Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Σκόρπιες γνώσεις ναι, σκόρπια λόγια όχι.

[16ο ]


"Ο Ελληνικός Πολιτισμός και οι άλλοι. "

Επιμέλεια : Στάθης Ασημάκης

· Ο ελληνικός πολιτισμός θεωρείται κατεξοχήν ερωτικός. Σ’ αυτόν υπάρχει ο έρως των αξιών, όπως: της αλήθειας, της αρετής, της ομορφιάς και της  ελευθερίας.
Η αρχαία ελληνική σκέψη δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα απόλυτα και δογματικά (Το απόλυτο είναι προνόμιο του Θείου, ενώ το μερικό και σχετικό είναι τα μόνα που υπεισέρχονται στην περιοχή της ανθρώπινης αναζήτησης).        
Διακρίνει πάντα δυο διαφορετικές μεταξύ τους ή αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές και προσπαθεί, στη συνέχεια, συνθέτοντας να πλησιάσει μεταξύ τους τα διεστώτα. Γενικώς, θεωρεί ότι δεν υπάρχουν οριστικές και αμετάκλητες λύσεις, αλλά προσεγγίσεις που συνεχώς χρειάζονται παραπέρα επεξεργασίες και συμπληρώσεις. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει οριστικό τέλος στην αναζήτηση της αλήθειας, γι’ αυτό επιχειρείται συνεχώς να προσεγγισθεί αυτή, ξεκινώντας κάθε φορά από διαφορετική οπτική γωνία και έχοντας ως πολύτιμο εφόδιο την αρχή της διαλεκτικής που αποτελεί ύψιστη κατάκτηση της αρχαιοελληνικής σκέψης.

Μια προσέγγιση της αλήθειας εμφανίζεται, για να παραχωρήσει σε λίγο τη θέση της σε μια άλλη. Δεν έχει και τόση σημασία, αν η προσέγγιση αυτή είναι λιγότερο ή περισσότερο εύστοχη. Το σπουδαιότερο είναι η απόπειρα και το ταξίδι για την αναζήτηση της αλήθειας.

·  Ο ευρωπαϊκός και, κατ’ επέκταση ο αμερικανικός πολιτισμός, παρότι αρδεύεται από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, διατηρεί το αρχέγονο γοτθικό στοιχείο του και είναι στη βάση του βουλησιαρχικός, δηλαδή περιέχει τη βούληση για δύναμη, που πραγματώνεται στο δυτικό κόσμο σταδιακά με τα εξής βήματα:
α)ανάπτυξη της γνώσης,
β)εκμετάλλευση της γνώσης,
γ)τεχνολογική πρόοδος & ανάπτυξη.
Σύμφωνα με τη δυτικοευρωπαϊκή σκέψη ο Θεός είναι κυρίως βούληση και δύναμη παρά νους και αγάπη, όπως δέχεται η ελληνορθόδοξη σκέψη. Ως εκ τούτου, μέσα στην ευρωπαϊκή ψυχή κυριαρχεί η αδυσώπητη βουλητικότητα, χωρίς όμως την ελπίδα εξόδου από τα τυχόν ατυχή αποτελέσματα. Γι’ αυτό μέσα στην ευρωπαϊκή ψυχή υπάρχει η συνείδηση του υπαρξιακού ναυαγίου και η έννοια του “amor fati”, που κυριαρχεί στη σκέψη του Νίτσε.
Ειδικότερα, η λατινική φράση amor fati”, που μεταφράζεται ως "o έρως της μοίρας» ή «ο έρως του πεπρωμένου», χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια στάση, σύμφωνα με την οποία όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή ενός ατόμου είναι καλά ή τουλάχιστον αναγκαία, με την έννοια ότι όλα αυτά ενυπάρχουν στην ανθρώπινη ζωή είτε μας αρέσει είτε όχι. Με άλλα λόγια, ο amor fati” χαρακτηρίζεται από την αποδοχή των γεγονότων ή καταστάσεων όπως συμβαίνουν στη ζωή ενός ατόμου. Η αποδοχή αυτή, βεβαίως, δεν αποκλείει κατ’ ανάγκη την προσπάθεια αλλαγής ή βελτίωσης, αλλά μάλλον θεωρείται ότι είναι προς την κατεύθυνση του τι εννοεί ο Νίτσε με την έννοια της «αιώνιας επανάληψης». Συγκεκριμένα, ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε πρέπει να δέχεται με αγάπη τη μοίρα του, να ζει με την προοπτική ενός αιώνιου θανάτου και μιας αιώνιας επιστροφής, να καταδαπανά δηλαδή τον εαυτό του σε κινδύνους επιδιώκοντας νέες αξίες.
Όμως, ένας από τους μεγάλους πατέρες της Ορθόδοξης εκκλησίας, ο Γρηγόριος Νύσσης (αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου) αναφέρεται στο ναυάγιο των προσπαθειών του ανθρώπου, προκειμένου να ξεφύγει από τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, οπότε αυτός συνειδητοποιώντας το ατελέσφορο: «ὡς ἐνδεής ἀποδύρεται», δηλαδή «ως αδύνατος θρηνεί πικρά». Αλλά κατά την οδύνη της συνειδητοποιημένης αποτυχίας του ένεκα του υπαρξιακού ναυαγίου, με την πίστη στην Ανάσταση του Χριστού εμφανίζεται το κάλλος «τό ἀνέλπιστον», το οποίο ανοίγει ελπιδοφόρο ορίζοντα.
Έτσι, ο έρως του Θείου υπερβαίνει την αναγκαιότητα, μας εισάγει στο χώρο του υπερβατικού και επιφαίνεται η σωτηρία μας, ενώ ο “amor fati” του Νίτσε ή ακόμα το “κισμέτ” των Ισλαμιστών εμφανίζεται με την ισχύ φυσικού νόμου, που δεν δίνει θέση στην ελπίδα τη σωτηρίας. Ανοίγεται, λοιπόν, ο δρόμος στην άγρια βουλητικότητα μέχρις απανθρωπίας κάτι που υπήρξε μέχρι τώρα ως κύριος παράγοντας μέσα στην ιστορία, όπως είναι αυτή των Γερμανών  και των  Ισλαμιστών.

