Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Σκόρπιες γνώσεις ναι, σκόρπια λόγια όχι.


[9ο ]

Επιμέλεια : Στάθης Ασημάκης

 

Περί αρχαίων ονείρων


Τα όνειρα είναι μια βασική αναδυόμενη λειτουργία της βιολογίας του εγκεφάλου, όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των ανώτερων ζώων.
Στην αρχαία ελληνική και τη λατινική Γραμματεία, αρκετές φορές, γίνεται μνεία “σημαδιακών” ονείρων. Για το αν λαθεύουν ή όχι αυτού του είδους τα όνειρα, πάντα υπήρχε διάσταση μεταξύ των ανθρώπων.
Οι ορθολογιστές σε κάθε εποχή τα θεωρούν απλές συμπτώσεις. Εμείς εδώ, απλώς, θα αναφέρουμε μερικές τέτοιες…συμπτώσεις, που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς. Συγκεκριμένα:

·   Από το έργο «Κύρου ανάβασις» του Ξενοφώντα.
Οι Έλληνες του Ξενοφώντα στην πορεία τους προς τη θάλασσα έφτασαν κάποια στιγμή στα χωριά πάνω από την πεδιάδα του ποταμού Κεντρίτη, ο οποίος χώριζε τη χώρα των Αρμενίων από τη χώρα των Καρδούχων (σημερινών Κούρδων) και χυνόταν στη θάλασσα.
Εκεί αναπαύτηκαν χαρούμενοι, καθώς αντίκρισαν την πεδιάδα. Απαλλαγμένοι από τις ταλαιπωρίες που είχαν περάσει, έπεσαν να κοιμηθούν. Τα ξημερώματα, όμως, είδαν απέναντι από αυτό το ποτάμι εξοπλισμένους ιππείς με πρόθεση να τους εμποδίσουν να διαβούν και να περάσουν στην Αρμενία.
Όλοι αυτοί ήσαν Αρμένιοι, Μάρδοι και Χαλδαίοι. Οι όχθες πάνω στις οποίες είχαν πάρει θέση απείχαν  από το ποτάμι τρία με τέσσερα πλέθρα, δηλαδή περίπου 100 με 120  μέτρα. Διακρινόταν εκεί ένα πέρασμα που οδηγούσε στο εσωτερικό της χώρας.
Στην προσπάθειά τους να περάσουν απέναντι, το νερό έφτανε πάνω από το στήθος τους και ο ποταμός ήταν ανώμαλος στην κοίτη του. Έτσι, δεν μπορούσαν να κρατούν τα όπλα τους. Αν κάποιος κρατούσε τα όπλα του υψωμένα πάνω από το κεφάλι του έμεινε εκτεθειμένος στα εχθρικά βέλη. Αναγκάσθηκαν λοιπόν να επιστρέψουν πίσω και να στρατοπεδεύσουν. Πίσω τους όμως είδαν να πλησιάζουν Καρδούχοι ένοπλοι. Τους έπιασε λοιπόν απελπισία. Όλη τη μέρα αυτή και τη νύχτα την πέρασαν οι Έλληνες σε τραγικό αδιέξοδο.

