Κυριακή 10 Μαΐου 2026

10. ΛΑΜΠΡΗ!..... ΑΡΝΙΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΛΑ!

 

Του Στέργιου Μπακολουκά

 Ο μεσόκοπος άντρας,  όρθωσε το κορμί του και βάζοντας το ένα χέρι  αντήλιο στο κούτελο και τ’ άλλο στη μέση του, παρατήρησε καχύποπτα τον ηλικιωμένο χωρικό που πλησίαζε  καβάλα αντρίτσα στο γάιδαρό του, από τη βορεινή πλευρά του οροπέδιου των Δερβενοχωριών, έχοντας κατεύθυνση προς τον ορεινό όγκο της Πάρνηθας. 

Η παρέα των  πέντε νέων ανδρών είχε οδηγηθεί απ’ τον ίδιο, σ΄ αυτά τα κλαδεμένα αμπέλια, επειδή αυτός  γνώριζε καλά την περιοχή, ώστε να μαζέψουν τ’ αποκάθαιρα κλήματα, χρήσιμα για το ψήσιμο των πασχαλιάτικων αρνιών τους.

Ο ….εποχούμενος στον γάιδαρο γέρος, φθάνοντας κοντά στην παρέα των περίεργων γι’ αυτόν  μουσαφιραίων, τους χαιρέτησε απορημένος:

-        Καλημέρα ορέ καλόπαιδα! τι χαμπάρια;  τις κληματσίδες που μαζεύετε τι τις θέλετε;

Ο Ζάχος- έτσι έλεγαν τον μεγαλύτερο της παρέας- τον πλησίασε και του είπε σοβαρά:

-        Καλημέρα και σε σένα μπάρμπα! Μήπως κάνουμε λάθος που τις μαζεύουμε χωρίς άδεια; τον ρώτησε ξέροντας ότι για τους ντόπιους αυτές ήταν άχρηστες, ίσως επειδή δεν γνώριζαν την χρησιμότητά τους!

-        Κάθε άλλο, του απάντησε ο Χωρικός! Το αμπέλι είναι δικό μου, το κλάδεψα πριν από λίγες μέρες, δεν πρόλαβα να  συγκεντρώσω τα ‘‘αποκάθερα’’  για να τα κάψω και να τώρα που εσείς με γλυτώσατε από την ταλαιπωρία, γι’ αυτό και σας έχω υποχρέωση! Όμως συνεχίζω να αναρωτιέμαι τι θα τις κάνετε τόσες πολλές κληματόβεργες  που συγκεντρώνετε;

-        Να, θα ψήσουμε μ’ αυτές τ΄ αρνιά της Λαμπρής! Του απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Ζάχος.

Ο γέρος έβαλε τα γέλια και παρατηρώντας τα μέλη της παρέα που παρακολουθούσαν την συνομιλία του με τον Ζαχαρία, έχοντας ύφος γεμάτο περιέργεια, αλλά χωρίς  να παίρνουν μέρος σ’ αυτή, αποκρίθηκε κοροϊδευτικά:

-        Μ’ αυτά θα τα ψήσετε; χωρίς κάρβουνα; και πόσα αρνιά έχετε;

-        Ναι! Μόνο με τούτα! Έχουμε επτά,  δωδεκάρια απάνω κάτω, δυό κοκορέτσια και δυο κοντοσούβλια για ….κολατσό,

πήρε την απάντηση, από την άλλη μεριά, την οποία  όμως επειδή δεν μπόρεσε να διαχειριστεί, γιατί του ήταν δυσνόητο να δεχτεί ότι ήταν αληθινή, τσίγκλησε με τις φτέρνες τον γάιδαρο και τους αντιγύρισε καγχάζοντας με ειρωνεία, σίγουρος ότι, ή τον κοροϊδεύουν ή αν ήταν αλήθεια  αυτά που του έλεγαν, δεν θα κατάφερναν να τα ψήσουν ποτέ με αυτόν τον τρόπο, διότι οι κληματσίδες γνώριζε ότι λαμπαδιάζουν πολύ γρήγορα, δημιουργώντας φλόγα και  άσπρη στάχτη χωρίς να κρατάνε ψηστική καρβουνιά:

-        Να προσέξετε ορέ μοναχά να μην τα ….κάψετε!

