ αρχίζουν αι περιπλανήσεις μου, αντάξιαι υμνήσεως των ηρωικών χρόνων. Διότι αν δελφίνες δεν παρηκολούθουν το πλοίον μου, αν δεν ηναγκάσθην να προσδεθώ εις τον μέγαν ιστόν όπως μη σαγηνευθώ εκ των ασμάτων των Σειρήνων, αν δεν διήλθον την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν, υπέστην όμως όλας τας περιπετείας μεγάλου θαλασσοπόρου και κοντεύω να πιστεύσω ότι τα παθήματα του Ιωάννου Όρθ εν Παταγονία είναι μηδέν παραβαλλόμενα προς τα ιδικά μου.

Ανά τον Κορινθιακόν.

Ο Κορινθιακός είνε ο γλυκύτερος των κόλπων και ο ποιητικώτερος και ο γραφικώτερος.
Η επιφάνεια αυτού είνε λεία ως κάτοπτρον ομώνυμον, και η επ' αυτού ναυσιπλοΐα θα κατωρθούτο επί κελύφους καρύου.
Ατυχώς ο Κορινθιακός κόλπος ομοιάζει πολύ προς ωραίαν γυναίκα. Έχει όλην την επανθούσαν αυτής χάριν, αλλά και όλην την δυστροπίαν και παραξενιάν. Εκεί που τον βλέπεις γαλήνιον, ήρεμον, άκακον, εκεί αιφνιδίως συνοφρυούται, αγριεύει, κυλά υπερμεγέθη κύματα, δυστροπεί, τα κάμνει άνω κάτω. Αγάπη χωρίς γρίνα δεν έχει χάρι και δι' αυτό εγώ αγαπώ τον Κορινθιακόν.
Με οφθαλμούς ατενείς, με κανοκιάλια, με τηλεσκόπιον παρετήρουν επί ώραν πολλήν προς την Ιτέαν και εζήτουν εν μέσω του δεινώς συνταρασσομένου κόλπου και της ομιχλώδους ατμοσφαίρας να διακρίνω το ερχόμενον ατμόπλοιον.
Την 9 αφίκετο.
Μη υπάρχοντος λιμένος, το ατμόπλοιον καίτοι μικρόν, λιλιπούτειον, η «Ύδρα» έτεκεν επί ατμού εις μεγάλην απόστασιν.
Να μεταβής από της παραλίας εις το ατμόπλοιον εν τρικυμιώδη καιρώ πρέπει να είσαι Δήλιος κολυμβητής και επειδή εγώ δεν ήμαι έως ότου να φθάσω, ο ουρανός μού εφάνη σφονδύλι.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

ΣΤΟ ΦΗΜΙΣΜΕΝΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΛΟΥΚΑ

 

ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Κίρρα και Κρίσσα

 

Του Στάθη Ασημάκη

(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα, ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:

«[…]

Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,

υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.

Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν

Κρῖσάν τε ζαθέην  καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα.

οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,

οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,

οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.

τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,

Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,

και σημαίνουν:

«[…]

Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,                                                          

υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.

Τους έστειλε η Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η  πετρώδης                                                                

η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο Πανοπέας 

κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας                                                         

κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει

και η Λίλαια, που χτίστηκε επάνω στις πηγές του

κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.

Και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι                                                                           

Οι πολεμάρχοι εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.

[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)

 αναφέρεται η πόλη Κρίσσα με το επίθετο ζαθέην = ιερή, ενώ δεν γίνεται μνεία για την πόλη Κίρρα (παρότι αυτή παραλιακή), πράγμα που σημαίνει ότι η τελευταία δεν θα υφίστατο ως πόλη στα ομηρικά χρόνια. Ίσως ήταν ένα απλό επίνειο της Κρίσσας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

 


Στο παρακάτω κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.

Ο συγγραφέας μας εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.

Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.

ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ

Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ

ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.