Το
Δάσος
Του
Γιώργου Δ. Ανδρέου
Καταγράφοντας το Οικογενειακό
Δέντρο βυθίστηκα στο παρελθόν, σε
πρόσωπα, ιστορίες και περιστατικά, που
έκρινα ότι έχουν, πέρα από το οικογενειακό,
και γενικότερο ενδιαφέρον και θα ήταν χρήσιμο να καταγραφούν για να διασωθούν.
Αναφερόμενος στον πατέρα μου που στα νιάτα
του συμμετείχε στο καφενείο ΚΕΝΤΡΟ – το
είχαν τέσσερις μέχρι το 1964, Λουκάς
Βασιλόπουλος ο αποκαλούμενος Αυστριακός, Λουκάς Σιδεράς – Καψούλης, Μήτσος και Κοσμάς Ανδρέου. Παράλληλα δούλευε
όπου υπήρχε μεροκάματο, στην καλλιέργεια
των δικών του κτημάτων
στον ελαιώνα και το Λιβάδι και «μάστορας» στα ελαιοτριβεία. Ήταν
δεινός ξυλοκόπος, περιζήτητος στην παραγωγή – το τράβηγμα έλεγαν -
ξυλείας στον Παρνασσό αλλά και την προμήθεια καυσόξυλων. Τότε
το δάσος ζέσταινε το χωριό με τα ξύλα από τα έλατα και έδινε την αναγκαία
ξυλεία για την κατασκευή των σπιτιών.
Ήταν μεγάλη εμπειρία για μένα η παρακολούθηση της παραγωγής
ξυλείας στο δάσος που συνδυαζόταν πάντα
με την προμήθεια καυσόξυλων από τα κλωνάρια των δέντρων έκοβαν οι ξυλοκόποι.
Πρώτα επέλεγαν τα κατάλληλα έλατα που θα έκοβαν, κάποιες φορές αυθαίρετα κάποιες με την άδεια του Δασαρχείου. Μετά κάπου κοντά, διάλεγαν ένα σχετικά επίπεδο και ελαφρώς κατηφορικό σημείο και κατασκεύαζαν με ξύλα μια παραλληλόγραμμη εξέδρα που προσομοίαζε στον «καταρράκτη», που είχαν τα μαρμαράδικα για να κόβουν τα μάρμαρα. Τον έλεγαν «σχιζαριά».