Ο Ξενοφώντας εκείνο το βράδυ είδε ένα όνειρο. Είδε,  δηλαδή, ότι ήταν   δεμένος με δεσμά στα πόδια του και αυτά λύθηκαν από μόνα τους, ώστε μπόρεσε να ελευθερωθεί και να περπατήσει όσο ήθελε.
Μόλις ξύπνησε, επισκέφτηκε το Χειρίσοφο και του είπε ότι ελπίζει τα πράγματα να εξελιχθούν καλά, και  αφηγήθηκε το όνειρό του. Στη συνέχεια, οι στρατηγοί πρόσφεραν θυσίες και όλες βγήκαν ευνοϊκές, με το πρώτο. Αμέσως δόθηκε εντολή να γευματίσουν, για να είναι έτοιμοι για δράση.
Την ώρα που ο Ξενοφώντας έπαιρνε το φαγητό του, έτρεξαν κοντά του δυο νεαροί στρατιώτες και του είπαν ότι είχαν βγει  να μαζέψουν ξερόκλαδα για φωτιά και ότι είδαν απέναντι στα βράχια, που κατέληγαν στο ποτάμι, ένα γέρο με τη γυναίκα του και τις κόρες του να κρύβουν μέσα σε βραχώδη σπηλιά κάτι σαν τσουβάλια γεμάτα ρούχα και, όταν είδαν αυτό, έκριναν ότι θα ήταν εύκολο να περάσουν ασφαλείς απέναντι, γιατί σε εκείνο το μέρος δεν μπορούσαν να πλησιάσουν  οι ιππείς των εχθρών.
Είπαν ακόμη ότι ξεντύθηκαν και πέρασαν γυμνοί το ποτάμι έχοντας μόνο τα μαχαίρια τους, το νερό έφτανε ως τα αχαμνά τους και επέστρεψαν πίσω χωρίς κανένα πρόβλημα.
Αμέσως, ο Ξενοφώντας πρόσφερε σπονδές μαζί με τους δυο αυτούς νέους και ευχαρίστησαν τους θεούς,  που τους φανέρωσαν  το όνειρο και το πέρασμα. Όλα στη συνέχεια  είχαν καλή εξέλιξη και οι Έλληνες μπόρεσαν με σπουδή  να περάσουν το ποτάμι αυτό και να συνεχίσουν την πορεία τους προς την σωτηρία.
Εδώ με την ευκαιρία ας κάνουμε  μια παρέκβαση:
Οι Μύριοι του Ξενοφώντα κατά την έναρξη της ανάβασής τους προς τον Κύρο έφταναν τις δέκα τρεις χιλιάδες (13.000) άνδρες, και όταν μετρήθηκαν σε γενική επιθεώρηση, κατά το πέρας της καθόδου τους στον Εύξεινο Πόντο, βρέθηκαν οκτώ χιλιάδες εξακόσιοι (8.600).   
Η απόσταση που διάνυσαν πεζοπορώντας, κάτω από ακραίες πολεμικές συνθήκες (βαλλόμενοι υπό πάντων) και ποικίλες καιρικές συνθήκες (καύσωνες, καταρρακτώδεις βροχές,  χιόνια, παγετούς), επί οκτώ (8) μήνες, κατά την επιστροφή τους από τη Βαβυλώνα μέχρι τα Κοτύωρα του Ευξείνου Πόντου, ήταν εκατόν είκοσι δυο (122) σταθμοί, εξακόσιες είκοσι (620) παρασάγγες και δεκαοχτώ χιλιάδες (18.000) στάδια. Δηλαδή, απόσταση ίση με: (122σταθμοίx6 παρασάγγες/σταθμόx30στάδια/παρασάγγα+ 620 παρασάγγες x 30 στάδια/παρασάγγα + 18.000 στάδια ) x 192,4 m/στάδιο = 58.560 στάδια x 192,4 m/στάδιο= 11.266.944 m = 11.267 Κm.
Επομένως βάδιζαν και πολεμούσαν ταυτόχρονα, κατά μέσο όρο: 11.267Κm/[(8x30)ημέρες]=46,95Κm/ημέρα επί ένα οκτάμηνο. Απίστευτος άθλος!       

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» («Αλέξανδρος - Καίσαρ») του Πλούταρχου:
Ο βασιλιάς Φίλιππος τη Μακεδονίας λίγο καιρό μετά το γάμο του με την Ολυμπιάδα είδε σε όνειρο ότι ο ίδιος έβαλε σφραγίδα στην κοιλιά της συζύγου του, και ότι η παράσταση της σφραγίδας απεικόνιζε λιοντάρι. Τότε, ο Αρίσταρχος από την Τελμισσό είπε ότι η βασίλισσα ήταν έγκυος γιατί, τίποτε το άδειο δεν σφραγίζεται και ότι κυοφορεί παιδί ζωηρό και δυνατό σαν λιοντάρι.

***

Όταν κατέβαινε ο Δαρείος από τα Σούσα για να συγκρουστεί με τον Αλέξανδρο είδε ένα όνειρο που οι μάγοι, οι οποίοι τον ακολουθούσαν, δεν το του το εξήγησαν, για να μην τον στενοχωρήσουν. Συγκεκριμένα, είδε ότι η μακεδονική φάλαγγα καιγόταν και ότι ο Αλέξανδρος φορώντας στολή, την οποία προηγουμένως φορούσε ο Δαρείος, ως κήρυκας του βασιλιά τον υπηρετούσε. Και όταν έφτασε ο Αλέξανδρος στο Ιερό της Βήλου εξαφανίστηκε. Με αυτό το όνειρο υποδηλωνόταν ότι θα εξελίσσονταν λαμπρά τα πράγματα των Μακεδόνων,  ότι ο Αλέξανδρος θα κυριαρχούσε  στην Ασία, αλλά γρήγορα θα έχανε τη ζωή του.

