Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914
Ο Παρνασσός μέσα από τα μάτια ενός περιηγητή το 1914
Τα δημοσιεύματα του
ελληνικού Τύπου του 19ου αιώνα αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, όχι μόνο
για την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, αλλά και για τη διαμόρφωση των
προσωπικοτήτων που αργότερα σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού.
Συχνά, μέσα από επιστολές, καταγγελίες και ανταποκρίσεις της καθημερινότητας,
συναντά κανείς πρόσωπα τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό,
αλλά έμελλε να αποκτήσουν εξέχουσα θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1866 και αναφέρεται στις εργασίες επέκτασης του ναού του Αγίου Νικολάου στη συνοικία Ζαγαρά της Λιβαδειάς. Η δημοσιευμένη επιστολή στην εφημερίδα είναι ουσιαστικά μια αναφορά – καταγγελία κατοίκων της συνοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών του ναού από τους επιτρόπους, για τις διοικητικές παραλείψεις που προηγήθηκαν της οικοδομής και για την προβληματική εξέλιξη των εργασιών.
Ανά τον Κορινθιακόν.
ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.
Του Στάθη Ασημάκη
Στον κατάλογο νηών (Ιλιάδα,
ραψωδία Β΄), στους στίχους 517 - 526, που ακολουθούν:
«[…]
Αὐτάρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον,
υἱέες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο.
Οἵ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνα τε πετρήεσσαν
Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα
καὶ Πανοπῆα.
οἵ τ’ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφινέμοντο,
οἵ τ’ ἄρα πάρ’ ποταμόν Κηφισσόν δῖον ἔναιον,
οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῆς ἐπί Κηφισοῖο.
τοῖς δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο
οἵ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες,
Βοιωτῶν δ’ ἔμπλην ἐπ’ ἀριστερά θωρήσσοντο. […].»,
και σημαίνουν:
«[…]
Με τους Φωκείς ο
Επίστροφος ερχόταν κι ο Σχεδίος,
υιοί του
μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη.
Τους έστειλε η
Κυπάρισσος καὶ ή Πυθώ η πετρώδης
η θεία Κρίσσα και η Δαυλίς, ο
Πανοπέας
κι ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως και της Ανεμωρείας
κι αυτά που ο θείος
ποταμός ο Κηφισσός ποτίζει
και η Λίλαια, που
χτίστηκε επάνω στις πηγές του
κι είχαν σαράντα
ολόμαυρα κατόπι τους καράβια.
Και κολλητά στους
Βοιωτούς, στο αριστερό του πλάγι
Οι πολεμάρχοι
εσύνταξαν τα πλήθη των Φωκέων.
[…].» (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά)
Στο παρακάτω
κείμενο με τίτλο «Τα υφαντά της Αράχωβας», που υπογράφει
ο Τάκης Λάππας, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ» το 1951, και παρουσιάζει την ιστορία και τη
μεγάλη αξία της αραχωβίτικης υφαντικής τέχνης. Περιγράφει πώς οι γυναίκες της
Αράχωβας, με εργατικότητα, υπομονή και δημιουργικότητα, μετέτρεψαν την ανάγκη
για την κατασκευή ρούχων και σκεπασμάτων σε μια σπουδαία λαϊκή τέχνη.
Ο συγγραφέας μας
εξηγεί όλη τη διαδικασία παραγωγής των υφαντών: από την επεξεργασία του μαλλιού
και το βάψιμο με φυσικές βαφές μέχρι την ύφανση στον αργαλειό. Τονίζει ότι οι
Αραχωβίτισσες δημιούργησαν μοναδικά σχέδια και χρώματα, τα οποία έκαναν τα υφαντά
τους γνωστά σε όλη την Ελλάδα και αργότερα και στο εξωτερικό.
