Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Οι φελλοί επιπλέουν!!



Μαυρόπουλος Χρίστος

Χαμογελούσε εύκολα.

Ήταν κι ευγενικός. Με όλους και με όλα.

Το πιότερο με τις γυναίκες. Ακόμα και με την κυρά του.

"Ναι καλή μου...ναι χρυσή μου", τον άκουγαν να της λέει όταν συχνά πυκνά τηλεφωνιόντουσαν και γιόμιζε σορόπια και μέλια το γραφείο!

Ήταν και σπουδαγμένος, σε ξένα πανεπιστήμια, με γλώσσες και πτυχία!

Και το φέρσιμό του...ξενόφερτο. Ευρωπαίου θαρρείς διπλωμάτη!

Ακόμα και στις συμφορές και στα δύσκολα.


Κάπως έτσι ήταν με λίγα λόγια ο κύριος Γενικός.

Κι αυτό ήταν που..."του την έδινε", του Περικλή!

Αυτή του η γλυκάδα και η ανοραξιά!

"Μα δεν έχει...δεν απόχτησε νεύρα, σκοτούρες, ντάβαλα, αυτός ο άνθρωπος στη ζωή του", συλλογιότανε ώρες-ώρες και τον ξάνοιγε ανοιγματικά.

Σάμπως και να κατείχε κάτι για την αφεντιά του.

Εκείνος όμως χαμογελώντας έμπαινε στο υπουργείο, καλημέριζε τρόγυρα μικρούς-μεγάλους, σα να τους έλεγε, "όλα καλά και πάμε γι' άλλα!"

Στη ρότα του δηλαδή και στο χαβά του.

Λες κι είχε "νεκρωθεί" από έρωτα! Από μεγάλη αγάπη!

Συμβαίνει κι αυτό, σαν αγαπάς και...σ' αγαπάει!!

Μπαίνεις σ' ένα λούκι ηρεμίας και σιγουριάς κι όλα σου φαίνονται ωραία!

Ζεις δηλαδή σε μια αποχαύνωση ευτυχίας κι ο κόσμος τρόγυρά σου, ένα μεγάλο, ωραίο κι ανθισμένο περιβόλι!!


Ο Περικλής όμως ο δόλιος καθισμένος στο γραφειάκι του μ' ένα σωρό πολίτες πάνω απ' το κεφάλι του, χέρσο θεωρούσε του κόσμου το περιβόλι, άκουγε και τα μιστά του, τρεις κι εξήντα, που κουδούνιζαν στη τσέπη του κι είχε για τα καλά σαλτάρει.

Ο Περικλής, ο καψερός. Απάντρευτος, στο νοίκι μια ζωή κι ένα κοστούμι ρεμόνι απ' τους σκώρους.

Κι όσο για τη φτιασιά του; Ξυνή, καχεκτική.

Και νά 'χει και τον κύριο Γενικό από την άλλη, τον κύριο Ευτύχιο, παλιό συμμαθητή του στο νυχτερινό γυμνάσιο, να πλέει σε πέλαγα ανεγνοιασιάς και καλοπέρασης και νά 'ναι όλο χαμόγελα και ρεβεράτζες!


Τόνε θυμάται ο Περικλής! "Έτσι ήτανε από παλιά. Ένας σκράπας στα μαθήματα, μα λιχούδης, φαταούλας και γλείφτης στους καθηγητές και στον ποδόγυρο!

Είχε έρθει στο νυχτερινό, γιατί "τά 'χε φορτώσει στον κόκορα", στο ημερήσιο.

Μπουνταλάς και πάντα ο νους του στην αμάκα.

Κι όταν με το καλό τελειώσανε...τόνε χάσανε στο φτερό.

Ακούστηκε πως ο πατέρας του που "φύσαγε τον παρά", τον είχε στείλει στας Ογρώπας.

Να σπουδάσει! Ο μπουνταλάς!