***

Όταν ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την οχυρότατη Τύρο για επτά (7) μήνες με επιχωματώσεις, πολιορκητικές μηχανές και με διακόσιες τριήρεις από την πλευρά της θάλασσας, κάποια στιγμή πριν πετύχει την άλωση είδε σε όνειρο τον Ηρακλή να του απλώνει το δεξί του χέρι από το τείχος και να τον προσκαλεί. Και πάλι του φάνηκε ότι είδε στον ύπνο του να εμφανίζεται ένας Σάτυρος που έπαιζε μακριά του, και όταν επιχειρούσε να τον πιάσει του ξέφευγε, τελικώς μετά από πολύ παρακαλετό και κυνήγημα τον έπιασε. Τότε οι μάντεις χωρίζοντας το όνομα Σάτυρος (Σα - Τύρος) του είπαν ότι η Τύρος θα γίνει τελικώς δική του.
***
Ο Κλείτος, λίγες μέρες πριν τον σκοτώσει οργισμένος ο Αλέξανδρος, είχε δει το εξής κακό όνειρο, ότι ήταν ντυμένος στα μαύρα και καθόταν μαζί με τα παιδιά του στρατηγού Παρμενίωνα, που όλα είχαν πεθάνει.

***

Λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα, η γυναίκα του Καλπουρνία είδε στο όνειρό της ότι το αέτωμα, που είχε στηθεί ως  τιμητικό κόσμημα με ψήφισμα της Βουλής για τον Καίσαρα, έπεσε και θρυμματίστηκε και αυτή βαρυγκωμούσε και έκλαιγε. Το πρωί λοιπόν παρακαλούσε τον Καίσαρα να μη βγει έξω, αλλά να ματαιώσει τη σύγκληση της Συγκλήτου, κάτι το οποίο δεν έγινε.
Μάλιστα, κάποιος μάντης βλέποντας τις προηγούμενες μέρες το σφάγιο της θυσίας, τού είπε να φυλαχθεί από μεγάλο κίνδυνο κάποιες μέρες του Μαρτίου, που οι Ρωμαίοι τις αποκαλούν Ειδούς.
Όταν λοιπόν εκείνη τη μοιραία μέρα  έφτασε ο Καίσαρας στη Σύγκλητο χαιρέτησε το μάντη και τον ειρωνεύτηκε  λέγοντας: «Οι Ειδοί του Μαρτίου έφτασαν» και εκείνος απάντησε ήρεμα προς αυτόν: «Ναι, έφτασαν, αλλά δεν έχουν τελειώσει». Μετά από λίγη ώρα τα ξίφη των συνωμοτών βυθίστηκαν στο κορμί του Καίσαρα και αυτός  εξέπνευσε.
Να σημειώσουμε ότι οι ρωμαϊκοί μήνες διαιρούνταν στις Καλλένδες (οι πρώτες δέκα μέρες του μήνα), στις Νόννες (οι μεσαίες δέκα μέρες του μήνα) και στους Ειδούς (οι τελευταίες δέκα μέρες του μήνα).

***

Κάποιος Κίννας φίλος του Καίσαρα έτυχε να δει την προηγούμενη νύχτα ένα παράξενο όνειρο. Είδε, δηλαδή, ότι είχε κληθεί σε δείπνο από τον Καίσαρα και μετά την πρόσκληση τον τραβούσε από το χέρι, επειδή αυτός δεν ήθελε και αντιδρούσε. Και όταν άκουσε ότι στην αγορά γινόταν η καύση της σορού του Καίσαρα σηκώθηκε και πήγε για να τον τιμήσει, αν και φοβόταν κάπως το όνειρο και είχε και πυρετό.
Με την εμφάνισή του, κάποιος από το πλήθος τον υπέδειξε ως ένα από τους δολοφόνους του Καίσαρα, γιατί πράγματι υπήρχε κάποιος Κίννας μεταξύ των συνωμοτών, και εκλαμβάνοντάς τον για εκείνον όρμησαν αμέσως εξαγριωμένοι και τον κατάσφαξαν.