Η απάντηση που του έδωσε ένας από την παρέα, ο οποίος είχε ψυχανεμιστεί τον προορισμό του χωρικού, ήταν άμεση αλλά διατυπώθηκε  με ερώτηση:

-        Εσύ γέροντα για που το έβαλες πρωί πρωί με τον γάιδαρο;

-        Πάω στο βουνό να μαζέψω ξύλα για να ψήσω αύριο το Πασχαλινό αρνί,  καμάρωσε αυτός, εισπράττοντας με τη σειρά του τα χάχανα της συντροφιάς και την αποστομωτική συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης:

-        Μπάρμπα, τράβα μπρός, αλλά να μην αστοχήσεις να μαζέψεις και …φλούδα από τα έλατα για να μοσχομυρίσει το σφαχτό σου του είπε,  τροφοδοτώντας έτσι τα πνιχτά γέλια ολονών που πλέον έγιναν χάχανα, που είχαν σαν αποτέλεσμα  τη φουρκισμένη απομάκρυνση του γέρου!

               Ό,τι για τον ντόπιο ιδιοκτήτη του αμπελιού ήταν για πέταμα διότι δεν γνώριζε την αξία του, ήταν ‘‘θησαυρός’’ για τους Αραχοβίτες ….ομογενείς που είχαν διδαχτεί πάππου προπάππου τον τρόπο να ψήνουν τ΄ αρνιά στο λάκκο της Λαμπρής με τα αποκάθαιρα κλήματα.

Μάζεψαν, έδεσαν  και φόρτωσαν στο ανοιχτό αγροτικό αυτοκίνητο, που είχαν προνοήσει να πάρουν μαζί τους, πάνω από πενήντα αγκαλιές κλήματα, δεμένες με μονό σύρμα την κάθε μιά. Τις μετέφεραν στη γειτονιά τους στην Αθήνα  και τις τοποθέτησαν στο άδειο οικόπεδο που θα έψηναν τ’ αρνιά την επομένη το πρωί, ανήμερα την Πασχαλιά.

     Οι οικογένειες του Αθηναϊκού ….μαχαλά των απόδημων Αραχοβιτών, δεν ανέβηκαν  τούτη τη χρονιά στην Πατρίδα τους για τις γιορτινές μέρες! Το ημερολόγιο υπενθύμιζε  ότι το Πάσχα ήταν  νωρίς τον Απρίλη. Επομένως, επειδή οι καιρικές συνθήκες  φέτος ήταν  πολύ δύσκολες, κάνοντας ακόμα δυσκολότερη τη διαμονή γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που είχαν ξεμάθει τον σχεδόν χειμωνιάτικο  καιρό, στο υψόμετρο του  Χωριού τους, αλλά και διότι τα παιδιά  των  οικογενειών  ήταν μικρά, ενώ  μια καινούρια γέννα  ήταν σε αναμονή,  τα περιθώρια ….ανάβασης στη γενέτειρα ήταν στενά.

Αναγκαστικά λοιπόν οι παππούδες υποχρεώθηκαν να ξεσπιτωθούν, χρονιάρες μέρες, και να κατέβουν στην Αθήνα, μετά από ζόρια  και διαβουλεύσεις που ανατράπηκαν πολλές φορές,  αλλά καταληκτικά επικράτησαν οι απόψεις και οι ανάγκες των παιδιών τους. Όμως το αντίδωρο προς τους γέροντες ήταν η υπόσχεση της τήρησης των δικών τους παραδόσεων, των εθίμων και της συμπεριφοράς του Χωριού τους,  που αυτοί θεωρούσαν κανόνες απαράβατους γι’ αυτές τις  μοναδικές μέρες, γινόμενη έτσι καταλύτης  της συγκατάθεσή τους ώστε να κατεβούν στην πρωτεύουσα!

