Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Περί (Α)Ράχοβας

 


Μέρος 1ο
Η κατάληξη

Θα ξεκινήσουμε την έρευνα, αναφορικά με το τοπωνύμιο (Α)ράχοβα, αντίστροφα, δηλαδή  επιχειρώντας πρώτα να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα που σχετίζεται με την κατάληξη -οβα (-ova), πασίγνωστη ως σλαβική, και φορτωμένη έως τώρα με βεβαιότητες ως προς την προέλευσή της.

Το πρώτο, λοιπόν, ερώτημα που τίθεται είναι αυτό: «η κατάληξη αυτή όντως είναι αποκλειστικά σλαβική ή απαντάται και σε άλλες γλώσσες, όχι βεβαίως ως δάνειο από την παλαιοσλαβική, αλλά ως αυτοτελής;»

Σύμφωνα με την ισχύουσα άποψη, στις σύγχρονες σλαβικές γλώσσες οι καταλήξεις: -ova, -ovo έχουν την έννοια: “του ανήκειν σε τόπο (οποιονδήποτε)” ή “τόπος (οποιοσδήποτε) που ανήκει σε κάποιον”.

Μάλιστα, το πρωτοσλαβικό μόρφημα (κτητικό ή πατρωνυμικό δηλωτικό τόπων) -ov δημιουργεί επίσης και συσχετιστικά επίθετα, δηλαδή επίθετα (αρσενικό -ov, θηλυκό -ova, ουδέτερο -ovo) που συσχετίζουν κάποιο αντικείμενο με κάποιο άλλο. Δηλαδή, το σλαβικό -ov έχει την ίδια λειτουργία με το ελληνικό -ιος.

Έτσι, όπου εντοπιστεί τοπωνύμιο με τέτοια κατάληξη, χωρίς πολλή σκέψη χαρακτηρίζεται αμέσως ως σλαβικό.

Αν ανατρέξουμε στην αρχαιοελληνική γραμματεία και συγκεκριμένα στους περίφημους “Παράλληλους βίους” του Πλούταρχου, ειδικότερα δε στο Πελοπίδας - Μάρκελλος”, διαπιστώνουμε ότι τοπωνύμιο Ova(Όβα), υπήρχε έξω από τη Ρώμη, το ενωρίτερο τουλάχιστον από τον 3ο π.Χ. αιώνα που έδρασε ο ύπατος Μάρκελλος, και το αργότερο το 2ο μ.Χ. αιώνα που έγραψε ο Πλούταρχος το εν λόγω έργο του.

Συγκεκριμένα, ο αρχαίος συγγραφέας κάνει μνεία μιας πόλης κοντά στη Ρώμη, όπου οι Έλληνες την ονόμαζαν Εύαν και οι Ρωμαίοι Όβα, στην οποία ο Ρωμαίος ύπατος Μάρκελλος θα έπρεπε να τελέσει το μικρό του θρίαμβο, ενώ το μεγάλο του θρίαμβο θα έπρεπε να τελέσει στο Αλβανό Όρος, και όχι στη Ρώμη, λόγω φθόνου των πολιτικών του αντιπάλων. Μάλιστα, εξηγεί και την προέλευση της ονομασίας αυτής της πόλης, που έχει ξεχωριστή σημασία, και τη συσχετίζει με τη λατινική λέξη ovis = πρόβατο.

Ειδικότερα γράφει τα εξής(σε μετάφραση):

[…]. Επειδή λοιπόν οι αντίπαλοί του αντιδρούσαν να τελέσει ο Μάρκελλος θρίαμβο, αφού είχαν μείνει ημιτελείς οι επιχειρήσεις στη Σικελία και προκαλούσε φθόνο ο τρίτος θρίαμβος, συμφώνησε ο ίδιος να παρελάσει για τον ολοκληρωμένο και μεγάλο θρίαμβο στο Αλβανό όρος και το μικρότερο θρίαμβο να τον τελέσει στην πόλη που οι Έλληνες την ονομάζουν ''Εύαν'' και οι Ρωμαίοι ''Όβα''. Και τον τελεί όχι ανεβασμένος πάνω σε τέθριππο άρμα, ούτε φορώντας δάφνινο στεφάνι, ούτε περιβαλλόμενος από σαλπιγκτές, αλλά πεζός με σανδάλια, με συνοδεία πάρα πολλών ανθρώπων που έπαιζαν αυλούς και με στεφάνι μυρτιάς, έτσι που να φανεί περισσότερο απόλεμος και ευχάριστος παρά πολεμιστής. Αυτό για μένα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του κριτηρίου, το οποίο καθόριζαν παλαιότερα τους θριάμβους, με βάση δηλαδή τον τρόπο που πετύχαινε κάποιος τη νίκη και όχι με το μέγεθός της. Γιατί, όσοι νικούσαν τους εχθρούς με μάχη και φονικό, τελούσαν, όπως φαίνεται εκείνο το θρίαμβο του Άρη, όπως συνήθιζαν να εξαγνίζουν τα στρατόπεδα, στεφανώνοντας τα όπλα και τους άνδρες, με πολλή δάφνη, τους στρατηγούς όμως που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουν, αλλά που με συνομιλίες και πειθώ και με συζητήσεις ρύθμιζαν σωστά τα πάντα, ο νόμος επέτρεπε την απόλεμη και πανηγυρική αυτή παρέλαση, για να γνωστοποιήσουν την επιτυχία με παιάνες. Γιατί ο αυλός είναι γνώρισμα της ειρήνης και η μυρτιά της Αφροδίτης, που κατεξοχήν είναι η θεά που απεχθάνεται τη βία και τους πολέμους. Και ο θρίαμβος αυτός ονομάζεται ''οβα'', όχι ''ευασμός'', όπως νομίζουν οι πολλοί - γιατί και σ’ εκείνον παρελαύνουν με κραυγές χαράς και με τραγούδια - αλλά το όνομα αποδίδεται από τους Έλληνες στη συνήθειά τους, καθώς έχουν πεισθεί ότι αρμόζει αυτή η τιμή και στο Διόνυσο, που τον αποκαλούμε Εύιο και Θρίαμβο. Η αλήθεια όμως δεν είναι αυτή, αλλά στο μεγάλο θρίαμβο ήταν πατροπαράδοτο να θυσιάζεται από τους στρατηγούς βόδι, ενώ σ’ αυτόν το θρίαμβο θυσίαζαν πρόβατο. Και ''οβα'' ονομάζουν οι Ρωμαίοι τα πρόβατα. από αυτό ονόμασαν και το θρίαμβο ''οβα''.[…].”