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» («Αριστείδης - Κάτων») του Πλούταρχου:
Πριν τη μάχη   των Πλαταιών  ο Μαρδόνιος είχε  στείλει ένα Λυδό στο Μαντείο του Αμφιάραου και έναν Κάρα στο Μαντείο του Πτώου, για να πληροφορηθεί τα σχετικά με την επικείμενη μάχη Ελλήνων-Περσών. Καθώς, λοιπόν, ο Λυδός κοιμήθηκε, όπως προβλεπόταν από το Ιερό του Αμφιάραου, είδε στον ύπνο του ότι ήλθε κοντά του ένας υπηρέτης του θεού και τον διέταξε να φύγει, και αν αυτός δεν υπάκουε, θα του έριχνε στο κεφάλι μια μεγάλη πέτρα, με σκοπό να τον σκοτώσει.
Μετά από λίγο, όταν ξεκίνησε η μάχη, και καθώς ο αγώνας γινόταν σε δυο μέτωπα, πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έτρεψαν σε φυγή τους Πέρσες και ένας Σπαρτιάτης ονόματι Αείμνηστος σκότωσε το Μαρδόνιο με πέτρα στο κεφάλι, όπως είχε προμαντευτεί με το παραπάνω  όνειρο.

·   Από το έργο «Παράλληλοι βίοι» («Θεμιστοκλής - Κάμιλλος ») του Πλούταρχου:
Ο Θεμιστοκλής, όταν κυνηγημένος έφτασε στην Κύμη της Μικράς Ασίας, αντιλήφθηκε ότι πολλοί άνθρωποι παραμόνευαν να τον συλλάβουν, γιατί έφερε μαζί του πολλά χρήματα, και ο Πέρσης βασιλιάς τον είχε επικηρύξει με αμοιβή διακοσίων ταλάντων!
Αποφάσισε λοιπόν να κατευθυνθεί στις Αιγές, μια μικρή Αιολική πόλη σε κάποιον γνώριμό του πλούσιο, τον Νικογένη. Κοντά σ’ αυτόν παρέμεινε κρυμμένος για λίγες μέρες, ώσπου κάποια από αυτές, στο δείπνο μετά τη θυσία ο παιδαγωγός των παιδιών του Νικογένη, σε κατάσταση αλλοφροσύνης και ένθεος αναφώνησε ποιητικά τον εξής στίχο: «Στη νύχτα δώσε φωνή, στη νύχτα συμβουλή, στη νύχτα νίκη.» 
Μετά από αυτά ο Θεμιστοκλής ονειρεύτηκε στον ύπνο του ότι ένα φίδι περιτυλίχτηκε γύρω από την κοιλιά του και ανέβαινε προς το λαιμό του. Και αφού πήρε τη μορφή αετού, όταν άγγιξε το πρόσωπό του, τον κάλυψε με τις φτερούγες του και τον σήκωσε ψηλά και τον μετέφερε σε μακρινή απόσταση, και έπειτα, όταν φάνηκε ένα χρυσό κηρύκειο, τον έβαλε πάνω σ’ αυτό με ασφάλεια, απαλλαγμένο από τον αμήχανο φόβο και από την ταραχή του.
Πράγματι, το όνειρό του βγήκε αληθινό, αφού όχι μόνο κατόρθωσε ο Θεμιστοκλής, με ασφάλεια να φτάσει στα ανάκτορα του Πέρση βασιλιά, αλλά και να γίνει ένα είδος σύμβουλός του και μάλιστα έμπιστός του, προς απογοήτευση των άλλων αυλικών. 

·   Από το έργο «Παράλληλοι βίοι» («Περικλής-Φάβιος Μάξιμος») του Πλούταρχου:
Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης των Προπυλαίων στην Ακρόπολης, ο πιο δραστήριος και ο πιο πρόθυμος από τους τεχνίτες από απροσεξία του έπεσε από μεγάλο ύψος και τραυματίστηκε βαριά, σε τέτοιο βαθμό που οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει.
Ενώ λοιπόν ο Περικλής ήταν πολύ στενοχωρημένος, εμφανίστηκε στον ύπνο του η θεά Αθηνά και του υπαγόρευσε μια θεραπεία, την οποία εφάρμοσε ο Περικλής και θεράπευσε γρήγορα και εύκολα τον άνθρωπο αυτό. Γι’ αυτό το λόγο φιλοτέχνησε και το χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Υγείας στην Ακρόπολη, που τοποθετήθηκε κοντά στα Προπύλαια.