    Με  πυτιά τις Αραχοβίτικες οικογένειες, αυγάτισε  ο Λαμπριάτικος λάκκος που θα στηνόταν την επόμενη μέρα, γιατί προστέθηκαν και κάποιες ακόμα φαμελιές της ίδιας γειτονιάς με αποτέλεσμα τ’ αρνιά που θα ψηνόντουσαν να γίνουν επτά παρακαλώ, χώρια τα κοκορέτσια και τα κοντοσούβλια, ταιριάζοντας έτσι με τις πατροπαράδοτους μαχαλάδες του χωριού των ορεσίβιων Ρουμελιωτών!

          Το τέλος της Λαμπροβδομάδας, συνταίριαξε ώστε όλα να είναι έτοιμα για την επίσημη μέρα που θα ξημέρωνε. Επτά σούβλες τρίμετρες μιας ίντσας από γαλβανιζέ σωλήνα, με μυτερές απολήξεις, μαζί με όλα τα συνοδευτικά τους, σφικτήρες, πιάστρες  και κινούμενες χειρολαβές για το γύρισμα,  πλυμένες και σκουπισμένες ήταν ακουμπισμένες στην αυλή του σπιτιού, δίπλα από το οικόπεδο όπου ήταν στοιβαγμένα τα κλήματα, πλαισιωμένα από δυό μεγάλους μεταλλικούς υποδοχείς, δύο υψομετρικών βαθμίδων στις οποίες  θ’ τις ακουμπούσαν  κατά την διαδικασία του ψησίματος. Όλα αυτά τα είχε κατασκεύασε ο μπάρμπα Ζάχος, έχοντας κατά νου να  χαρίσει ενθυμικά τις σούβλες, από μια, στον ιδιοκτήτη κάθε αρνιού, αλλά ταυτόχρονα με τον ψυχικό νταλκά, να  στήσει μια μικρογραφία ενός παραδοσιακού Αραχοβίτικου λάκκου, εκατόν εξήντα χιλιόμετρα μακριά από τα πατρογονικά του, κάνοντας την …καρδιά  του αιωνόβιου πατερά του και το χατίρι στα παιδιά, τα εγγόνια, τ’ ανίψια και τους γείτονές του!

            Αποφασίστηκε το σούβλισμα να γίνει μερικές ώρες πριν την ανάσταση, για να το παρακολουθήσουν όσοι δεν γνώριζαν τον τρόπο, αλλά κυρίως επειδή θα κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο την επόμενη πρωινή!

Η διπλή συρταρωτή πόρτα του σπιτιού, που έβλεπε στη μεριά της αυλής, ήταν ανοιχτή. Ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι στρωμένο με λευκό τραπεζομάντηλο  ακουμπούσε στον αυλότοιχο. Πάνω του δέσποζαν δυο καράφες, η μία γεμάτη νερό και η άλλη τσίπουρο, ενώ γύρω τους ήταν σπαρμένα καμιά δεκαριά ρακοπότηρα, παξιμάδια κρίθινα, ελιές, φασόλια σαλάτα, ντολμαδάκια γιαλατζή, μαρουλόφυλλα και  καθαρισμένα ραπανάκια.