Παράλληλα, μέσα από το κείμενο αναδεικνύεται η σημασία του αργαλειού στην καθημερινή ζωή των γυναικών της εποχής εκείνης, καθώς αποτελούσε πηγή εισοδήματος, δημιουργίας και οικογενειακής παράδοσης. Τέλος ο συγγραφέας κλείνει με μια λυρική εικόνα μιας νέας κοπέλας που υφαίνει την προίκα της, δείχνοντας πως η υφαντική ήταν ταυτόχρονα μόχθος, τέχνη και έκφραση της λαϊκής ψυχής.
ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΡΑΧΩΒΑΣ
Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ
ΜΕΣΑ στην πλούσια λαϊκή μας χειροτεχνία τα υφαντά της Αράχωβας (Παρνασσού) έχουν πάρει πια μια απ' τις πρώτες θέσεις. Κι' είναι αλήθεια πως αντάξια κέρδισαν τη θέση τους αυτή. Γιατί σε γεροσύνη είναι ακατάλυτα, σε πλουμίδια και ξόμπλια απαράβγαλτα, σε χρώμα όσο να λιώσουν και να γενούν ξεφτίδια αμετάβλητα. Και μ' όλο το μικρό χρονικό διάστημα που καταπιάστηκαν οι Αραχωβίτισσες με την υφαντική τους αυτή τέχνη, κατάφεραν να επιβάλλουν τα υφαντά τους. Γιατί η Αράχωβα δεν είχε καμιά παλιά παράδοση στη λαϊκή χειροτεχνία όπως άλλα μέρη. Στα πιό πολλά η παράδοση αυτή βρίσκεται πάνω από εκατόν πενήντα χρόνια, όπως στα Γιάννενα, Τριπολιτσά, Κέρκυρα, Σκύρο κ. ά. Εδώ στην Αράχωβα μόλις ζυγώνει τα εκατό. Αρχικά βιοτική ανάγκη τούς έκανε να καταπιαστούν με τα υφαντά τους και τον αργαλειό. Αυτοί έπρεπε να φτιάξουν το κάθε τι με το ντύσιμό τους, με τα σκεπάσματά τους, με τα στρωσίδια τους.
Ο
Γέρο Ζάχος ο Στούκας, βγήκε πλαντα’μένος από το ταπεινό ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη στο εσωτερικό του οποίου, αφού είχε
ανάψει τα καντήλια, είχε προσευχηθεί
γονατιστός ευλαβικά, ικετεύοντας να εισακουστεί από τον προστάτη του. (Σήμερα
αδιαφορώντας για τη φθορά του χρόνου, το ίδιο εκείνο παραγκώνι, στέκει ακόμα
αγέρωχο κατακαμπής, πλάι στο νέο πετρόχτιστο εκκλησάκι, σιμά στον οικισμό των καλυβιών του Λιβαδιού της Αράχοβας).
Κατευθύνθηκε
ύστερα προς το πηγάδι στον περίβολό του, όπου και κάθισε στο υπερυψωμένο,
πετρόχτιστο, στηθαίο του, εξουθενωμένος
και βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν σκυφτός και είχε ανάρριχτα την μάλλινη
από γιδότριχα κάπα του. Τα κουμπιά στην
κορυφή του ντουλαμά (αντρικό καθημερινό ένδυμα της εποχής που μοιάζει με κοντή
χλαμύδα), μαζί με αυτά της γκρίζας πουκαμίσας από μέσα, ήταν ξεκούμπωτα,
φανερώνοντας το λούχωμα (απότομο ζέσταμα
και σε μεγάλο βαθμό) από την ένταση που τον κατείχε. Τα μπατζάκια από την ντρίλινη παντελόνα του ήταν γυρισμένα δυό
βόλτες στο τελείωμά της, ακριβώς πάνω από τα τσαρούχια του, για να μην
λερώνονται. Το σακούλι του ήταν διπλωμένο και δεμένο με το ταγαρόσκοινο,
ακουμπισμένο στο πλάι, ενώ πάνω του είχε βάλει την κατάμαυρη καλογερική σκούφια του. Παραπέρα, με αμολητή την τριχιά
να σέρνεται από πίσω, το γαϊδουράκι του, αν κι ο Απρίλης ήταν στα ξεβγάλματά
του κι ο τόπος θα έπρεπε να είναι καταπράσινος, με δυσκολία έβρισκε να βοσκήσει
το λιγοστό χορτάρι που φύτρωνε εδώ κι εκεί σε μεγάλα κενά.