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» («Νικίας - Κράσσος») του Πλούταρχου:
Ο επαναστάτης Σπάρτακος, όταν έφτασε ως αγορασμένος αιχμάλωτος στη Ρώμη, κάποια μέρα είδε στον ύπνο του έναν δράκο να είναι τυλιγμένος στο πρόσωπό του, και η γυναίκα του, που τον ακολουθούσε, Θρακιώτισσα και αυτή, μάντισσα και μυημένη στις οργιαστικές τελετές του Διονύσου τού εξηγούσε ότι αυτό ήταν σημάδι μεγάλης και φοβερής δύναμης γι’  αυτόν, που θα είχε όμως άσχημη κατάληξη.

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» ( «Κίμων - Λούκουλλος» ) του Πλούταρχου:
Ο Κίμωνας έκρινε ότι θα ήταν σκόπιμο να εκστρατεύσουν οι Αθηναίοι στην Αίγυπτο και την Κύπρο, προκειμένου να εξασφαλίσουν αγαθά για την πόλη τους, χωρίς να βλάψουν τις άλλες ελληνικές πόλεις.
Ενώ λοιπόν είχαν προετοιμαστεί τα πάντα και ο στρατός ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, ο Κίμωνας είδε ένα παράξενο όνειρο. Είδε, δηλαδή, ότι ένα άγριο σκυλί που γαύγιζε εναντίον του, έβγαλε ανθρώπινη φωνή και του είπε: «Ξεκίνα, γιατί θα είσαι και δικός μου φίλος και των κουταβιών μου».
Καθώς λοιπόν το όνειρο ήταν δυσεξήγητο ο Αστύφιλος ο Ποσειδωνιάτης, άντρας μάντης και φίλος του Κίμωνα, ερμήνευσε ότι το όνειρό του προσημαίνει θάνατο με το εξής σκεπτικό: Ο σκύλος για τον άνθρωπο εναντίον του οποίου γαυγίζει είναι εχθρός και στον εχθρό κανένας δεν θα μπορούσε να γίνει συμπαθής παρά μόνο όταν πεθάνει. Η ανάμεικτη φωνή δηλώνει ότι ο εχθρός είναι ο Πέρσης, γιατί ο περσικός στρατός αποτελείτο από ανάμεικτους Έλληνες και βαρβάρους. Όμως ο Κίμωνας δεν ματαίωσε την εκστρατεία, και κατά την πολιορκία του Κιτίου της Κύπρου πέθανε, είτε από  ασθένεια είτε από τραύμα.

***

Όταν ο Λούκουλλος έφτασε στην Κύζικο, απόλαυσε τις στρατιωτικές του επιτυχίες και τις ανάλογες τιμές. Έπειτα προετοίμασε το ναυτικό του για εξόρμηση στον Ελλήσποντο. Και αφού αποβιβάστηκε στην Τρωάδα κατασκήνωσε στο Ιερό της Αφροδίτης, και στον ύπνο του, τη νύχτα εκείνη, ονειρεύτηκε τη Θεά Αφροδίτη να κάθεται δίπλα του και να του λέει: «Τι κοιμάσαι ορμητικό λιοντάρι; Τα ελαφάκια είναι κοντά σου».
Αμέσως, ξύπνησε  και κάλεσε τους φίλους του και, ενώ τους αφηγείτο το όνειρό του, έφτασαν  κάποιοι από το Ίλιον και του ανέφεραν ότι είχαν εμφανιστεί κοντά στο λιμάνι των Αχαιών δεκατρία πεντηκόντορα βασιλικά πλοία. Ξανοίχτηκε λοιπόν αμέσως στο πέλαγος και αυτά τα αιχμαλώτισε και το ναύαρχό τους Ισίδωρο τον σκότωσε. Στη συνέχεια, προχώρησε για να καταδιώξει και τον ίδιο το βασιλιά Μιθριδάτη.

