Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

1957: ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ



ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ
Ο περίφημος Ηνίοχος

Ήταν ανοιξιάτικο δειλινό, όταν περιφερθήκαμε μέσα στον ιερό περίβολο και άλλα σημεία των Δελφών. Ο ήλιος έριχνε τις ακτίνες του απέναντι στην Κίρφη και στις υπώρειες του Παρνασσού, ενώ στη χαράδρα του Πλείστου και στην περιοχή της Κασταλίας είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Τη στιγμή αυτή πραγματικός ένα ρίγος διαπέρασε την καρδιά μου. Ένα θρησκευτικό αίσθημα, άγνωστο, πλημμύρισε την ψυχή μου. Κι ενώ έπαιρνα το μονοπάτι και κατέβαινα κάτω στη ρεματιά του Πλείστου, όπου ο μεγάλος και πολύκλαδος Ελαιώνας και βάδιζα προς τους Δελφούς ψηλότερα, ομολογώ, πως τότε ήθελα να πιστεύω μ’ όλη τη θέρμη, μ’ όλη την αγνότητα ενός αρχαίου προσκυνητή.

Ευχόμουν νάχα διατηρήσει, μέσα μου, όλο το θρησκευτικό ενθουσιασμό των φανατισμένων και να μπορούσα ν’ αναπαύσω την τρικυμισμένη σκέψη μου πάνω σε μιαν αποκάλυψη, πάνω σε μια πίστη.

Κι αναλογιζόμουν πόση χαρά, πόση αληθινή λύτρωση, πόση γαλήνη δίνει η θρησκεία στην ψυχή των «αδόλως πιστευόντων», που αφήνονται στην πίστη με την αθωότητα των μικρών παιδιών. Τόσο το τοπίο των Δελφών, επιδρά στην εσωτερικότητα του επισκέπτη. Φαντάζομαι με ποιά έκπληξη, με ποια σοβαρή επισημότητα, κι εσωτερική μεταρσίωση θα κατέφευγαν  εδώ οι ευλαβικοί πιστοί και πόση δύναμη θα ’παιρναν για το μέλλον από την επίσκεψη του Μαντείου.

Το μονοπάτι, που πάνω του βαδίζω ήταν η «Ιερά Οδός» πού ’φερνε  από τη θάλασσα στους Δελφούς. Τέτοια πιθανώς ώρα θ’ ανέβαιναν προς την Κασταλία τα πλήθη των προσκυνητών, με τη σκέψη ολόθερμα στραμμένη, προς το Δελφικό Θεό, το Λυτρωτή, που με το φως του διάλυε τα σκότη της ζωής, τραγουδώντας τους στίχους του Ομηρικού Ύμνου στον Απόλλωνα:

Ω χαίρε τέκνο του Διός και της Λητούς, τρισχαίρε,
τραγούδι πάντα ολόθερμο για σένα θε να ψάλω.

Την άλλη μέρα περιηγηθήκαμε τον ιερό χώρο των Δελφών κι είδαμε πως εργάστηκε η αρχαιολογική επιστήμη για την εκσκαφή του και για να τον αποκαλύψει. Η Γαλλική Σχολή μόχθησε πολύ για να ξανάρθουν στην επιφάνεια και ξεχωρίσουν τα οικοδομήματα, που άλλοτε στόλιζαν το χώρο: Ο ναός του Απόλλωνα, η Θόλος, οι ναοί της Προναίας Αθηνάς, ο οίκος των Ιερέων, το Γυμνάσιο, οι Στοές, οι Θησαυροί των διαφόρων πόλεων, το Στάδιο το Θέατρο, οι ναοί κοντάστις πηγές της Κασταλίας κι όλος ο κυκεώνας των βωμών και των αγαλμάτων, που βρίσκονταν μέσα στο μικρό εκείνο περίβολο.

Πάσχισαν πολύ οι αρχαιολόγοι από του Καρόλου Μίλλερ (1840) και του Ερνέστου Κουρτίου μέχρι του Θεόφιλου Ομμόλ (1891) για να ξεκαθαρίσουν και να καθαρίσουν τους τόπους, όπου μάντευε και προφήτευε στους ανθρώπους ο Απόλλωνας.