Ο εκατόχρονος γεννήτορας της οικογένειας, ακουμπισμένος στην αγκούτσα του και καθισμένος στην άκρη, αλλά σε θέση …… δραγασούλας (παρατηρητήριου), έχοντας ρίξει την τραγιάσκα του στο πίσω μέρος της  κεφαλής του,  επόπτευε με μάτι ….αστρίτη την διαδικασία, χωρίς όμως να μιλάει. Ένας τριανταπεντάρης άντρας, μέλος της τρίτης γενιάς της οικογένειας, αγχωμένος από την περίσταση και θέλοντας να πάρει …άριστα στον έλεγχο, από πατέρα και παππού, έκανε ότι μπορούσε για να φέρει σε πέρας σωστά αυτά που είχε μάθει από τους ίδιους! Πέρασε, με τη βοήθεια των υπολοίπων  ένα - ένα τ’ αρνιά στις σούβλες. Έραψε με αραιές βελονιές τις μπόλιες κατά μήκος, από τις πλάτες ως τα μπούτια, των αρνιών, βοηθούμενος από αυτούς. Έβαλε τρείς πιάστρες- σφικτήρες, από μέσα προς τα έξω, δυο σε πλάτη- στήθος κάθε αρνιού και μία στο σβέρκο του και ύστερα λύγισε τα πίσω πόδια του κάθε  οβελία, από μπροστά προς τα πίσω, ενώνοντάς τα σταυρωτά σε κάθε σούβλα και τοποθετώντας τον μεταλλικό συρόμενο σφικτήρα στην εξωτερική πάντα από τα μπούτια των αρνιών. Ύστερα τ’ ασφάλισε δένοντας τις άκρες τους  γερά, με διπλό λεπτό σύρμα, πάνω στη σωλήνα, σφίγγοντάς τα με την πένσα!  Έκοψε τα κότσια- σταυρωτήρια στις μπροστινές κλειδώσεις,  ώστε να κλείσει με αυτά το άνοιγμα των αρνιών την επομένη, όταν θα τ’ αλάτιζε εσωτερικά και τα τοποθέτησε πρόχειρα στην κοιλιά τους. Αφού τύλιξαν την κάθε σούβλα με ένα βρεγμένο σεντόνι ώστε να διατηρηθεί η υγρασία των σφαχτών, τις τοποθέτησαν πλαγιαστά  μέχρι να ξημερώσει στην αποθήκη του σπιτιού.

Τον λόγο είχαν πλέον τα …τσίπουρα, οι μεζέδες που καρτερούσαν στο τραπέζι και οι συζητήσεις  για τ’ ……. ανδραγαθήματα της ημέρας, παίρνοντας έτσι αμπάριζα για το τραπέζι της Ανάστασης που κοντοζύγωνε.

………………………….

Η ημέρα της Λαμπρής]

Διονύσιος Σολωμός /Λάμπρος

‘‘Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε/ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,/ σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε/ τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη·/και αποκεί κινημένο αργοφυσούσε/τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,/που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:

γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα…..

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,/όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστείτε·/μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες/με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·/ ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες/ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε·/ φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,/ πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι……’’

 

…….. Τέτοια ήταν η μέρα που ξημέρωσε! Όπως την περιγράφει ο Σολωμός στον ‘‘Λάμπρο’’!

Τα σπίτια των Οικογενειών  σ’ αυτό το Αθηναϊκό  προάστειο είχαν την τύχη να περιβάλλονται από ανοικτές, χωρίς πολλά σπίτια, απλωσ’ές. Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη κι αστραφτερή κάτω από το πρωινό  φώς του ήλιου, που μόλις είχε σκάσει απ’ την κορυφογραμμή του Υμηττού, μαλάκωνε την πρωινή  ψύχρα η οποία ανατρίχιαζε τα κορμιά κρατώντας τις αισθήσεις σε εγρήγορση. Μια γλυκιά γαλήνη απλωνόταν  τριγύρω, που εξόν απ’ τ’ αραιά κελαϊδίσματα των πουλιών, κανένας άλλος θόρυβος δεν την τάραζε.

Το πρωί στις επτά όλοι οι άντρες της συντροφιάς ήταν παρόντες, περιμένοντας  οδηγίες για το άναμμα της φωτιάς και το τελικό σιγύρισμα των αρνιών στις σούβλες! Ο γέροντας στεκόταν στη δραγασούλα  του, πίνοντας καφέ και στρίβοντας συνεχώς αυτάρεσκα την τσιγκελωτή  μουστάκα του, σαρώνοντας με τη ματιά του ό,τι γινόταν στο χωράφι! Τίποτα δεν του ξέφευγε! Έδινε την εντύπωση πώς δεν  μετακινήθηκε από κει απ’ το προηγούμενο απόβραδο, γιατί είχε την έγνοια του σπιτιού, των εργαλείων και όσων κοιμόντουσαν!

Ξαφνικά, αναδεύτηκε και με μπάσα βροντερή φωνή τους φώναξε!

-        Λάτε δώ ορέ λεβέντες, επειδή σας ’λέπω απ’ τα ψες ότι καλά το πάτε, θέλω να σας δώσω μια ορμήνια:  Τ’ αρνί τ’ς Λαμπρής θέλ’ει επτά πράματα για να πιάσ’ τόπο!