Κι ότε που ο Περικλής είχε στο μεταξύ βολευτεί στη Μεγάλη Δημοσκούπα Ελληνική Οικογένεια, και του ήρθε ξαφνικά μετάθεση, πηγαίνοντας στην καινούρια του θέση, βρήκε μπροστά του τον κύριο Γενικό!

Το λιχούδη, Φαρισαίο και Ταρτούφο, κύριο Ευτύχιο που βάδιζε στα ίδια τα αχνάρια.

Του μίλησε μάλιστα κάποια μέρα...όμως εκείνος...

-Έχουν περάσει τόσα χρόνια...δε με βοηθάει η μνήμη μου...Πως είπες ότι σε λένε...

Τρελάθηκε ο καψερός. Γύρισε στο γραφειάκι του αηδιασμένος.


Ο κύριος Γενικός. Ο καλοπερασάκιας με τα μάτια του μεσουρανισμένα κι ασάλευτα στα όσα σοβαρά κι επείγοντα έφταναν στο γραφείο του.

Κάτεχε όμως τι να τα κάνει.

Στο φάκελλο "ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΑ" και κατ' ευθείαν στον Περικλή με τη σημείωση, "ΑΜΕΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ!"

Ο Ευτύχιος που "έτριβε και το πιπέρι", κατά πως είχε πάρει χαμπάρι, με τη Λιλίκα, τη γραμματέα του και κάθε τόσο καμώνονταν πως τάχατες είχανε υπερωρίες!


Κι έτσι επέπλεε με περίσσιες ευγένειες, χαμόγελα, και πονηριές, σαν φελλό στο νερό!

Κι είχε σήμερα μεγάλη θέση, σπίτι, αυτοκίνητο, κυρά και φιλενάδα κι ο Περικλής δεν είχε πράμα κι ας έδινε ώρες-ώρες το αίμα του για την υπηρεσία!

Μα δεν τον έκοφτε και τόσο το βιος του, τα μεγαλεία του και τ' όνομά του, μονέ η μπουνταλιά του και το που είχε δυο γυναίκες!

Κυρά και φιλενάδα!!


Πόσο καιρό είχε στ' αλήθεια να "σταυρώσει" θηλυκό ο δόλιος ο Περικλής. 

Μήτε που το θυμότανε.

Έφταιγε βέβαια λιγάκι η φτιασιά του έτσι που ήτανε στυφός κι αδύνατος, μα πιότερο έφταιγε το φέρσιμό του.

Μαγκούφης τό 'δειχνε! Γκρινιάρης, τό 'δειχνε!

"Άλλαξε καημένε λιγάκι! Πάρε κι ένα κοστούμι της προκοπής και παίξ' το αφεντικό κι ας είσαι σκλάβος! 

Δε βλέπεις τον Ευτύχη. Το παίζει έξυπνος με τη δουλειά που κάνεις εσύ γι' αυτόν!"


Κάτι τέτοια του βούρλιζε στ' αυτιά συχνά-πυκνά ο φίλος του ο Φάνης, ο ψηλός, που τό 'χε ρίξει τώρα τελευταία κι αυτός στον αμανέ!

Κι είχε στα σίγουρα δίκιο!

Τι τον έκοφτε αυτόν για το τι έκανε ο κύριος Γενικός, ή ο τάδε εισηγητής στον απάνω όροφο ή ο πάσα ένας που δούλευε εκεί μέσα!

Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζανε κι η έγνοια τους πιος θα καεί λιγότερο!


Α, έπρεπε το δίχως άλλο ν' αλλάξει ταχτική...θά ΄παιρνε κι ένα ωραίο κοστουμάκι με το δώρο των Χριστουγέννων και θα την έπεφτε στην Καιτούλα που ήτανε καινούρια στην υπηρεσία...κι άσε τους φελλούς να επιπλέουν!!

ΠΗΓΗ:http://vivi.pblogs.gr/