Γράφτηκαν ογκώδεις τόμοι για τις αποκαλύψεις και τις επιγραφές στους Δελφούς, αλλά καμιά έξαρση, καμιά ιερή συγκίνηση δεν συγκλόνισε τους αρχαιολόγους, που τόσα ξεσκέπασαν σε μας. Τι ματαιοπονία γι’ αυτούς!! Κι όμως μόνο το τοπίο θα μπορούσε να πει, τόσα να ψιθυρίσει στην ψυχή τους!! Όλες, μα όλες τις μονογραφίες, τις χαρακτηρίζει η ψυχρότητα, η αντικειμενικότητα, η δήθεν επιστήμη!! Κι όμως ο χώρος των Δελφών είναι ακόμη ζωντανός για κείνους που βλέπουν, για κείνους, που ακούουν κι αντιλαμβάνονται…

Οι Δελφοί, όπως κι η Ολυμπία, όπως η Επίδαυρος κι άλλα θρησκευτικά κέντρα, δεν ήσαν μόνον ιεροί τόποι, τόποι ευλάβειας κι απόλυτης θρησκευτικότητας. Ήσαν ακόμη και κέντρα καλλιτεχνίας, καθ’ αυτό μουσεία, μουσεία στα οποία συγκεντρώνονταν ότι εκλεκτότερο είχαν οι τόποι, από τους οποίους προέρχονταν οι νικητές ή οι προσερχόμενοι. Τέτοιοι ήσαν: Η Ολυμπία, η Επίδαυρος η Αθήνα , το Άργος και προπάντων οι Δελφοί.

Και δεν σώζεται, βέβαια ούτε το λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα, ούτε τα άλλα καλλιτεχνήματα του Ναού, ούτε από το Άδυτο σώζεται τίποτε, όπου μέσα του γίνονταν οι προφητείες και δίνονταν οι χρησμοί στους προσερχόμενους. Στην πρόσοψη του Ναού ήσαν αναρτημένες πλάκες που ’φεραν τις ρήτρες του Θεού: «Μηδέν άγαν», «γνώθι σ’ αυτόν», και τη μυστηριώδη λέξη «Ε», που σήμαινε «Είσαι», ήτοι ο προσερχόμενος αναγνώριζε και επιβεβαίωνε την ύπαρξη του θεού. Αλλά για το «Ε» των Δελφών υπάρχουν διαφωνίες.
Ο Πλούταρχος πρώτος έγραψε γι’ αυτό «Περί του Ε’ του εν Δελφοίς». (Πλουτάρχου: Moralia, εκδ. Βέρν, τομ.ΙΙΙ, σελ. 1 – 26). Ο δικός μας Θεόδωρος Καραθεοδωρής «Περί του εν Δελφοίς Ε’» (Κωνσταντ. 1847) και άλλοι.

Αλλ’ απ’ αυτά δεν σώζεται τίποτε στο Μουσείο. Υπάρχουν όμως άλλα, ιδίως ρωμαϊκής εποχής και μερικά των κλασικών χρόνων κομματιασμένα. Σώζονται κι αποσπάσματα της ζωοφόρου των μετοπών και των αετωμάτων των διαφόρων θησαυρών, όπως εκείνα των Σικυωνίων, των Σιφνίων, η Σφίγξ των Ναξίων, των Αθηναίων. Σώζεται ακόμη κι ο ομφαλός της γης, γιατί οι Δελφοί περνούσαν στην πανάρχαια εποχή, ως το κέντρο του κόσμου. Έδειχνε δε τούτο ένας κώνος, στολισμένος με διάφορα σύμβολα, στέμματα, ταινίες, και τούφες από μαλλιά, σύμβολα της αρχαιοτάτης λατρείας στους Δελφούς.

Ακόμη περισώθηκαν και μερικά κομμάτια από τον παλαιό ναό του Απόλλωνα, που κατασκεύασαν μερικώς μ’ έξοδά τους οι Αθηναίοι Αλκμεωνίδες. Το Μουσείο περικοσμούν ακόμη κι οι δυο μουσικοί ύμνοι που παίχθηκαν στους Δελφούς την άνοιξη του 138 και 128 π.Χ. Είναι τα μόνα σημεία της αρχαίας μουσικής που έφθασαν ως εμάς.