·  Στον Ισλαμικό πολιτισμό, επιπλέον, το φανατισμό τον παράγει η ίδια η θρησκευτική πίστη στο Κοράνι, η οποία εκτρέφει ένα ισχυρό υποκειμενισμό, παράλληλα και συναφώς με μια σχετικιστική αντίληψη του αντικειμενικού κόσμου, τέτοια που δίνει περαιτέρω ένταση στον υποκειμενισμό και, κατά συνέπεια, ένταση και δύναμη στη βουλητικότητα, τη δραστηριότητα και τα αποτελέσματα που αυτή η δράση παράγει.

·   Η κινέζικη φιλοσοφία δεν γνώρισε την αριστοτελική λογική, όπως τη δόμησε το ελληνικό πνεύμα. Δηλαδή  από την κινεζική σκέψη έλειπε ο λεγόμενος τυπικός συλλογισμός. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι η κινεζική φιλοσοφία δεν έκαμε ολοκληρωμένα συστήματα σκέψεων, απλώς τα δημιούργησε με ένα συνδυαστικό μάλλον «ελλειπτικό» τρόπο, που χαρακτηρίζονται συνήθως από ενδιαφέροντα ηθικά, πρακτικά, παιδαγωγικά και λιγότερο θεωρητικά. 
Η απουσία της τυπικής Λογικής στην κινεζική φιλοσοφία οφείλεται στο χαρακτήρα της κινεζικής οντολογίας. Οι Κινέζοι φιλόσοφοι πίστευαν ότι ο κόσμος δεν αποτελείται από σταθερές οντότητες και η πραγματικότητα δεν είναι σταθερή, αλλά αποτελεί μια διαδικασία και γι’ αυτό τα πράγματα δεν είναι επιδεκτικά σε αυστηρό ορισμό. Διατύπωσαν, βεβαίως, μια ισχυρή θεωρία ιδεών γενικού χαρακτήρα, αλλά ποτέ δεν αποδέχτηκαν την έννοια της σταθερότητας των ειδών.
Στην κινεζική σκέψη δεν υπάρχει η ιδέα της αιτίας και του φυσικού νόμου και επίσης απουσιάζει:
α)Η «αρχή της ταυτότητας» (Η αρχή αυτή μας διαβεβαιώνει ότι ένα πράγμα οφείλει πάντοτε να είναι ο εαυτός του και δεν μπορεί ταυτόχρονα να μην είναι ο εαυτός του).
β)Η «αρχή του αποκλειομένου μέσου ή τρίτου» (Σύμφωνα με την αρχή αυτή, δύο έννοιες αντιφατικά κείμενες που λέγονται για το ίδιο αντικείμενο, δεν μπορεί να είναι και οι δύο ψευδείς ούτε και νοούνται ως τέτοιες, αλλά αν η μία είναι αληθής, τότε η άλλη είναι υποχρεωτικά ψευδής χωρίς άλλο περιθώριο. Δηλαδή ή στέκει κάτι ή δε στέκει, δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο).
Αυτή η απροσδιοριστία του κινεζικού πνεύματος αποτυπώνεται και στην κινεζική γραφή. Συγκεκριμένα: τα ιδεογράμματα αφήνουν μεγάλα περιθώρια για ερμηνεία. Πολλά από αυτά είναι  διφορούμενα ή έχουν πολλαπλές έννοιες. Δεν υπάρχει στίξη, δεν υπάρχουν γένη, ενικός και πληθυντικός αριθμός, ούτε πρόσωπα ή χρόνοι στα ρήματα. Γενικώς, υπάρχει πολύ ρευστότητα.