       καλό κρέας,  σωστό δέσ’μου στ’ σούβλα,  κλήματα όχ’ι    

       πολύ ξερά για τ’ φουτιά, σουστό αλάτ’σμα, υπουμουνή   

       γι’ αργό ψήσ’μου,  καλό κρασί κι καλή παρέα!

       Αν ένα να λείπ’ απ’ αυτά, καλύτερα να το βάλ’τε στου       

       φούρνου με πατάτες!  Τραβάτε μπροστά λοιπόν και   

       κάμ’τε αυτό π’ καταλαβαίν’τε !

Αφού έτσι τους μίλησε, ο γέρος  σώπασε, γέρνοντας την πλάτη του στην καρέκλα, ακουμπώντας το ένα χέρι στην μπαστούνα και με το άλλο στρίβοντας  αυτάρεσκα την μουστάκα του.

Στη μικρή σύσκεψη που ακολούθησε, αποφασίστηκε δυό ν’ αναλάβουν το αλάτισμα των αρνιών και τον τελικό έλεγχο στις σούβλες και οι υπόλοιποι να ‘‘φτιάξουν’’ τη φωτιά, κάτω από το γενικό πρόσταγμα του μπάρμπα Ζάχου!

            Έβαλαν μια αγκαλιά κλήματα στο κέντρο και την άναψαν. Όλοι κράταγαν στα χέρια τους από μια πένσα για να λύνουν τα δεμάτια. Η ρητή εντολή που πήραν από τον γέρο του παρατηρητήριου, απαγόρευε να επιτρέψουν να ξεπεταχτεί φλόγα πάνω από τα κλήματα που καιγόντουσαν στο εσωτερικό του σορού! Όπου η φλόγα ξέφευγε λαίμαργη με κατεύθυνση   τον ουρανό, μια καινούρια αγκαλιά απ’ αυτά έφραζε την τρύπα από όπου αυτή ξεπηδούσε, αναγκάζοντάς την να πνιγεί στο εσωτερικό της κούμπλας(σορός, γεμάτος)!

Μια χοντρή στήλη πυκνού λευκού καπνού ανέβαινε προς τον ουρανό και με το ελαφρύ αεράκι  διαχεόταν στην ατμόσφαιρα γινόμενη ντελάλης και ……καταδότης,  στέλνοντας λανθασμένα μηνύματα όσων  διαδραματίζονταν στη γειτονιά! Το αποτέλεσμα δεν άργησε να φανεί!

Ένα πυροσβεστικό όχημα με τέσσερις αρματωμένους συνοδούς, κι από κοντά ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας με δυό ένστολους κατέφθασαν, ακολουθούμενα από ένα ….επανδρωμένο ασθενοφόρο!

Αυτοί οι εργαζόμενοι λειτουργοί, αφού διαπίστωσαν από μόνη τους την …πλάνη της περίστασης, διασκεδάζοντας έτσι τους φόβους τους για τα χειρότερα και αφού με πρωτοβουλία των γυναικών  φιλεύτηκαν με διάφορα καλούδια, για εκείνους αλλά και τους συναδέλφους τους που βρίσκονταν στις βάσεις τους, ανταλλάσσοντας τις ανάλογες ευχές, έφυγαν χαρούμενοι, έκπληκτοι και με καθολική επιδοκιμασία του τρόπου ψησίματος και της θερμής αντιμετώπισης των ανθρώπων του λάκκου!  

Σε μία ώρα ο σωρός  κατάκιασε και  οι κληματσίδες, χωρίς να έχουν καεί, μετατράπηκαν σε λεπτά κάρβουνα σαν χρησιμοποιημένα παιδικά μολύβια, που κάπνιζαν  αφήνοντας λίγο διάφανο καπνό. Χαμηλά στο σωρό και γύρω από αυτόν μια λευκή αλυσίδα  τον περιέκλειε, σημάδι ότι άρχισε το ….ξάναμμα και η μετατροπή της καρβουνιάς σε στάχτη με ενδιάμεσο βεβαίως στάδιο την εκπομπή υψηλής θερμοκρασίας, χρήσιμης για το  επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε αυτά τα σημεία, με μια κανάτα, έριχναν νερό, που και που, ελέγχοντας έτσι τον χρόνο έναρξης  της καύσης. 