Μπορεί σήμερα να μην εντοπίζεται τοπωνύμιο τέτοιου είδους στην ιταλική χερσόνησο, έχει όμως ενδιαφέρον  ότι υπάρχει χωριό με  όνομα Ovilo στην ανατολική Σαρδηνία σε ορεινή περιοχή, κατάλληλη μόνο για κτηνοτροφία και η λατινική λέξη οvillus, a, um σημαίνει προβάτειος, των προβάτων.

Ακόμη υπάρχουν δυο τοπωνύμια στην Παλαιστίνη, στα υστερορωμαϊκά χρόνια, με την ίδια κατάληξη -οβα και συγκεκριμένα:

α)Η πόλη Χαραγμωβά, την οποία μνημονεύει ο Άγιος Σωφρόνιος, πατριάρχης Αλεξανδρείας (564 μ.Χ.- 638 μ.Χ.), όταν αναφέρεται σε κάποιο θαύμα (το 61ο) των Αγίων Αναργύρων: Αββά Κύρου και Ιωάννου.

β)Η παλαιστινιακή πόλη Χόζοβα, από όπου, σύμφωνα με την παράδοση, στα χρόνια της Εικονομαχίας, έφυγε η εικόνα της Παναγίας και μεταφέρθηκε στην Αμοργό, όπου σήμερα βρίσκεται στο ομώνυμο γνωστό μοναστήρι: «Παναγία Χοζοβιώτισσα».

 Το ακόμα πιο σημαντικό είναι η ύπαρξη πλήθους τοπωνυμίων με κατάληξη -οβα σε ολόκληρη τη σημερινή Τουρκία, όπου σίγουρα εκεί δεν υπήρξαν σλαβικές επιδρομές και αποικήσεις. Ειδικότερα, αναφέρουμε:

i)Το νησί Kekova, που είναι η αρχαία Κισθήνη - Δολιχίστη, η οποία βρίσκεται απέναντι από τις ακτές της Λυκίας στη Μικρά Ασία.

ii)Την παραλιακή πόλη Τekirova - αρχαία Φάσηλις - επίσης στη Λυκία της Μικράς Ασίας.

iii)Την πόλη Κumluova που βρίσκεται ανάμεσα στην τοποθεσία της αρχαίας πόλης Ξάνθος και της τοποθεσίας του Λητώου ιερού  της Λυκίας της Μικράς Ασίας.

iv)Την κωμόπολη Gökova της Μικράς Ασίας, που βρίσκεται κοντά  στον Κεραμεικό κόλπο, ο οποίος ορίζεται νότια από τη χερσόνησο της Κνίδου.

v)Tην κωμόπολη lova, βόρεια του Κουσάντασι της Μικράς Ασίας.

Επίσης, υπάρχει και άλλη κωμόπολη lova, νότια της Κερασούντας στον Πόντο της Μικράς Ασίας, χτισμένη δίπλα σε λίμνη.

vi)Την παραλιακή κωμόπολη Yalova στον Αστακηνό κόλπο της Μικράς Ασίας, περίφημη για τις ιαματικές της πηγές.

vii)Το γνωστό προάστειο της Σμύρνης, Μπουρνόβα, όπου εκεί πριν τη Μικρασιατική καταστροφή έμεναν οι εύπορες ελληνικές οικογένειες της Σμύρνης.

viii)Το γνωστό δυτικό προάστειο της Σμύρνης, Balçova, όπου βρίσκονταν εξοχικές κατοικίες των εύπορων Ελλήνων Σμυρνιών προ του 1922.

ix)Η κωμόπολη Gümüsova, στην επαρχία του Σαγγαρίου της Μικράς Ασίας.

x)Η κωμόπολη Suluova νότια της Σαμψούντας, στην περιοχή της Αμάσειας της Μικράς Ασίας.

xi)Η πόλη Tașova, νότια της Σαμψούντας, στην περιοχή της Αμάσειας της Μικράς Ασίας.

xii)Η κωμόπολη Artova, στην περιοχή Tokat του Πόντου, νότια της Σαμψούντας.

xiii)Η κωμόπολη Karliova που βρίσκεται στην επαρχία Bingöl της Ανατολικής Τουρκίας.

Αλλά και πέραν των παραπάνω υπάρχουν επίσης διάσπαρτα στη Μικρά Ασία και άλλα τέτοια τοπωνύμια, όπως: Yeşilova, Incirliova, Gerenkova, Belenova, Saricaova, Kurucaova, Altinova, Akçaova, Beylikova, Denizova, Aşağıinova, Ovacuma (Kάστρο στην πόλη Safranbolu της επαρχίας Karabük), Pamukova, Turunçova, Zümrütova.

