ΒΡΑΔΥ... Τα μουλάρια οδεύουν αργά, διστακτικά στο χείλος ενός βαράθρου, στον πυθμένα του οποίου έχει απομείνει, όπως νερό βροχής σε λάκκο, λίγο, ελάχιστο φως της ημέρας. Οι πλαγιές του βαράθρου είναι φαγωμένες, ξεγυμνωμένες από τα χειμωνιάτικα νερά ολοκλήρων αιώνων κι’ έτσι καθώς φωτίζονται από ένα αμυδρό φως χωρίς θερμότητα δίνουν την εντύπωση σβησμένου κρατήρος ηφαιστείου... Είμαστε στον δρόμο της Μονής του Οσίου Λουκά. Όλη την ημέρα, ερχόμενοι από τους Δελφούς, ταλαιπωρηθήκαμε σε δρόμους πολτώδεις και γεμάτους προδοτικούς λάκκους. Γι' αυτό, παρά την σκληρότητα των σαμαριών, το αργό και λικνιστικό βάδισμα των μουλαριών μέσα στην βαθιά βραδινή γαλήνη της ερημίας είναι μια σωματική και ψυχική ανακούφισις. Δεν αισθανόμαστε καμμιά βία να φθάσουμε. Μετά μία απογευματινή βροχή, ο καιρός εκαθάρισε και η γη αναδίδει μια ευχάριστη μυρωδιά νοτισμένου χώματος και βρεγμένων φύλλων. Ο ουρανός πάνω μας έχει ένα σκοτεινό γλαυκό χρώμα. Μέσα στη μεγάλη σιγή, στην οποία βυθιζόμαστε σαν σ' ακίνητα βαθιά νερά, δεν ακούονται παρά τα αργά και μονότονα κουδούνια των μουλαριών. Κάθε φορά όμως που τα μουλάρια σταματάνε, όλο το βουνό γίνεται παλμώδες από τους γλυκούς βουκολικούς ήχους αναρίθμητων μικρών κουδουνιών σκορπισμένων προβάτων. Μεγάλες φωτιές λάμπουν μυστηριωδώς κατ' αποστάσεις στις πλαγιές και τα υψώματα. Είναι τα φώτα τσοπάνηδων. Μια βαθιά ποίησις, με κάτι το κατανυκτικό μαζί, γεμίζει την ψυχή μέσα στην παλμώδη αυτή νύκτα του μεγάλου υπαίθρου. Τα σπάνια και τ' αγριοτριαντάφυλλα, από τα οποία είναι γεμάτες οι πλαγιές που ακολουθούμε, ευωδιάζουν όλο το σκοτάδι. Προχωρεί κανείς σαν μέσα σ' ένα μαγευμένο κήπο. Έχουμε μαζί μας ως αγωγιάτες δυο χωριατόπαιδα από το Στείρι που μιλάν μεταξύ τους Αρβανίτικα, τα οποία διακόπτουν κάθε τόσο για να μας διηγηθούν της έριδες που υπάρχουν μεταξύ των μοναχών του Οσίου Λουκά. Είναι η αιωνία ιστορία των Ελληνικών μοναστηριών.