             Στο μεταξύ αλάτισαν τ’ αρνιά! Σε μια λεκάνη ανακάτεψαν αλάτι, μαύρο πιπέρι και ρίγανη. Χάραξαν σταυρωτά με δυο μαχαιριές το κέντρο της μπροστινής πλευράς απ’ τα μπούτια και έριξαν στη σχισμή από ένα πλόχειρο από το μίγμα,  σπρώχνοντάς το με τον δείκτη να πάει παντού. Το ίδιο έκαναν και στις πλάτες, στη βάση κάθε μπροστινού ποδιού καθώς αυτό εφάπτεται με το στέρνο. Από μια χεριά,  σφιχτή αυτή τη φορά, έριξαν στο κεφάλι του αρνιού και στα γλυκάδια του λαιμού. Ράντισαν επίσης από μια χούφτα ακόμα τις  κοιλιές των αρνιών και ύστερα τις έκλεισαν! Δεν τις έραψαν, παρα τοποθέτησαν τα σταυρωτήρια!

Χάραξαν με το μαχαίρι τέσσερες σχισμές ανά δύο, αντικριστά σε κάθε πλευρά των τοιχωμάτων  των κοιλιών των αρνιών, πέρασαν σταυρωτά τα δύο χαραγμένα στη μέση κότσια, αντίθετα σε κατεύθυνση μεταξύ τους, ασφαλίζοντας έτσι τα  ανοίγματα.

Με τα σταυρωτήρια στη θέση τους, τα πάντα ήταν έτοιμα!

Άπλωσαν τα κάρβουνα που κάπνιζαν σε μήκος αντίστοιχο με το μάκρος των μεταλλικών υποδοχέων, σε πλάτος όσο και το μάκρος των αρνιών και ίδιο πάχος παντού. Τα ίσιωσαν και τα πάτησαν καλά με το φτυάρι, κλείνοντας μέσα τους ολάκερη τη δύναμη της φωτιάς, παίρνοντας έτσι τον έλεγχο της συμπεριφοράς της στα χέρια τους. Τοποθέτησαν τις υποδοχές στα πλαϊνά και κατά μήκος της καρβουνιάς και κούμπωσαν τις   σούβλες στην επάνω διχάλα, με τα βαρύτερα αρνιά στο κέντρο και τα υπόλοιπα γύρω τους! Αφού έψαλαν όλοι όρθιοι το ‘’ Χριστός Ανέστη’’, άρχισαν να γυρίζουν γρήγορα τις σούβλες, στεκόμενοι μακριά από τη φωτιά οι ίδιοι,  λόγω του μεγάλου μάκρους των, όπως είχε προνοήσει την κατασκευή τους ο Ζάχος, αναμένοντας το ‘‘ξάναμά’’ της!

              Συνήθως ο ….πόλεμος κερδίζεται από τις διαθέσιμες  εφεδρείες! Σε τούτη δω την περίσταση εφεδρείες ήταν τα νεότερα μέλη των οικογενειών, τα οποία κουβάλησαν το ίδιο χθεσινοβραδινό  μεγάλο τραπέζι και αρκετές καρέκλες, το οποίο έστρωσαν με καθαρό τραπεζομάντιλο και αφού το ακούμπησαν στον τοίχο, δίπλα από την υπαίθρια ψησταριά,  έστησαν από πάνω του μια μεγάλη ομπρέλα θαλάσσης για να έχουν σκιά οι τραπεζοκαθούμενοι και αρχίζοντας να το γεμίζουν. Άπλωσαν  ένα μεγάλο παλιό τεντόπανο πάνω από τον λάκκο με τ’ αρνιά, το οποίο έδεσαν και στερέωσαν από τις τέσσερες άκρες του, με κατεύθυνση προς τον νοτιά για να μην χτυπάει ο ήλιος τους ψήστες και μοίρασαν καρέκλες σ΄ αυτούς για να μην κουράζονται! Το μεγάλο κασετόφωνο πήρε και αυτό τη θέση του, συνδεδεμένο στο ρεύμα με μια μακριά μπαλαντέζα και τα πρώτα δημοτικά τραγούδια άρχισαν ν’ ακούγονται!

