| Σφραγίδα του Δήμου Αραχώβης σε έγγραφο στα τέλη του 19ου αιώνα. |
| Σφραγίδα του Δήμου Αραχώβης σε έγγραφο στα τέλη του 19ου αιώνα. |
Του Στέργιου Μπακολουκά
1. ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ
Συνθηκολόγηση
‘‘Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα,
μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα’’
Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914
Τα δημοσιεύματα του
ελληνικού Τύπου του 19ου αιώνα αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, όχι μόνο
για την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, αλλά και για τη διαμόρφωση των
προσωπικοτήτων που αργότερα σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού.
Συχνά, μέσα από επιστολές, καταγγελίες και ανταποκρίσεις της καθημερινότητας,
συναντά κανείς πρόσωπα τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό,
αλλά έμελλε να αποκτήσουν εξέχουσα θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1866 και αναφέρεται στις εργασίες επέκτασης του ναού του Αγίου Νικολάου στη συνοικία Ζαγαρά της Λιβαδειάς. Η δημοσιευμένη επιστολή στην εφημερίδα είναι ουσιαστικά μια αναφορά – καταγγελία κατοίκων της συνοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών του ναού από τους επιτρόπους, για τις διοικητικές παραλείψεις που προηγήθηκαν της οικοδομής και για την προβληματική εξέλιξη των εργασιών.
Ανά τον Κορινθιακόν.
ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.
Του Στάθη Ασημάκη
Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα,
ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:
«[…]
Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,
υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.
Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν
Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα
καὶ Πανοπῆα.
οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,
οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,
οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.
τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο
οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,
Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,
και σημαίνουν:
«[…]
Με τους Φωκείς ο
Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,
υιοί του
μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τους έστειλε η
Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η πετρώδης
η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο
Πανοπέας
κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας
κι αυτά που ο θείος
ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει
και η Λίλαια, που
χτίστηκε επάνω στις πηγές του
κι είχαν σαράντα
ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.
Και κολλητά στους
Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι
Οι πολεμάρχοι
εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.
[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)