Εδώ, απλώς, θα τονίσουμε ότι στην τουρκική γλώσσα το ova δεν επέχει θέση κατάληξης και δεν είναι δάνειο από άλλη γλώσσα, αντίθετα είναι μια ξεχωριστή λέξη και σημαίνει λιβάδι. γι’ αυτό το λόγο στην Τουρκία οι πόλεις και τα χωριά, που έχουν ονόματα, τα οποία λήγουν σε ova, βρίσκονται σε πεδινές εκτάσεις. Με την ευκαιρία αυτή αξίζει να αναφερθεί ότι κάποια τοπωνύμια του ελληνικού χώρου με κατάληξη -οβα δόθηκαν στα χρόνια της τουρκοκρατίας και από τους Τούρκους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Ξηρολίβαδο Ημαθίας, το οποίο οι Τούρκοι ονόμαζαν Ουζούντζιοβα (από την τουρκικές λέξεις uzun = μακρύς και το ova = λιβάδι), δεδομένου ότι το Ξηρολίβαδο, με υψόμετρο 1.200m, έχει ελλειψοειδές σχήμα με το μεγάλο άξονα να έχει μήκος 3.000 m περίπου και το μικρό άξονα  600 m περίπου. Σύμφωνα δε με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ξηρολίβαδου: «Από τα παλαιότερα χρόνια, αλλά και σε όλες τις ιστορικές αναφορές, το όνομα της περιοχής δεν έχει αλλάξει, αλλά παραμένει σταθερά ως Ξηρολίβαδο.»

Τέλος, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι σύμφωνα με το λεξικό του Ησύχιου (5ος μ.Χ. αιώνας) στη Θεσσαλία αναφερόταν η λέξη: οὐαί = φυλές και υπήρχε, γενικώς, η λέξη βοι = τόποι μεγαλομερείς (= σημαντικοί, σύμφωνα με τον ιστορικό Πολύβιο).

Πώς όμως όλα τα παραπάνω μπορούν να συσχετιστούν και ερμηνευτούν κάτω από κοινή βάση, χωρίς να εμφανίζονται αντιφάσεις;  Σίγουρα, εάν απορρίψουμε τη σλαβική αποκλειστικότητα του οβα που έχει επισωρεύσει η έως τώρα έρευνα. Θα πρέπει, δηλαδή, να αναζητήσουμε αλλού την πρωταρχική αφετηρία αυτής της λέξης ή κατάληξης, όπως θέλει ο καθένας να τη θεωρεί.

Κατά τη γνώμη μας θα πρέπει να πάμε πολύ πίσω στις ινδοευρωπαϊκές ρίζες μας, σε λέξη που σχετίζεται με το πρόβατο και συγκεκριμένα στη σανσκριτική λέξη avi-h, η οποία στη συνέχεια έδωσε την ελληνική όις, τη λατινική ovis, την παλαιοϊρλανδική oi, τη λιθουανική avis, την παλαιοσλαβική οvinu, την αγγλοσαξωνική eowu, την παλαιογερμανική ouwi κλπ.

Είναι λογικό, λοιπόν, να θεωρήσουμε ότι το τουρκικό οva είναι ινδοευρωπαϊκό δάνειο, δεδομένου ότι πεδιάδες και  πρόβατα που βόσκουν εκεί, στις ασιατικές στέπες, σχετίζονται άμεσα. Φαίνεται, όμως, ότι οι Τούρκοι δανειζόμενοι το οva το χρησιμοποίησαν για τις εκτάσεις, όπου έβοσκαν τα ποίμνιά τους παρά για τα ίδια τα ποίμνια (πρόβατα).

Δεν είναι, πάντως, τυχαίο ότι στο σημαντικό λεξικό: «An Etymological Dictionary of Pre Thirteenth-Century Turkish», Sir Gerard Clauson, Oxford at the Clarendon Press, 1972 και σχετικά με το τουρκικό ova αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής: «[…].That the English, Latin, and Mongolian on the two ends of the Eurasia share the same word with Türkic languages attest to something that a linguist should know before she or he engages in etymology.[…].», που σημαίνει : «[…]. Το ότι τα αγγλικά, τα λατινικά και τα μογγολικά στα δύο άκρα της Ευρασίας μοιράζονται την ίδια λέξη με τις τουρκικές γλώσσες επιβεβαιώνουν κάτι που ένας γλωσσολόγος πρέπει να γνωρίζει πριν ασχοληθεί με την ετυμολογία της. […].»

Επιπλέον, στην αρχαιοελληνική γλώσσα, υπήρχαν οι εξής λέξεις :

  • ὄις (ομηρική) = πρόβατο. Αρχικά ήταν Fις, όπου το αρχαιοελληνικό γράμμα δίγαμμα (F) προφερόταν ως βαυ (κάτι δηλαδή μεταξύ β και φ).
  • οἴη = χωριό. Και η λέξη αυτή σύμφωνα με το Λεξικό της αρχαιοελληνικής γλώσσης του Ι. Σταματάκου προέρχεται από τη λέξη Fία = κοινότης, σωματείο, φυλή, που μαρτυρείται από το λακωνικό βά.
  • οἰήτης και οἰάτης = χωρικός.
  • oἰάτης = βοσκότοπος στο Δήμο Οἴα της αρχαίας Αττικής.

Επομένως, και η Οίτη της Ρούμελης μπορεί να σημαίνει το βουνό με  τους πολλούς βοσκότοπους.

Όλες οι παραπάνω λέξεις μπορούν, λοιπόν, να σχετιστούν και  ερμηνευτούν κάτω από ένα κοινό πλαίσιο, διότι οι πατριές νομάδων βοσκών, που εγκαθίστανται σε βοσκοτόπια πάνω στα βουνά, μπορεί να δώσουν στη συνέχεια και σιγά - σιγά συμπαγείς οικισμούς.

Εξάλλου, στην πλειονότητά τους οι παλιότεροι μικροί οικισμοί, όχι μόνο στα αρχαία χρόνια, αλλά και στους πρόσφατους αιώνες ήταν πατριές κτηνοτρόφων, που έμεναν σε μια περιοχή και σταδιακά καταγίνονταν και με τη γεωργία. και εφόσον αυτό ήταν πρόσφορο και αποδοτικό, τότε η εγκατάστασή τους  έπαιρνε μονιμότερο χαρακτήρα.