              Επί μία ολόκληρη ώρα τ’ αρνιά γύριζαν στις σούβλες, κάτω από την  επιτήρηση του Ζαχαρία, ο οποίος κρατώντας ένα μακρύ στρογγυλό ξύλο, σγάρλιζε τη φωτιά εδώ κι εκεί, κάτω από τ’ αρνιά και άλλες φορές πάταγε με την ανάποδη του φτυαριού τα κάρβουνα, φέρνοντας στο νου την ειρωνική προτροπή του γέρου στο οροπέδιο, η οποία εν προκειμένω είχε την εφαρμογή της αν ξέφευγε της προσοχής του,  διότι ναι μεν η φωτιά έφτανε και περίσσευε αλλά ήθελε και ειδική μεταχείριση για να του κάνει τα χατίρια και να μην τα ….κάψει!   Ολόκληρη η στρωματσάδα της υπαίθριας  ψησταριάς  στάχτωσε και  η επιφάνειά της έγινε λευκή! Τ’ αρνιά πήραν ένα απαλό ρόδινο χρώμα στάζοντας σε κάθε στροφή και στη συνέχεια αφού τα κατέβασαν στην τελευταία σκάλα, τα γύριζαν μόνο πλάτη - στήθος, αλλά για λίγο κάθε φορά. Στο τραπέζι είχαν απλωθεί του κόσμου τα καλούδια! Τυριά, τηγανιτές συκωταριές, αυγά κόκκινα, ακόμα και ….σαρδέλες παστές με μπόλικο ξύδι για την λιγούρα έφεραν οι γυναίκες! Το κρασί άφθονο σε όλες τις αποχρώσεις και σε κάθε λογιών κανάτες ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι και από εκεί, ένας εκπρόσωπος κάθε οικογένειας κερνούσε κάθε φορά όσους ήταν καθισμένοι στην ψησταριά. Τα κοντοσούβλια που είχαν τοποθετηθεί στα δυο πλαϊνά της φωτιάς, αλατισμένα …λίγο παραπάνω! για να συνοδέψουν το μπρούσκο κατακόκκινο κρασί, ήταν σχεδόν έτοιμα για να πάρουν κι αυτά τη θέση τους στο τραπέζι του λάκκου. Μοναχά τα κοκορέτσια αργούσαν γιατί ακόμα έσταζαν και μάλλον θα απλώνονταν στο γιορτινό τραπέζι, όμως σίγουρα τραυματισμένα από τις ενδιάμεσες αφαιμάξεις των …μουστερήδων!

Αρκετοί γείτονες και περαστικοί, άλλοι περίεργοι από τη φασαρία και αρκετοί θέλοντας να ευχηθούν Χρόνια Πολλά, πλησίαζαν τον λάκκο με το ομαδικό ψήσιμο τόσων αρνιών και με αυτόν τον τρόπο! Όλοι τους φιλεύτηκαν με διάφορους μεζέδες και ήπιαν από ένα ποτήρι κρασί. Μερικοί μπήκαν και στο χορό, μερακλωμένοι από τον ‘’οίνο τον αγαπητό’’!

                    Μετά από τέσσερες ώρες η πέτσα από τ’ αρνιά είχε σκάσει, το χρώμα τους είχε ροδίσει και σκουρύνει, ενώ τα σταυρωτήρια είχαν φαγωθεί, τα δε κότσια  στα μπροστινά και τα πίσω πόδια, όταν τ’ ακουμπούσες με την παλάμη σου ήταν κρύα! Σημάδι ότι αυτά ήταν έτοιμα!  Τα τραπέζια στα σπίτια των συμμετεχόντων είχαν στρωθεί και όλα ήταν έτοιμα για να συνεχιστεί το γλέντι  κάθε οικογένειας στο σπίτι της. Οι  Αραχοβίτικες οικογένειες  ήταν κανόνας ότι θα έτρωγαν όλοι μαζί!

Το ημερολόγιο έγραφε    10 Απριλίου 1988 !