***

Αργότερα, κρίνοντας ότι έπρεπε να πολεμήσει εναντίον του Τιγράνη, κατευθύνθηκε πάλι στον Πόντο και αφού πήρε τους στρατιώτες του πολιορκούσε τη Σινώπη ή μάλλον τους βασιλικούς Κίλικες που την κατείχαν. Αυτοί, αφού σκότωσαν πολλούς Σινωπείς, έβαλαν φωτιά στην πόλη και έφυγαν. Όταν το είδε αυτό ο Λούκουλλος μπήκε στην πόλη, σκότωσε 8.000 απ’ αυτούς που έπιασε, ενώ στους Σινωπείς  έδωσε τα πράγματά τους και φρόντισε για την πόλη, κυρίως γιατί είχε δει την προηγούμενη το εξής όνειρο:
Του φάνηκε, δηλαδή, στον ύπνο του ότι ήλθε κάποιος κοντά του και του είπε: «Προχώρα λίγο Λούκουλλε, γιατί ήλθε ο Αυτόλυκος και θέλει να σε δει.»    Όταν ξύπνησε, δεν ήξερε ποια εξήγηση να δώσει στο όνειρό του. Όμως εκείνη την ημέρα  που  κατέλαβε την πόλη  και κατά την καταδίωξη των Κιλίκων είδε στην ακτή γκρεμισμένο ένα άγαλμα, που το είχαν πάρει οι Κίλικες, αλλά δεν πρόλαβαν να το φορτώσουν στα πλοία τους. Ένας τότε είπε ότι ίσως ήταν ο ανδριάντας που παράσταινε τον ιδρυτή της Σινώπης, τον Αυτόλυκο.

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» («Πελοπίδας - Μάρκελλος») του Πλούταρχου:
Όταν οι Σπαρτιάτες σύναψαν ειρήνη με όλους τους Έλληνες και κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον των Θηβαίων, αρχικά ο βασιλιάς Κλεόμβροτος εισέβαλε στη Βοιωτία. Τότε,  οι Θηβαίοι αποφάσισαν να συνάψουν μάχη και στρατοπέδευσαν στην περιοχή των Λεύκτρων απέναντι στου Λακεδαιμονίους.
Το βράδυ πριν τη μάχη ο Πελοπίδας είδε ένα όνειρο που τον συντάραξε πολύ. Συγκεκριμένα, είδε στο όνειρό του ότι οι θυγατέρες του Σκέδασου θρηνούσαν γύρω από τα μνήματά τους και έλεγαν κατάρες εναντίον των Σπαρτιατών και ότι ο Σκέδασος ζητούσε να θυσιάσει ο Πελοπίδας μια ξανθιά παρθένα στους θεούς, εάν ήθελε να νικήσει.
Επειδή η εντολή αυτή του φάνηκε αποτρόπαιη και άδικη, μόλις ξύπνησε, διηγήθηκε το όνειρό του στους μάντεις και τους στρατηγούς. Καθώς λοιπόν υπήρχε πολύς προβληματισμός και ο Πελοπίδας βρισκόταν σε μεγάλη αμηχανία, μια νεογέννητη φοράδα που είχε ξεκοπεί από την αγέλη των αλόγων μόλις έφτασε μπροστά τους, σταμάτησε. Αμέσως ο μάντης Θεόκριτος, αφού το συλλογίστηκε  είπε στον Πελοπίδα : «Σου κατέφτασε το ιερό σφάγιο ευγενέστατε και ας μην περιμένουμε άλλη παρθένα, αλλά δέξου αυτή τη μικρή φοράδα που σου στέλνει ο θεός.»        
Μετά από αυτό πήραν τη φοράδα, την οδήγησαν στον τάφο των κοριτσιών και τη θυσίασαν. Η νίκη των Θηβαίων ήρθε, πράγματι, μετά από λίγο και ήταν μεγαλειώδης.
Θα πρέπει εν συντομία να αναφέρουμε ότι στην πεδιάδα των Λεύκτρων υπήρχαν τα μνήματα των θυγατέρων κάποιου Σκέδασου, που τις ονόμαζαν Λευκτρίδες, λόγω της καταγωγής τους από εκεί, οι οποίες είχαν ταφεί στο μέρος αυτό βιασμένες  και δολοφονημένες από Σπαρτιάτες, που τους είχαν, καλοπροαίρετα,  φιλοξενήσει στο σπίτι τους.
Μετά την αποτρόπαια αυτή πράξη ο πατέρας, επειδή δε βρήκε το δίκιο του στη Σπάρτη, όπου ταξίδεψε για αυτό το σκοπό, αυτοκτόνησε πάνω στους τάφους των κοριτσιών του εκτοξεύοντας φοβερές κατάρες εναντίον των Σπαρτιατών. Μάλιστα, οι μετέπειτα μαντείες και χρησμοί πάντα αποκάλυπταν στους Λακεδαιμονίους να προσέχουν και να φυλάγονται από τη λευκτρική οργή. Αυτοί όμως δεν πολυκατανοούσαν αυτήν την προειδοποίηση, γιατί υπήρχε και στη Λακωνία ένα παραθαλάσσιο χωριό με το όνομα Λεύκτρα.  Η τιμωρία όμως δεν αποφεύχθηκε και ήταν τρομακτική.