Έννοιες καθημερινής χρήσης στην ευρωπαϊκή σκέψη αποκτούν στην κινεζική φιλοσοφία μεταφυσικό περιεχόμενο. Έτσι, λ.χ. η ανθρωπιά δεν είναι απλά ένα συναίσθημα, που επιτρέπει τη συμβίωση στην κοινωνία με πνεύμα επιείκειας, αλληλοκατανόησης και αγάπης, αλλά  υπέρτατη δράση που απορρέει από την εσώτερη ενότητα όλων των πλασμάτων του σύμπαντος. 
Στην κινεζική ψυχή το Υποκείμενο και το Αντικείμενο ταυτίζονται, χωρίς κυριαρχία του ενός επί του άλλου. Στην κινεζική σκέψη η λογική είναι ωχρή, η φιλοσοφία  σεμνή, ηθικολογική και ωφελιμιστική, η δράση κατά κανόνα και όχι απόλυτα απορρίπτεται, μάλιστα η μόρφωση, ως γνώση, θεωρείται και πρόξενος κακού.  
Τέλος, στην κινεζική σκέψη το παν δεν είναι  σταθερό, αλλά αυτή η αστάθειά του είναι αιώνια. Η «μονιμότητα αστάθειας» είναι θεμελιώδες στοιχείο της κινεζικής κοσμοθεωρίας.
Μια άλλη, τέλος, διαφορά: Οι αρχαίοι Έλληνες, ενώ επιζητούσαν το μέτρο ως κανόνα αρετής από άποψη ουσίας, εν τούτοις από άποψη αξίας επιζητούσαν όχι τη μεσότητα αλλά την ακρότητα, δηλαδή το «άριστον». Οι Κινέζοι, αντίθετα, επιζητούσαν το μέτρο και από άποψη  ουσίας και από άποψη αξίας.

· H Ινδική φιλοσοφία αποβλέπει όχι τόσο στη μετάδοση γνώσεων, όσο στη δημιουργία πνευματικής διάθεσης  ικανής να οδηγήσει στο βίωμα μιας ευρύτερης πραγματικότητας, που βρίσκεται πίσω από τα φαινόμενα. Η ινδική σκέψη δεν διαθέτει ούτε τη σαφήνεια της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης ούτε την αυστηρή μεθοδικότητα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, διαθέτει όμως αναμφισβήτητο βάθος.
Για τους Ινδούς δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ πνεύματος και ύλης. Τα πάντα περιέχονται σε μια κλίμακα υπαρξιακής έντασης. Οι Ινδοί στοχαστές παραδέχονται κάποιο βαθμό συνείδησης ακόμα και στα βαθύτερα επίπεδα της ύλης.
Στην ινδική σκέψη, όπως δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ύλης και πνεύματος, έτσι δεν υπάρχει και διάκριση μεταξύ σκέψης και δράσης. Εδώ, πρωτίστως, υπάρχει το Αντικείμενο και το Υποκείμενο χάνεται μέσα στο Αντικείμενο. Ο άνθρωπος απορροφάται από τον κόσμο και τελικώς, ταυτίζεται και χάνεται ως δρων υποκείμενο και σκεπτόμενο πρόσωπο μέσα στο Βράχμα (Το απόλυτο Ον)
Οι Ινδοί, τέλος, δεν ενδιαφέρονται για την κατανόηση, αυτή καθεαυτή, της θρησκευτικής ή φιλοσοφικής διδασκαλίας. Στον ινδικό στοχασμό η διάκριση μεταξύ αγίου και σοφού δεν είναι εύκολη. Ο σοφός Ινδός θεωρεί ότι αισθάνεται τη φώτιση και τη βιώνει.