Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

Η ΟΚΑΡΙΝΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΖΩΡΤΖ ΚΡΑΜ ΚΟΥΚ



ΤΟΥ ΦΟΙΒΟΥ ΔΕΛΦΗ
ΜΑΡΤΙΟΣ 1938

Ο Κούκ υπήρξε για μένα η πρώτη κι’ αξέχαστη ποιητική γνωριμία. Ήτανε μια ζωντανή ποιητική καρδιά γεμάτη απλότητα, ευγένεια και γέλιο αναβρυστό. Από αγάπη σήμερα στο μεγάλο δάσκαλο γράφω τούτα τα λόγια απ’ τη ζωή του ερημίτη του Παρνασσού.

Τον πρωτογνώρισα στην πατρίδα μου τους Δελφούς, που ονειρεύτηκε ν’ αναστήσει την παλιά δόξα τους ο ποιητής. Ήτανε ένας φανατικός λάτρης της Ελλάδας, φιλέλληνας πέρα για πέρα. Γεμάτος δύναμη, πόθους και πίστη, κατέβηκε στην πνευματική μας πατρίδα. Καθόταν στο μικρό «Ξενοδοχείο των Ξένων» του μακαρίτη Παρασκευά του φημισμένου αυτού «πιλαφιτζή» σ’ όλη την Ευρώπη. Ο Μπέντεκερ τον συνιστά στους ταξιδιώτες για το περίφημο πιλάφι του, το μοναδικό στην Ελλάδα και στην Ανατολή. Ο ξενοδόχος αυτός δε ζούσε πια και το ξενοδοχιάκι του με την απλή εμφάνιση ενός καλοπεριποιημένου χωριατόσπιτου με τα πέντε-έξη δωμάτια, το είχε στην κατοχή της η Βασίλω, η γυναίκα του. Κι’ αυτή το νοίκιασε στο νεόφερτο τότε ξενηταμένο πατριώτη, πούρθε απ’ την Αμερική, τον Θανάση τον Τσάκαλο. Ο Τσάκαλος ανέλαβε την διατροφή και την περιποίηση του Κούκ και της οικογένειάς του, της κόρης του Νείλας και της γυναίκας του, επίσης συγγραφέως, Σουζάνας Κλάσπελ. Ο Τσάκαλος ήτανε ένας καλός οικονόμος του ποιητή, άνθρωπος της δουλειάς, σπίρτο μοναχό. Ο πατέρας του ήτανε κάμποσα χρόνια οδηγός του Παρνασσού, τον αποθανάτισε κι’ ο Μπέντεκερ. Τσακάλι του βουνού, όνομα και πράμα.



Εκεί λοιπόν πρωτόμεινε σαν ήρθε ο ποιητής. Τον θυμάμαι σαν τώρα δα, γιατί και τα σπίτια μας γειτόνευαν και ταχτικά συναντιόμαστε στο δρόμο και στο σπίτι του τον έβλεπα το καταχείμωνο με τα κρούσταλλα και τα χιόνια ν’ ανάφτει μόνος του το χωριάτικο τζάκι και να ρίχνει με τα ρωμαλέα του μπράτσα σωρό τα κούτσουρα στη φωτιά.

Ένοιωθες να τον ξεκουράζει και να του καλμάρει τα νεύρα μετά το γράψιμο αυτή η δουλειά. Είχε μέσα του το δαιμόνιο, που δεν τον άφινε να ησυχάσει κι’ ήθελε όλο και κάτι να μαστορεύει. Τόνοιωθες πως είναι από εργατικό σκαρί. Άλλοτε τον έβλεπες πάλι νάχει στο χέρι κανένα σφυρί και να φτιάχνει κλειδαριές ή να χτίζει τοίχους στον κήπο, κουβαλώντας λιθάρια. Το καλοκαίρι συχνά πήγαινε στη βρύση κι’ έφερνε με το παγούρι του νερό. Κι’ απορούσες συχνά με τα θελήματα πούκανε, βλέποντάς τονε σ’ αναβρασμό. Εδώ σ’ αυτό το σπιτάκι ένοιωθες πως τα είχε όλα, πως δεν ήθελε τίποτα άλλο, πως είχε βρει την ησυχία του.