***

Κατόπιν όλων των ανωτέρω αναφερθέντων προκύπτει το εξής συμπέρασμα: οι λέξεις όβα, όβο σήμαιναν οικισμό - χωριό (και αρχικά υπέκρυπταν γλωσσικά σε όλες τις  παραπάνω περιπτώσεις τις λέξεις πρόβατο και άρα την  κτηνοτροφία).

Δηλαδή, τόσο στο νότιο ελληνικό χώρο, όπου μιλιόταν συμπαγώς η ελληνική γλώσσα, όσο και στο χώρο της ορεινής Ηπείρου (Βορείου και Νοτίου) και της Μακεδονίας, όπου η ελληνική υποχώρησε έναντι της λατινικής, με αποτέλεσμα οι εκεί κάτοικοι να μιλούν τη λατινογενή (βλάχικη) γλώσσα, καθώς και στις περιοχές του βαλκανικού χώρου, όπου διείσδυσαν αργότερα σλαβικοί πληθυσμοί, οι λέξεις οβα, οβο θα ήταν σε χρήση ως δεύτερα συνθετικά και θα συμμετείχαν στις ονομασίες τόπων.

Τέλος δε, στις σύγχρονες σλαβικές γλώσσες, οι έννοιες, “του ανήκειν σε τόπο (οποιονδήποτε)” ή “τόπος (οποιοσδήποτε) που ανήκει σε κάποιον”, των καταλήξεων: -ova, -ovo φαίνεται ότι είναι μεταγενέστερες, δεδομένου ότι σε όλες τις πρωταρχικές κοινωνίες ο τόπος οριζόταν αρχικά και ευρύτερα για κτηνοτροφικούς σκοπούς (λιβάδια για βοσκή) χωρίς μόνιμες κατοικίες, αλλά με σκηνές, καθόσον υπήρχε μετακίνηση του ποιμνίου και πολύ αργότερα, για γεωργικούς σκοπούς, και μόνιμη κατοίκηση, οπότε επιτακτικά έμπαινε το θέμα της ιδιοκτησίας.

Μάλιστα ο μηχανισμός δημιουργίας, αυτού του είδους τοπωνυμίων θα ήταν ο εξής. Όταν εντοπιζόταν από τους νομάδες ποιμένες, που έκαναν διείσδυση σε νέες περιοχές, κάποιος κατάλληλος βοσκότοπος, στήνονταν αρχικά οι σκηνές και οι στάνες τους. Προϊόντος δε του χρόνου και εφόσον δεν υπήρχε ολοκληρωτική μετακίνησή τους προς άλλες περιοχές, η  πατριά - το λεγόμενο στα βλάχικα φαλκάρε - παρέμενε εκεί και εξελισσόταν σε μικρό οικισμό και αργότερα, με τον καιρό, σε ολόκληρο χωριό.

Τελικώς, κατά την άποψή μας, η κατάταξη ενός τοπωνυμίου με κατάληξη -οβα, -οβο σε βλάχικη ή σλαβική κατηγορία, εξαρτάται από το γλωσσικό θέμα του τοπωνυμίου, που σημαίνει ότι :

1)Εάν η ρίζα του θέματος είναι βλάχικη ή αλβανική, τότε το τοπωνύμιο, οπουδήποτε και εάν απαντάται στη βαλκανική χερσόνησο, έχει δοθεί από Βλάχους. Μάλιστα, οι Βλάχοι, ειδικά οι λεγόμενοι Αρβανιτόβλαχοι, γνώριζαν και την αλβανική γλώσσα.

2)Εάν η ρίζα του θέματος είναι σλαβική και ταυτόχρονα το ίδιο τοπωνύμιο απαντάται και σε άλλες χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, τότε το τοπωνύμιο αυτό έχει σίγουρα σλαβική προέλευση.

***

Περί (Α)Ράχοβας

Μέρος 2ο
Το θέμα

 

Εξαρχής, θα πούμε ότι το πραγματικό όνομα του τοπωνυμίου που εξετάζουμε είναι Ράχοβα και όχι Αράχοβα. Το αρκτικό (Α) προέκυψε για πρώτη φορά, μάλλον, με τη  Ράχοβα Οινούντος Λακωνίας (πρόκειται για το σημερινό χωριό Καρυές Λακωνίας), για λόγους ευφωνίας / ευκολίας μέτρου στο ποίημα: «Χρονικό του Μορέως», που συντάχτηκε το 14ο αιώνα από ανώνυμο, καθόσον εκεί αναφέρεται ως Αράχοβα Μεγάλη.

 «[…]

Επήρε τους κι απήλθασιν εις των Σκόρτων τα μέρη

Εκείσε τους εδιόρθωσεν να κατοικούν και στήκουν

Εις το χωρίον το λέγουσιν Αράχοβα Μεγάλην

Όπου ένι η άκρη των Σκορτών, εκεί προς τους Ρωμαίους

Να μάχονται μετ’ εκεινούς, τον τόπον να φυλάττουν.

[…]»

 

Υπάρχει, επίσης, και ένας άλλος λόγος  χρήσης του αρκτικού (α), τον οποίο θα αναφέρουμε πιο κάτω.

Υφίστανται, πάντως, σε όλο τον ελληνικό χώρο δέκα έξι (16)τοπωνύμια, είτε με τον τύπο Αράχοβα, είτε με τον τύπο Ράχοβα / Ράχοβο και είναι τα εξής:

1)Αράχοβα Φιλιατών (το Ριζό Θεσπρωτίας).

2)Αράχοβα Κλεπαΐδας Αιτωλοακαρνανίας (η Αράχοβα Ναυπακτίας).

3)Αράχοβα Παρακαμπυλίου Ευρυτανίας (το Πεντάκορφο Αιτωλοακαρνανίας).

4)Αράχοβα Βοιωτίας (Αράχοβα Φωκίδας την αναφέρει ο Μax Vasmer).