Αλλά το Μουσείο περικλείνει κι έναν άλλο θησαυρό, που βρέθηκε κατά τις ανασκαφές κι είναι ένα από τα εγκαλλωπίσματα της καθόλου τέχνης και το κύριο τεχνικό έργο των Δελφών: ο Ηνίοχος.

Βρίσκεται στη πρώτη αίθουσα και βρέθηκε στο ι σ χ έ γ α ο, κοντά στο θάλαμο του Κρατερού, του στρατηγού του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που τον έσωσε σε κάποιο κυνήγι λεονταριών στην Ασία. Βράχοι, χώματα και πέτρες έπεσαν και σκέπασαν το μέρος το 372 μ. Χ. κι έτσι απόκρυψαν το άγαλμα, που αποτελούσε σύμπλεγμα παραστάσεως πολλών προσώπων. Ότι είναι στην Ολυμπία ο Απόλλωνας ή ο Ερμής, ή  η Νίκη του Παιωνίου είναι για τους Δελφούς ο Ηνίοχος. Δεν ξέρουμε γι’ αυτόν ούτε ποιος τον έφτιαξε, ούτε που κατασκευάστηκε, ούτε ποιανού αφιέρωμα είναι. Μια επιγραφή, που χαράχτηκε κατόπιν, απάνω σ’ άλλη παλαιότερη ανάφερε το όνομα:

Πολύζαλος μ’ ανέθηκεν.

Φαίνεται πως το έργο είναι Σικελικό κι αναπαριστάνει την ιστορία των Συρακουσών. Ο Πολύζαλος έγινε κατόπιν τύραννος της πόλεως, αφού η δυναστεία των Αρκεσίλα, που αρχικώς το αφιέρωσε στον Απόλλωνα, εκθρονίστηκε. Νίκησε δε ο Αρκεσίλαος ο Δ’, το 462 π. Χ. σ’ αγώνα τέθριπου. Όταν ξέπεσε οι οπαδοί του Πολύζαλου, έξυσαν την επιγραφή κι έγραψαν εκείνη, που σήμερα φαίνεται. Πολλοί απόδωσαν το σύμπλεγμα του Ηνίοχου στον καλλιτέχνη της Κνωσού Αμφίωνα. Αλλ’ ‘όλα είναι εικασίες των αρχαιολόγων, που ασχολούνται με τα «μη κύρια» μια συνθέσεως, κι αφήνουν στον θεατή τα «κύρια».

Εδώ έχουμε τον Ηνίοχο, στεφανωμένο, σε μια στιγμή, δηλαδή, αποθεώσεως, ύστερα από την νίκη του. Ο καλλιτέχνης δεν τον απέδωσε κατά την πάλη, αγωνιζόμενο, αλλά κατά την περιφορά του στο στίβο, ως θριαμβευτική. Είναι ακανόνιστος, αλλά φαίνεται συμμετρικός κι απατά την όραση. Μύτη, στόμα, μάτι, μάγουλα είναι ασύμμετρα. Αλλ’ απάνω απ’ όλα επανθεί η θεία νεότητα, η αγωνιστική, ικανοποιημένη. Είναι η στιγμή της πληρώσεως κι ο καλλιτέχνης μας έδωσε μέσα σε μια ασυμμετρία των μερών, τη θαυμαστή, την αριστουργηματική αρμονία του συνόλου. Μέσα στις ασύλληπτες ακανόνιστες μικρολεπτομέρειες, κατόρθωσε να πλάση το ύψιστο μνημείο της εντυπωσιακής συμμετρικότητας κι ευρυθμίας.

Τον επλαστούργησε για να θαυμάζεται από μακριά, όχι να κρίνεται «εξ αυτοψίας» η προοπτική του είναι εξαίσια. Ο κ. Μιλτιάδης, έφορος αρχαιοτήτων, μας έδωσε, άλλοτε, μιαν υπέροχη αισθητική ανάλυση του Ηνίοχου, μακριά από τις μικρολογίες των αρχαιολόγων. (Οι Δελφοί, Ιστορία κτλ.1950, σελ. 118 – 127).


ΦΑΝΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