Εγώ κι ο Παρασκευάς, το μικρότερο παιδί του ξενοδόχου, είχαμε την ευτυχία να μας καλέσει μια μέρα ο ποιητής και να μας πει: «Κάθε μέρα τ’ απόγευμα, μιάν ώρα, θαρχόσαστε να κάνουμε μάθημα, εγώ θα σας μαθαίνω τα Εγγλέζικα κι’ εσείς τα Ελληνικά». Έτσι αποχτήσαμε δωρεάν δάσκαλο και μιάν ευκαιρία να μάθουμε μια γλώσσα. Η χαρά μας δε λέγεται. Πραγματικά, τη δεύτερη μέρα, αφήσαμε κατά μέρος τα παιχνίδια και πήγαμε. Το μάθημα γινότανε και μετά μουσικής. Ο ποιητής στα διαλείμματα έπαιρνε στα χέρια του την οκαρίνα του και μας έπαιζε πολύ ωραία κομμάτια βουκολικά. Μας χάρισε κι’ από ένα λεξικό, ένα δικό μου κι’ ένα του Παρασκευά, που τον κατάφερα αργότερα και μου τόδωσε. Τα μαθήματα εξακολουθούσαν μια χαρά, αρκετά μάθαμε απ’ το δάσκαλο μ’ όλο το απρόσεχτό μας. Είχε σπουδαίο μεταδοτικό. Ο νούς μας τότε έτρεχε στα σκαμνά της Πέργουρας με τα μούρα. Φέρναμε και στο δάσκαλό μας. Κι’ εγώ του γιόμιζα μπουκάλια κρασί (χιλιάρες) μπρούσκο και του το πήγαινα. Τόπινε το κρασί και το παράπινε, μερικές φορές κοκκίνιζε και μεθούσε. Η οκαρίνα ήτανε ο καλός σύντροφος του ποιητή. Πέρσι την αγόρασα κι’ εγώ για να τον θυμούμαι, τον καλοκαμωμένο ποιητή με τ’ ολόστητο γερό κορμί, με την ανάλαφρη περπατησιά και τα ωραία γλυκά λαμπερά του μάτια.

Την αγόρασα απ’ το παζάρι της Αθήνας την Πρωτοχρονιά. Από τότε την έχω αχώριστο σύντροφο. Ο ποιητής ήτανε τότε πάνω στις δόξες του. Στο μέτωπό του άστραφτε το φως της χαράς για τον ερχομό του στην Ελλάδα, την πρώτη ψυχική του πατρίδα. Εδώ βρήκε ο ποιητής το ψυχικό κλίμα του κι’ ανανέωσε με τα σκόρπια μνημεία τις παλιές γνωριμίες του, πούχε κάνει σαν φοιτητής και καθηγητής ύστερα της κλασσικής φιλολογίας στ’ Αμερικάνικα Πανεπιστήμια.
Κοντά στην παλιά μας Ελλάδα και στα μνημεία της, έζησε κι’ αγάπησε όλη τη σύγχρονη νεοελληνική ζωή. Εδώ γνώρισε και τη νέα Ελλάδα, έμαθε τη γλώσσα της, τα τραγούδια της. Οι τσοπάνηδες σ’ αυτή την ιστορική γι’ αυτόν περίοδο κ’ οι κάτοικοι των Δελφών του στάθηκαν οι καλύτεροι φίλοι κι’ οδηγοί της αρχαιότητας. Με ιερό πόθο καταπιάστηκε στη μάθηση της δημοτικής. Ήταν ώρες που ένοιωθα την αγνή λαχτάρα του να μιλήσει επιτέλους τη νεοελληνική.