5)Αράχοβα Ζεμενού Βοιωτίας (Την αναφέρει ο Μax Vasmer, στηριζόμενος ίσως σε αναφορά του περιηγητή F.C.H.L.Pouqueville, ο οποίος σημειώνει στο βιβλίο του «“Voyage de la Grece”»: «[…]. Σε μικρή απόσταση από την Αράχοβα, φτάνουμε στη βρύση Κούκουρας και σε μισή λεύγα πιο μακριά σε ερειπωμένα τείχη τοποθετημένα σ’ ένα λόφο που ποτίζεται στη βάση του από ένα ρυάκι. Αυτό το ερείπιο και η περιοχή όπου βρίσκεται, λέγονται Ζεμενό και Παλιά Αράχοβα. Είναι πιθανόν αυτά τα τείχη να είναι εκείνα της Ερώχου πόλης των Φωκέων, το όνομα της οποίας μεταφέρθηκε στο χωριό Αράχοβα.[…].»).

Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ποτέ Παλιά Αράχοβα, απλώς ο χαρακτηρισμός Παλιά απηχεί την ύπαρξη αρχαίας πόλης, της Ανεμώρειας, που βρισκόταν στην περιοχή του Ζεμενού / Παλιόπυργος, όπως βάσιμα πιστεύουμε και έχουμε υποστηρίξει στην έρευνά μας με τίτλο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες  πηγές», Αθήνα 2018.

6)Αράχοβα Αιγίου Αχαΐας (η Κρήνη Αιγιαλείας).

7)Αράχοβα Φελλόης Αχαΐας (η Εξοχή Αχαΐας).

8)Αράχοβα Γορτυνίας Αρκαδίας (η Λύκαινα Γορτυνίας).

9)Αράχοβα Μεσσήνης Μεσσηνίας (η Πηγή Μεσσηνίας).

10)Αράχοβα Λεύκτρου Μεσσηνίας (το Καρυοβούνι Μεσσηνίας).

11)Αράχοβα Οινούντος Λακωνίας (οι Καρυές Λακωνίας).

12)Ράχοβα Φλώρινας (ο Πυξός Φλώρινας που δεν υφίσταται σήμερα).

13)Ράχοβα Βέροιας (η Ράχη Βέροιας).

14)Ράχοβα Σερρών (η Μεσοράχη Ζίχνης Σερρών).

15)Ράχοβο Τρικάλων (η Καστανιά Τρικάλων).

16)Ράχοβο Κοζάνης (το Πολύραχο Κοζάνης).

Υπάρχουν, επίσης, και τα εξής συναφή, ουσιαστικά ταυτόσημα, τοπωνύμια στη νότια Αλβανία (την Βόρεια Ήπειρο):

i)Rehovë, χωριό στο Μπεράτι της Αλβανίας.

ii)Rehovë, χωριό στο μέσο περίπου του άξονα Κορυτσάς - Πρεμετής (νοτιοανατολικά από το Βιθκούκι).

iii)Rehovë, χωριό στη νότια Αλβανία, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα.

***

Για το πολυπληθές αυτό και άρα σημαντικό τοπωνύμιο υπάρχει, κατά τη γνώμη μας, η μεγαλύτερη σύγχυση όσον αφορά την εξήγησή του. Όλοι σχεδόν οι ερευνητές, ξένοι και εγχώριοι, έχουν αποφασίσει, χωρίς καμιά αδιάσειστη απόδειξη, μόνο με ''τραβηγμένες'' λεκτικές ομοιότητες, ότι σχετίζεται με τις παλαιοσλαβικές λέξεις: орех (ορεχ) = καρύδι και орахов (oράχοβ) = καρυδένιος, και άρα είναι σλαβικό, συνεπώς Αράχοβα σημαίνει καρυδότοπος

Σύμφωνα με άλλους μελετητές η Αράχοβα είναι ένα από τα πρώιμα πρωτοσλαβικά τοπωνύμια (Early Proto -Slavic<EPS>) που διατηρούν ακόμα το κοινό Βαλτο -Σλαβικό (a). Η εν λόγω ονομασία, λοιπόν, σύμφωνα με αυτούς περιέχει την EPS μορφή *arěhŭ = καρύδι  (*arěhŭv = καρυδένιος) και το δεύτερο (a) είναι προϊόν ελληνικής αφομοίωσης (Αρήχοβα > Αράχοβα). Και για δείξουν ότι το (ě) μετατράπηκε στην ελληνική σε (α) επικαλούνται το σλαβικό δάνειο της νεοελληνικής λέξης σανό από το υστεροσλαβικό sěno.

Αυτό, όμως,  που δεν γνωρίζουν οι εν λόγω μελετητές και δίνουν τις πιο πάνω γλωσσικές «πιρουέτες» τους, επικαλούμενοι κοινό βαλτο - σλαβικό (a) με περίτεχνους μάλιστα όρους για εντυπωσιασμό, είναι ότι το υπόψη τοπωνύμιο δεν ήταν πρωταρχικά Αράχοβα, όπως αναφέραμε και στην αρχή, αλλά Ράχοβα, όπου και αν αυτό συναντάται στον ελληνικό χώρο.

Και, επίσης, εάν δούμε με προσοχή τα πραγματικά στοιχεία, δηλαδή την τοπογραφία των περιοχών με  το υπόψη όνομα, θα διαπιστώσουμε καθαρά ότι είναι άλλο το κοινό χαρακτηριστικό που συνδέει όλους αυτούς τους τόπους και ότι υπάρχει άλλη γλωσσική βάση πιο πειστική, για να εξηγήσει τη συγκεκριμένη ονοματοθεσία.

Ειδικότερα, το πραγματικό κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των τόπων, που έχουν ως όνομα το Αράχοβα, Ράχοβα, Ράχοβο, και Rehovë είναι: ράχες βουνών και μάλιστα με μεγάλο υψόμετρο, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την ευδοκίμηση της καρυδιάς.