Τούτος εδώ ο προπολεμικός ζευγίτης του Λιβαδιού, για πολλοστή φορά είχε κάνει το ίδιο τα τελευταία δύο χρόνια, παρακαλώντας τον δικό του Άγιο να κάνει το θαύμα του, λυτρώνοντας τον τόπο και τους κατοίκους του Χωριού από τα βάσανα της διατροφικής ανεπάρκειας που τους μάστιζε. Η ανομβρία των τελευταίων χρόνων στο οροπέδιο, είχε φτάσει σε ακραία επίπεδα και τα γεννήματα που σπέρνονταν σ’ αυτό, τα οποία έτρεφαν σε μεγάλο ποσοστό τα ζώα και τους ανθρώπους της Αράχοβας, είχαν περιοριστεί τόσο πολύ ώστε είχε προκύψει ακόμα και επισιτιστικό πρόβλημα στον τόπο! Δυό λιτανείες είχαν πραγματοποιήσει, τις οποίες μάλιστα συνόδευαν με αρτοκλασία, οι καλλιεργητές του Λιβαδιού, αλλά κι αυτές δεν είχαν φέρει κανένα αποτέλεσμα ακόμα!
ΥΠΟ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΕΥ. ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ
(ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟ 1914 ΤΟΥ Κ. FRANCIS, P. FARGUHAR ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΦΟΥΤΡΙΔΟΥ ΕΙΣ ΔΕΛΦΟΥΣ,
ΠΑΡΝΑΣΣΟ, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΕΛΙΚΩΝΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΩΝΙΑΝ)
![]() |
| Χάρτης της αρχαίας Φωκίδας |
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι Φωκείς,
παρότι μικροί σε μέγεθος δεν δείλιασαν ποτέ. Αντιτάχθηκαν σε όσους κατά καιρούς
τους επιβουλεύθηκαν, δηλαδή, στους Θεσσαλούς,
στους Βοιωτούς, στους Αθηναίους, στους Σπαρτιάτες και, τέλος,
στους Πέρσες, την ίδια στιγμή που οι Θεσσαλοί και οι Θηβαίοι συμμάχησαν
με τους Ασιάτες, κατά την εκστρατεία του Ξέρξη στην Ελλάδα.
«Αυτή η συνεχής πολεμική «γυμναστική» δεν τους άφησε χρόνο και περιθώρια για να ζήσουν ειρηνικά, να αναπτυχθούν οικονομικά και, εν τέλει, να δημιουργήσουν πολιτισμό. Αυτός είναι, ίσως, και ο λόγος που οι Φωκείς δεν γέννησαν πνευματικές ή καλλιτεχνικές προσωπικότητες καθ’ όλη τη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων, όπως ας πούμε οι γείτονές τους Βοιωτοί. Αξίζουν, πάντως, σίγουρα τον θαυμασμό μας για το ότι πάλεψαν δυνατά και αποφασιστικά και μάλιστα με μεγάλο κόστος και θυσίες για τα δίκαιά τους και την ελευθερία τους, απέναντι εχθρών υπέρτερων, όλους αυτούς τους αιώνες. Μπορεί, τέλος, να υποστηριχθεί, βάσιμα, ότι οι αρχαίοι Φωκείς ήταν το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα λαού στον ελληνικό χώρο, την εποχή εκείνη, με δυνατό αντιστασιακό φρόνημα, για την εξασφάλιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους.» («Σύμμεικτα Ι», Στάθη Ασημάκη, Αθήνα 2020).