Μερικά πρόσωπα, ο Λουκάς ο Τσελέπης, ο Αντρέας Κουρελής, ο Γιώργης ο Παταρίας, ο Ηλίας ο Ντέρας του είχαν γίνει η απαραίτητη συντροφιά. Πίνανε και τραγουδούσαν μαζί. Τα τραγούδια τους τα έγραφε μόνο και μόνο για να μάθει καλά τη γλώσσα. Σε λίγο διάστημα μέσα ο ποιητής μιλούσε και συνεννοούντανε τέλεια. Είχε μάθει ρωμέϊκα. Οι χωριάτες τον σέβονταν και τον αγαπούσανε, τον έλεγαν ο κυρ-Κούκ. Μαζί μ’ αυτούς έφαγε, ήπιε, χόρεψε με τα νταούλια του Παρνασσού και ύστερα ντύθηκε με την αθάνατη ρουμελιώτικη πουκαμίσα. Του την έραψε ο φραγκορράφτης Γιάννης ο Σασούς (Σούφρας) και του ταίριαζε περίφημα στο αγαλματένιο του κορμί με το αγέρινο κυμάτισμα. Τα τσαρούχια με τα γαϊτάνια και τις μακρυές φούντες τα είχε παραγγείλει στους φημισμένους τσαρουχάδες της Άμφισσας. Την αγκλίτσα και το μαύρο σκουφί του τα χάρισαν οι τσοπάνηδες του Παρνασσού.


Εκεί έγραψε με τη συντροφιά της γυναίκας του τα ωραιότερά του τραγούδια. Τον συνόδευε πάντα εκείνη στη χρωματιστή γαλανή κάμαρα με το ρυθμικό χτύπο της γραφομηχανής. Εκεί και στο μεγευτικό Καλάνι του Παρνασσού. Κι’ αν ζούσε καθώς λένε, τιμώντας τη μνήμη του, θάκαμνε πολλά καλά στον τόπο μας. Μα ούτε ένα από τα σχέδιά του δεν πρόφταξε να ιδεί. Ένα διάστημα τον είχα αγγαρέψει να μου γράφει γράμματα σε κάποια φίλη μου Αμερικανίδα. Τα αντίγραφα σώζονται ακόμα, με το μολύβι, αχνόσβυστα από το χέρι του. Ακόμα και σχέδια απ’ το μάθημα της Αγγλικής. Τα φυλάω όλα σαν κειμήλια. Πέθανε ένα γεναριάτικο… κι’ όμως δεν τον ξεχνά κανείς. Η φωτογραφία του κρεμάστηκε στα σπίτια των κατοίκων που τόσο τον αγαπούσαν κι’ έχει γίνει εικόνισμα. Στις ψυχές τους έγινε θρύλος. Μια πλάκα απ’ τις ιερές πέτρες του ναού του Απόλλωνα στόλισε τον απέριττο τάφο του, και δίπλα του λίγες τριανταφυλλιές. Ο Κούκ είτανε μια μεγάλη ποιητική ψυχή. Στους Δελφούς και στην Ελλάδα χάρισε την ψυχή και το κορμί του. Ένας μεγάλος ποιητής και γενναιόψυχος άνθρωπος μας χάρισε την καρδιά του. Και τώρα δίκαια μπορεί να σταθεί κοντά στον Βύρωνα και τον Μπρούκ. Κ’ οι γενεές των ανθρώπων που θάρθουν θα κάνουν στον λησμονημένο τάφο του συγκινητικό προσκύνημα. Και θα του φέρουν εκεί πάνω στην ερημική του γωνιά, απ’ τα πέρατα της γης, του νου τα προσκυνήματα και τ’ άνθια. Γιατί ο Κούκ δεν πέρασε, έζησε, είτανε ένας μεγάλος ποιητής!