Διότι, πράγματι, η καρυδιά ευδοκιμεί παντού όπου δεν υπάρχουν συχνοί, έντονοι και παρατεταμένοι παγετοί, προσαρμόζεται, δηλαδή, καλύτερα σε ζεστούς τόπους. Σε νότιες περιοχές, τη συναντούμε και σε υψόμετρο μέχρι και τα 800 μέτρα, αλλά σε βόρειες (π.χ. Βόρεια Ελλάδα, Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Βουλγαρία) μέχρι και τα 600 μ. ύψος.

Επομένως, υπήρχαν πολλές άλλες περιοχές στον ελληνικό χώρο, με μικρότερα υψόμετρα και πιο κατάλληλες για την ευδοκίμηση της καρυδιάς, για να δώσουν αφορμή στους κατοίκους εκείνων των παλιών εποχών, γηγενείς ή έποικους, για να ονοματίσουν τους οικισμούς τους με βάση το όνομα της καρυδιάς, και όχι αυτές οι περιοχές  για τις οποίες τελικά γίνεται λόγος, δηλαδή τις απανταχού (Α)Ράχοβες.

Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει, επίσης, να προσεχτεί είναι το εξής: Εάν κάποιος ανατρέξει στο βιβλίο: Die Slaven in Griechenland, Berlin 1941, του Γερμανού Max Vasmer, θα διαπιστώσει με έκπληξη ότι στα αναφερόμενα πάνω από 2.000 ξενόγλωσσα τοπωνύμια του ελληνικού χώρου που χρεώνονται ως σλαβικά, μόνον έξι(6) από αυτά απαντώνται πολλές φορές και αυτά είναι τα ακόλουθα:

α) Δράνοβο και παραλλαγές του, με εξήγηση τη σλαβική λέξη дрены (ντρένι) = κρανιά, απαντάται οκτώ (8) φορές.

β) Κεράσοβο, με εξήγηση, είτε την ελληνική λέξη κεράσι, είτε τη βλάχικη λέξη τσιρέσου = κερασιά, είτε τη σλαβική λέξη черешня (τσερέσν) = κεράσι, απαντάται οκτώ (8) φορές.

γ) Τούρνοβο και παραλλαγές του, με εξήγηση τη βλάχικη λέξη τουρνάρε = χύσιμο, απαντάται επτά(7) φορές.

δ) Μπάνιτσα και παραλλαγές του, με εξήγηση, είτε τη βλάχικη λέξη μπάνιε = τοποθεσία με νερά, η οποία προέρχεται από τη λατινική λέξη balneum, i = λουτρό, είτε τη σλαβική λέξη паница (πάνιτσα) = λεκάνη, απαντάται επτά (7) φορές.

ε) Γρανίτσα με εξήγηση, είτε τη βλάχικη λέξη (δάνειο εκ της σλαβικής) γκράνιτσα = σύνορο, όριο,  είτε από τη σλαβική λέξη граница (γκρανίτσα) = όριο, απαντάται έξι (6) φορές.

στ) Σμόκοβο, με εξήγηση τη σλαβική λέξη смокъкъница (σμοκόβνιτσα) = συκιά, απαντάται πέντε (5) φορές.

 

Επομένως, το τοπωνύμιο (Α)Ράχοβα που συναντάται δέκα έξι(16) φορές(!) μοιάζει σαν να ήταν παντού οι ίδιοι οι ονοματοθέτες, γηγενείς ή έποικοι, έχοντας την ίδια αγάπη, μάλλον υπερβολική αδυναμία, στα όρια της εμμονής (… «κωλύματος»), για τις καρυδιές, τις οποίες μάλιστα ανακάλυπταν σε μεγάλα υψόμετρα, πάνω από 800μ.

***

Και, τώρα, ας δούμε αναλυτικότερα τα τοπογραφικά στοιχεία των τοποθεσιών, όπου «επικάθησαν» οι (Α)Ράχοβες, για να διαπιστώσουμε το πραγματικό κοινό στοιχείο που τις συνδέει και έχει παίξει, κατά τη γνώμη μας, τον κρίσιμο ρόλο για την κοινή ονομασία τους.

Ειδικότερα:

α)Η Αράχοβα Παρνασσού με υψόμετρο 950μ. είναι χτισμένη στις νότιες υπώρειες του Παρνασσού.

β)Η Παλαιά Αράχοβα που υποστηρίζεται από κάποιους ότι βρισκόταν στο σημερινό Ζεμενό Βοιωτίας, όπως υποστηρίξαμε παραπάνω, δεν υφίστατο ποτέ.

γ)Η Αράχοβα Ναυπακτίας με υψόμετρο 960μ.  είναι χτισμένη στις απότομες νοτιοδυτικές πλαγιές του βουνού Κοκκινιάς του ορεινού συγκροτήματος των Βαρδουσίων.

δ)Η Αράχοβα Γορτυνίας με υψόμετρο 890μ. είναι χτισμένη στις νοτιοδυτικές πλαγιές του ορεινού συγκροτήματος, το οποίο βρίσκεται ανάντη της Δημητσάνας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τοπικές πληροφορίες, τα ερείπια του παλιού οικισμού βρίσκονται διάσπαρτα στην πλαγιά που κατεβαίνει προς την τοποθεσία «Κεφαλάρι».

ε)Η Αράχοβα Λεύκτρου Μεσσηνίας με υψόμετρο 500μ. είναι χτισμένη στη συμβολή τριών απότομων πλαγιών του Δυτικού Ταΰγετου που σχηματίζουν ευρύ αυχένα.

στ)Η Αράχοβα Οινούντος με υψόμετρο 950μ. είναι χτισμένη στις δυτικές υπώρειες του Πάρνωνα.

ζ)Η Αράχοβα Φελλόης Αχαΐας με υψόμετρο 1.100μ. είναι χτισμένη σε απότομη πλαγιά.

