Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

ΘΑΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΑΧΩΒΑ



ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Αι εικόνες έκλαιον-Η διάδοσις της νεωκόρου-Θρησκευτική εξέγερσις-Όπου ένας πονηρός ανακαλύπτει την αλήθειαν


«Εγνώσθη χθές ότι λίαν περίεργα πράγματα έλαβον χώραν εν Αραχώβη εξεγείραντα τον θρησκευτικόν φανατισμόν των απλοϊκών χωρικών, χάρις εις την θρησκομανίαν μιάς νεωκόρου.
 Μίαν πρωίαν η νεωκόρος του ναού της Αραχώβης, καθ’ ην ώραν περιεποιείτο τας εικόνας αφαιρούσα την επ’ αυτών επικαθημένην κόνιν, επαρετήρησε μετά φρίκης ότι εις το πρόσωπον της Παναγίας διεκρίνοντο στίγματα εν είδει φυσαλίδων, τα οποία η φανατική γραία, εν τη θρησκευτική εκστάσει της, υπέλαβεν ως δάκρυα ρέοντα εκ των ιδίων ομμάτων της Θεομήτορος. Δεν ηδυνήθη να υπομείνη την εκ της συγκινήσεως φρίκην και εξελθούσα του ναού ως μαινομένη ήρχισε να κρούη με όλας τας δυνάμεις της τους κώδωνας της εκκλησίας, προσκαλούσα τους πιστούς όπως αποκαλύψη εις αυτούς τα δάκρυα της Παναγίας.


Οι χωρικοί, έντρομοι, άμα τω ακούσματι της κωδωνοκρουσίας εγκαταλιπόντες τας οικίας των, έτρεχον ωπλισμένοι καθ’ όλας τας διευθύνσεις του χωρίου, νομίζοντες ότι πυρκαϊά καταστρεπτική
εξερράγη, ότι λησταί εισέβαλον απειλούντες να διαπεράσωσιν όλον το χωρίον εν στόματι μαχαίρας.
Ο ναός περιεκυκλώθη όλος, ενώ κραυγαί πένθιμοι έπληττον τον αέρα. Η γραία εν τούτοις εξαφνισμένη, από ψύχωσιν θεϊκήν τώρα πάσχουσα, εξηκολούθει το έργον της, κρούουσα τον κώδωνα, μέχρις ου εξαντληθεισών των δυνάμεών της εκ της υπερμέτρου κοπώσεως έπεσε λιπόθυμος παρά το κωδωνοστάσιον.
Μετ’ ολίγον συνελθούσα η γραία αφηγήθη μετά μυστηριώδους ύφους και διαρκώς σταυροκοπουμένη την αποκάλυψιν των δακρύων της Παναγίας, ως έλεγε, συμπεραίνουσα εκ τούτου ότι μέγα αμάρτημα βαρύνει το χωρίον, ένεκα του οποίου έπρεπε να σκεφθώσι τίνι τρόπω θα ημπορέσωσι να εξιλεωθώσιν απέναντι του αγνώστου ανομήματος.
Οι χωρικοί εκστατικοί ήκουον την γραίαν και συνεσκέπτοντο εάν έπρεπεν ή όχι να οδηγήσωσι την ατυχή παράφρονα – διότι ούτω την ενόμιζον – εντός της εκκλησίας προς καθησύχασιν της εξημμένης διανοίας της. 
Τέλος ηγουμένης της γραίας εισήλθεν εις τον ναόν το πλήθος κατακλύσαν ασφυκτικώς την εκκλησίαν και ανέμενε την έκβασιν του επεισοδίου.

Μόλις η πρωτοπορία, ούτως ειπείν, του πλήθους παρέστη προ της εικόνος της Παναγίας, φωναί άγριαι αντήχησαν υπό τον θόλον, και πανικός υπέρμετρος κατέλαβεν όλους. Δι’ ωθισμών και κραυγών πάντες εξήρχοντο του ναού, τρέμοντες και σταυροκοπούμενοι.
Εν τω μέσω του πανδαιμονίου εκείνου μικρός χωρικός, μόλις εκ του βόσκοντος ποιμνίου του ελθών, εισήλθεν εις τον ναόν, επορεύθη με θρησκευτικήν ευλάβειαν πρό της περιέργου εικόνος, ανήλθε δύο-τρείς βαθμίδας και υψώθη μέχρι της κορυφής της δακρυχεούσης Παναγίας και κατόπιν ως υπό θείας εμπνεύσεως καταληφθείς εξήλθε διά ταχέων βημάτων του ναού φωνάζων προς το έκθαμβον εκ φρίκης πλήθος :
…Είναι το χρώμα της εικόνας φουσκωμένο !..
Το πλήθος, ενθαρρυνθέν και μη ευρίσκον τον διϊσχυρισμόν του μικρού εντελώς ανυπόστατον, εισήλθε πάλιν εις τον ναόν. Παρετήρησεν εις έκαστος την εικόνα αφού προηγουμένως επεκαλέσθη την θείαν συγχώρησιν και κατόπιν γελώντες αλλά και λυπούμενοι εξήλθον επί το αστειότερον συζητούντες.
Ιδού τι είχε συμβεί : Πρό τινών ημερών είχον οι επίτροποι του ναού προμηθευθή παρά τινός εικόνας. Μία εξ αυτών ήτο και η της Παναγίας, ήτις ένεκα του κακού χρωματισμού εσχημάτισε στίγματα. Αλλ’ η γραία, προκατειλημμένη εκ θρησκευτικών ονειροπολήσεων και μη προσέξασα, ανεστάτωσε το χωρίον ολόκληρον.»

Το παραπάνω κείμενο το έχω αντιγράψει από το πρωτότυπο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΑΣΤΥ τον Οκτώβριο του 1895.