Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΑΣΚΑΛΟ

Φωτ. Θανάση Ρέβα.

Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος

“Δάσκαλε,

πάει καιρός που «έφυγες», και πάντα με αγάπη σε θυμάμαι.
Τώρα βέβαια έχω μεγαλώσει και πάω στο Λύκειο, μα ο καλός σου λόγος χρειαζούμενος και βάλσαμο οι ορμήνειες σου, που τόσο πολύ μου λείπουνε.

Ξέρεις ανάμεσα στα άλλα, άρχισα και να σκιτσάρω, να ζωγραφίζω κιόλας, μα πλιόνε εσύ δεν είσαι εδώ για να μου πεις τα μυστικά, την τέχνη των χρωμάτων και την προοπτική στην κάθε ζωγραφιά μου.

Τις προάλλες,
έπεσε στα χέρια μου κι ένα βιβλίο σου παλιό, «Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ Η ΑΡΑΧΩΒΑ» και μ’ έκανες να δακρύσω διαβάζοντας τα ποιήματά σου.

Έτσι είναι Δάσκαλέ μου. Όπως τα λες!

Κι έτσι τους στίχους σου αναθυμούνται οι Αραχωβίτες κι οι πέτρες του Τόπου μας οι πολύτιμες, που’ χεις κατάσαρκα χαράξει στο κορμί τους τ’ όνομά σου!

Κι εκείνη η χαλκογραφία σου που με αγάπη και περφάνεια, σφυρηλάτησες και κρέμασες στο πέτρινο μνημείο του ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ, στον ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ, ξέρεις τα πρωινά χρυσώνεται από τον ήλιο και λάμπει η εκκλησιά κι ο ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.

Θέλω κι άλλα να σου γράψω, μα πιότερο θαρρώ σημαντικό είναι το που τις μέρες τούτες τη νίκη θα γιορτάσουμε του Στρατάρχη μας στο «ΜΟΥΣΤΑΜΠΕΗ», κι ίσως να γίνει κι η αναπαράσταση της θρυλικής εκείνης μάχης του 1826, όπως την έκανες κι εσύ παλιότερα!

Δεν ξέρω βέβαια το τι ακριβώς θα γίνει, όμως να ξέρεις πως βλάστησε ο σπόρος σου και με αναπαράσταση ή όχι, εκείνη η αγιασμένη βουνοπλαγιά, Πατρίδα μας, σπίτι μας και καρδιά μας έγινε.

Βέβαια αν ήσουνα εσύ ανάμεσά μας, θα μ’ έντυνες καθώς και των σκολειών μας τ’ άλλα τα παιδιά, με βράκες κόκκινες να παριστάνουμε τους Τουρκαλάδες, όπως παλιότερα το έκαμες και στις σκηνές μας, πάνω ψηλά, κορφοκοιτάζοντας την ΑΡΑΧΩΒΑ, θα καρτερούσαμε να κάνουμε το γιουρούσι μας.

Φωτ. Εύης Φωκά (αναπαράσταση μάχης).

Κι ότε που θα τέλειωνε η λειτουργία στην εκκλησιά τ’ ΑΪ ΓΙΩΡΓΗ, το προσκλητήριο των νεκρών ηρώων μας και το Τρισάγιο, εσύ που όλα ήξερες να τα κουμαντάρεις και να τα οργανώνεις, θα έδινες απ’ τα μεγάφωνα με βροντερή φωνή το πρόσταγμα :
«ΑΠΑΝΩ ΤΟΥ ΣΗΜΑΡΕΣΗ…»

Κι ευτύς μια τουφεκιά θα ξέσκιζε τον αγέρα κι ο πρωτοκεφαλάς ΜΟΥΣΤΑΦΑΜΠΕΗΣ, ο Τουρκαλάς θα έπεφτε νεκρός.

Και στο κατόπι θ’ αχολογούσαν πολεμάρματα, φωνές, σπαθιά κι αρματοφημισμένοι γέροντες, μεσόκοποι και παλληκάρια φουστανελλοφορεμένοι όλοι, μπροστάρη έχοντας τον «ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ», θα ξεχύνονταν από τον τρόγυρο και απ’ τα χαμηλά και θα χαλάγανε τους Τούρκους στην αγιασμένη του ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ βουνοπλαγιά!
Κι ύστερα… ύστερα θα παίρνανε οι ΕΛΛΗΝΕΣ μιαν ανασεμιά και θ’ άρχιζε στο κατόπι το μεγάλο… γλέντι!!!»
 
Ο Δάσκαλος ΗΛΙΑΣ ΛΙΑΚΟΣ.

Δάσκαλε και Καλέ μου Φίλε ΗΛΙΑ ΛΙΑΚΟ.
Έτσι μου το’ πενε η καρδιά μου, αυτή που βαφτίστηκε στην ιερή κολυμβήθρα της φιλίας μας τούτο το γράμμα να στο γράψω.
Σα να’ μουνα μαθητής σου!


Κι ακόμα μου ‘πενε να σου πω : «Εκεί που είσαι, ήσυχος να ‘σαι και να μην κόφτεσαι για μας, γιατί οι μαθητές σου και γενικά όλοι οι Αραχωβίτες, μικροί  μεγάλοι, ξέρουν καλά τις «ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ» να φυλάνε, μέσα στο γκρίζο και στη θολούρα των σημερινών καιρών!»