·   Από το έργο  «Παράλληλοι βίοι» («Αλκιβιάδης- Κοριολανός»)  του Πλούταρχου:
Όταν ο Λύσανδρος βρισκόταν στη Μικρά Ασία έλαβε επιστολή από τους άρχοντες της Σπάρτης, που τον διέταζαν να αναζητήσει και να εξοντώσει τον Αλκιβιάδη. Αυτό έγινε, είτε για  τον είχαν τόσο πολύ φοβηθεί για την πολυπραγμοσύνη του είτε για να ικανοποιήσουν το βασιλιά Άγη.
Ως γνωστόν, ο Αλκιβιάδης είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις  με τη γυναίκα του Άγη και μάλιστα ο φερόμενος ως γιός του βασιλιά, Λεωτυχίδης, ήταν πραγματικός γιός του Αλκιβιάδη. Όταν λοιπόν έφυγε η αποστολή για την εξόντωση του Αλκιβιάδη, αυτός συζούσε σε μια κωμόπολη της Φρυγίας με την πόρνη Τιμάνδρα και είδε λίγες μέρες πριν  στον ύπνο του το εξής όνειρο:
Είδε ότι ο ήλιος είχε ντυθεί με το φόρεμα της πόρνης και ότι εκείνη του κρατούσε το κεφάλι του στην αγκαλιά της και του το έβαφε και φκιασίδωνε το πρόσωπό του σαν να ήταν γυναίκα.
Οι απεσταλμένοι του Λύσανδρου, όταν έφτασαν στο μέρος αυτό, δεν τόλμησαν να μπουν στο σπίτι της πόρνης, αλλά αφού το περικύκλωσαν του έβαλαν φωτιά. Τότε, ο Αλκιβιάδης τύλιξε με το αριστερό του χέρι με τη χλαμύδα του το σώμα του και κραδαίνοντας με το δεξί το ξίφος του, βγήκε έξω από το φλεγόμενο σπίτι. Στη θέα του οι βάρβαροι το έβαλαν στα πόδια και από μακριά τον χτυπούσα με βέλη. Αφού λοιπόν τον σκότωσαν και έφυγαν, η Τιμάνδρα σήκωσε το νεκρό και αφού τον τύλιξε και τον σκέπασε με τα δικά της  ρούχα, τον κήδεψε με λαμπρότητα και με τιμές στο μέτρο που της ήταν μπορετό.