η)Η Αράχοβα Αιγίου Αχαΐας με υψόμετρο 779μ.  είναι χτισμένη σε απότομη πλαγιά.

θ)Η Αράχοβα Μεσσήνης Μεσσηνίας με υψόμετρο 617μ. είναι χτισμένη σε απότομη πλαγιά.

ι)Η Αράχοβα Ευρυτανίας με υψόμετρο 750μ. είναι χτισμένη σε απότομη πλαγιά. Σύμφωνα με τη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του Π. Δρανδάκη: “Κεῖται εἰς τὰς κλιτεῖς τοῦ Παναιτωλικοῦ ὄρους ἐν θέσει περιόπτῳ.”

ια)Η Αράχοβα Φιλιατών Θεσπρωτίας με υψόμετρο 580μ. είναι χτισμένη σε απότομη πλαγιά.

Επίσης και :

ιβ)Η Ράχοβα (το χωριό Πυξός) Φλώρινας, που δεν υφίσταται σήμερα, ήταν χτισμένη στα ριζά πλαγιάς, με υψόμετρο πάνω από 1.100μ.

ιγ)Η Ράχοβα (το σημερινό χωριό Ράχη) Βέροιας με υψόμετρο 394μ., χτισμένη στα ριζά των νοτιοανατολικών υπωρειών του Βερμίου και μπροστά της ανοίγεται η πεδιάδα της Βέροιας.

ιδ)Η Ράχοβα (το σημερινό χωριό Μεσοράχη) Ζίχνης Σερρών, με το μικρότερο υψόμετρο, μόλις 160μ. Είναι χτισμένη, όμως, στις απαρχές των νότιων υπωρειών του Μενοίκιου όρους, ψηλότερα βεβαίως σε σχέση με την κατάντη πεδιάδα του Στρυμώνα.

ιε)Το Ράχοβο (το σημερινό χωριό Καστανιά) Τρικάλων, με υψόμετρο 850μ., χτισμένο σε πλάτωμα μιας πολύ μεγάλης και κατηφορικής πλαγιάς.

ιστ)Το Ράχοβο(το σημερινό χωριό Πολύραχο) Κοζάνης με υψόμετρο 650μ., χτισμένο σε κατηφορική κορυφογραμμή λοφοσειράς, ανάμεσα σε δυο ευρείες χαράδρες.

Αλλά και :

i)Ο μικρός ορεινός οικισμός Rehovë (Ρεχόβε)[1],  νοτιοανατολικά από το Μπεράτι της Αλβανίας, βρίσκεται  σε απότομη πλαγιά και έχει υψόμετρο 700μ.

ii)Το ορεινό χωριό Rehovë[2](Ρεχόβε), στο μέσο περίπου του άξονα Κορυτσάς - Πρεμετής (νοτιοανατολικά από το Βιθκούκι), είναι χτισμένο σε απότομη πλαγιά βουνού και έχει μεγάλο υψόμετρο (περίπου 1.150μ.).

iii)Το ορεινό χωριό Rehovë(Ρεχόβε) στη νότια Αλβανία, πολύ κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, είναι χτισμένο στα ριζά των νοτιοδυτικών υπωρειών του Γράμμου (περίπου αντιδιαμετρικά από το χωριό Πληκάτι της Ηπείρου) και έχει υψόμετρο επίσης γύρω στα 1.150μ.

Κατόπιν όλων αυτών, είναι βάσιμο να δεχτούμε ότι το πρώτο συνθετικό του εν λόγω τοπωνυμίου δεν έχει σχέση με καρυδιές και καρύδια, αλλά σχετίζεται με το μεγάλο υψόμετρο και τις ράχες.

Εξάλλου, στη βλάχικη γλώσσα υπάρχει η λέξη ρέχα = ράχη βουνού - δάνειο από την ελληνική γλώσσα - και μπορεί να σχετίζεται με τη λέξη ραχάς (Ησύχιος, 5ος αιώνας), που συχνά χαρακτήριζε τοποθεσίες στον ελληνικό χώρο κατά τη ρωμαϊκή εποχή και σήμαινε “χωρίον σύνδενδρον και μετέωρον”, σύμφωνα δε με το λεξικό του Μέγα Φώτιου (9ος αιώνας) ραχάδας = τα δενδρώδη χωρία.

Μετά από τις παραπάνω αναφορές, είναι πιο εύλογο να δεχτούμε ότι το τοπωνύμιο (Α)Ράχοβα έχει βλάχικη προέλευση και σημαίνει: τοποθεσία με μεγάλο υψόμετρο, που βρίσκεται σε ράχη (από το θέμα του) και είναι κατάλληλη για κτηνοτροφία (από την κατάληξή του).

***

Ένα άλλο, επίσης, στοιχείο που μπορούμε να πούμε ότι ενισχύει τη βλάχικη προέλευση του τοπωνυμίου (Α)Ράχοβα είναι το αρχικό φωνήεν άλφα (α). Πράγματι, στη βλάχικη γλώσσα πολλές λέξεις από τη λατινική ή λέξεις δάνεια από άλλες γλώσσες παίρνουν στην αρχή το γράμμα (α) και μάλιστα πιο συχνά αυτές που αρχίζουν από το γράμμα (ρ). Παραδείγματα :

1)Τα βλάχικα τοπωνύμια π.χ. Ρέσνα και Ρουκοτίνο, που σήμερα βρίσκονται στη Βόρεια Μακεδονία στη βλάχικη γλώσσα λέγονται αντίστοιχα: Αρέσιανη και Αρουκουτίνο.

2)Οι Βλάχοι χρησιμοποιούν τις λέξεις: αβδέλλα αντί βδέλλα, αβέγκλιου και βέγκλιου = φρουρώ, επιτηρώ (από το λατινικό vigilo), αραέ αντί ραγιάς, αράμου = σκαλίζω (από το λατινικό rimo), αράνα και ράνα = τραύμα (από το σλαβικό rana), αράντου = ξύνω (από το λατινικό rado), αράου = κακός, δύστροπος (από το λατινικό reus = υπαίτιος), αραπάσου = ανάπαυσις (από το λατινικό repauso) κλπ. Έτσι λοιπόν έχουμε πολύ εύκολα Αράχοβα αντί Ράχοβα.