·   Από το έργο «Παράλληλοι βίοι» («Αγησίλαος-Πομπήιος»)  του Πλούταρχου:
Ο Πομπήιος, μετά τη συντριπτική του ήττα από τον Ιούλιο Καίσαρα μόλις απομακρύνθηκε  από το στρατόπεδο άφησε το άλογό του και με εντελώς λίγους ακολούθους του έφυγε ήσυχα βυθισμένος στις σκέψεις του, ασήμαντος και ζαρωμένος, ώστε να μην τον αναγνωρίσουν οι εχθροί του που τον έψαχναν. Αφού πέρασε τη Λάρισα  έφτασε στα Τέμπη και από εκεί στη θάλασσα.
Από εκεί, αφού ξεκουράστηκε σε μια καλύβα ψαράδων ανέβηκε σε ένα ποταμόπλοιο και πλέοντας παραλιακά είδε ένα μεγάλο καράβι, που επρόκειτο να αποπλεύσει, με πλοίαρχο κάποιο Ρωμαίο άνδρα  ονόματι Πετίκιο. Σ’ αυτόν είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα να δει τον Πομπήιο, όχι όπως τον είχε δει πολλές φορές στη Ρώμη, αλλά ταπεινωμένο και βαρύθυμο, να συζητά μαζί του. Και τύχαινε να τα διηγείται αυτά στους συνταξιδιώτες του, όπως συνηθίζεται για τέτοια πράγματα να συζητούν οι άνθρωποι την ώρα που δεν εργάζονται.
Ξαφνικά ένας ναύτης φώναξε ότι βλέπει ένα ποταμόπλοιο να έρχεται από την παραλία, και ότι κάποιοι άνθρωποι κουνούν μαντήλια και απλώνουν τα χέρια τους προς την κατεύθυνσή τους. Στάθηκε λοιπόν ο Πετίκιος και αναγνώρισε τον Πομπήιο, όπως τον είχε δει στο όνειρό του, και χτυπώντας το κεφάλι του διέταξε τους ναύτες του να κατεβάσουν τη μικρή λέμβο, ύψωσε το χέρι του και καλούσε τον Πομπήιο, αντιλαμβανόμενος ήδη, από την εμφάνισή του, τη δυστυχία και την αλλαγή του ανθρώπου.

·   Από την αυτοβιογραφία του Ρωμαίου, χωλού μεν σημαντικού δε, Ρωμαίου αυτοκράτορα Κλαύδιου:
Ο Κλαύδιος στα “πέτρινα” χρόνια του είχε ως έμπιστη οικιακή βοηθό του μια γριά απελεύθερη της μητέρας του. Όταν κάποια μέρα της ανακοίνωσε ότι θα φύγει από τη Ρώμη, για να εγκατασταθεί στην Καπύη, του είπε ότι θα της λείψει πολύ, αλλά παράλληλα πρόσθεσε ότι ο ίδιος έκανε φρόνιμα που έφευγε από τη Ρώμη. Στη συνέχεια, του ανακοίνωσε ένα αστείο όνειρο, που είχε δει το προηγούμενο βράδυ και τον αφορούσε. Του είπε λοιπόν:
«Σε είδα ότι ήσουν ένα κουτσό αγοράκι, που στο σπίτι του πατέρα του μπήκανε κλέφτες και σκοτώσανε τον πατέρα του και όλο το σόι του και τους φίλους του. Εκείνο όμως στριμώχτηκε και βγήκε από το φεγγίτη του κελαριού και κούτσα - κούτσα πήγε στο γειτονικό δάσος. Σκαρφάλωσε σ’ ένα δένδρο και καρτερούσε.
Οι κλέφτες βγήκαν από το σπίτι και στρωθήκανε κάτω από το δένδρο όπου ήταν κρυμμένο, για να μοιράσουν τα κλεψιμαίικα. Σε λίγο αρχίσανε να τσακώνονται ποιος θα πάρει ετούτο και ποιος εκείνο, και ένας τους σκοτώθηκε, και μετά άλλοι δυο, και μετά οι υπόλοιποι αρχίσανε να πίνουν κρασί και καμώνονταν πως είναι γκαρδιακοί φίλοι. Το κρασί, ωστόσο, το είχε φαρμακωμένο ο ένας από τους σκοτωμένους κλέφτες, κι έτσι όλοι πέθαναν μέσα σε μαρτύρια.
Το κουτσό αγοράκι κατέβηκε από το δέντρο, μάζεψε τους θησαυρούς και βρήκε ακόμα ένα σωρό χρυσάφι και πετράδια, που τα είχαν κλεμμένα από άλλα σπίτια, τα πήρε όμως όλα  στο σπίτι του και έγινε ζάπλουτος.»

Ο Κλαύδιος αργότερα παραδέχθηκε, πως αν και δεν πιστεύει στα όνειρα, εν τούτοις όλα αυτά που αναφέρθηκαν στο όνειρο συμβολικά, αποδείχτηκαν σημαντικά, στο φως όλων των γεγονότων που συνέβησαν μέχρι να γίνει ανέλπιστα ο ίδιος αυτοκράτορας.