Επιπλέον, εάν υποτεθεί ότι η προέλευση του εν λόγω τοπωνυμίου ήταν η σλαβική λέξη орахов(oράχοβ) = καρυδένιος, πώς εξηγείται η εξαφάνιση του αρχικού γράμματος όμικρον (ο) σε όλα αυτά δεκαέξι (16) σχετικά τοπωνύμια και στη συνέχεια η πρόσθεση του (α); Θα μπορούσε άραγε να ήταν όλοι οι ονοματοθέτες τους από τη Βόρειο Ήπειρο μέχρι τη Λακωνία και Μεσσηνία σε συνεννόηση μεταξύ τους γι’ αυτές τις γλωσσικές προσθαφαιρέσεις;

Και γιατί δε συνέβη το ίδιο με όλα τα  τοπωνύμια τύπου  Orehova, Orehovic που υπάρχουν στην υπόλοιπη Βαλκανική χερσόνησο, τα οποία με μεγάλη  πιθανότητα σχετίζονται  - και είναι λογικό - με τη σλαβική λέξη  орех (ορεχ) = καρύδι;

Θα μπορούσαμε, βεβαίως, να εικάσουμε, για το πώς ίσως ξεκίνησε η λάθος θεώρηση του τοπωνυμίου Αράχοβα ως σλαβικού και η συσχέτισή του με καρυδιές και καρύδια. Συγκεκριμένα: η Αράχοβα Οινούντος ή αλλιώς Αράχοβα  Μεγάλη του  ''Χρονικού του Μορέως'' είχε την... “ατυχία” να βρίσκεται κοντά στην περιοχή που υπήρχαν οι αρχαίες Καρυαί, οπότε οι λόγιοι στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν εύκολα  το εν λόγω τοπωνύμιο, το συνέδεσαν αμέσως με τη σλαβική λέξη όραχ και έτσι θεώρησαν ότι το ζήτημα είχε λήξει γι’ αυτούς.

Έπρεπε, όμως, να σκεφτούν ότι οι έποικοι που θα έφτασαν σε αυτήν την περιοχή, ήταν ποιμένες το επάγγελμα και μη ελληνόφωνοι, οπότε αγνοούσαν παντελώς την αρχαιοελληνική ιστορία και μάλιστα τα τοπωνυμικά της αρχαίας Λακωνίας.

Επομένως, ούτε γνώριζαν από πριν για το αρχαίο τοπωνύμιο ''Καρυαί'', ούτε και φρόντισαν να μάθουν, για το πώς λεγόταν ο τόπος αυτός προηγουμένως, για να τον αποδώσουν με την ίδια σημασία, στη γλώσσα τους. Όσο δε για τις καρυδιές, αυτές φύονται το ίδιο παντού και μάλιστα όπως προαναφέραμε καλύτερα σε μικρότερα υψόμετρα.

Η περίπτωση να υπήρχε στον τόπο αυτόν κάποιο χαρακτηριστικό δάσος με καρυδιές ανέπαφο από την αρχαιότητα, ενώ είχε σβήσει ο αρχαίος οικισμός, και να πυροδότησε την νέα ονομασία, μοιάζει λιγάκι δύσκολο, πέραν του ότι τέτοια χαρακτηριστικά δάση με καρυδιές θα έπρεπε να υπήρχαν και σε όλες άλλες (Α)Ράχοβες, που αναφέραμε πιο πάνω, για να μπορούν να οδηγήσουν και αυτά σε ονομασία με τέτοια σημασία.

Εν πάση περιπτώσει, η αποσλαβοποίηση του κρίσιμου τοπωνυμίου (Α)Ράχοβα βοηθά ακόμα πιο πολύ στο να καταπέσουν πολλοί μύθοι και υπερβολές σχετικά με τις σλαβικές εποικίσεις στο νότιο ελληνικό χώρο και ειδικά στην Πελοπόννησο.

Οι (Α)Ράχοβες μοιάζουν με σταθερά μοτίβα του ίδιου πληθυσμιακού  χαλιού (βλάχικου κατά τη γνώμη μας), το οποίο ξεδιπλώθηκε από την περιοχή της Ηπείρου (Βόρειας και Νότιας) προς όλο τον ελληνικό χώρο, προς τα κάτω μέχρι τις ακρότατες περιοχές του Μοριά, και προς τα ανατολικά μέχρι την Ανατολική Μακεδονία.

Στάθης Ασημάκης



[1] Στην Αλβανία συναντάται το κοινό αλβανικό τοπωνύμιο Arrëz (= Καρυδότοπος), σύμφωνα με την αναφορά του Μιχάλη Κοκολάκη. «Η τουρκική στατιστική της Ηπείρου στο Σαλναμέ του 1895». Συγκεκριμένα στη σελίδα 256 αναφέρεται χαρακτηριστικά: «[…]όπως στο κοινό αλβανικό τοπωνύμιο Arrëz(=Καρυδότοπος), που η Στατιστική το γράφει arze (στο Τεπελένι), 'arze (στο Μπεράτι) ή 'ryza (στο Λεσκοβίκι)». Επομένως η ερμηνεία του Rehovë (Ρεχοβε) που παραπέμπει άμεσα σε Ράχοβα δεν σχετίζεται με την έννοια του καρυδότοπου.

[2] Σύμφωνα με τον Αστέριο Ι. Κουκούδη (Οι Μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων” ) σε 18 χωριά στην περιοχή Μοσχόπολης - Κορυτσάς (ανάμεσα και το Rehovë) υπάρχουν Αρβανιτόβλαχοι.