Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Η όψη της Αράχωβας



Του Γεωργίου Σύρου

Στο χωριό μου την Αράχωβα
                                                                                                       και στους Αραχωβίτες

Εκθεσότοπος στ’ αλήθεια το χωριό μας έχει γίνει
κι όπως πάει ούτε κοτέτσι μεσ’ το δρόμο δεν θα μείνει.
Όλα γίνονται εκθέσεις και πουλάνε μπεχλιμπίδια,
αμφιέσεις εκ των πάλαι με τα χίλια δυο στολίδια,
υφαντά και κουρελούδες, πάντες, τσάντες και ταγάρια,
τετζερέδες, κακαβούλια, τσότρες, λάμπες και λυχνάρια
κι απ’ την άλλη οι εικόνες των Αγίων μας Μαρτύρων,
σκονισμένες, μαυρισμένες κρέμονται επί παραθύρων
και καρτερικά προσμένουν τους τουρίστες να περάσουν,
κι οι φιλότεχνοι από δαύτους να μπουν να τις αγοράσουν.

 Βρε, που πάμε, βρε που πάμε, χτίστες, γύφτοι, ταξιτζήδες,
ένα πλήθος απ’ ασχέτους, ως ακόμα κι οι Φατσήδες,
έρμα αφήσαν τα καλύβια και κατέβηκαν στην πόλη,
ξεχαστήκαν τα λαθούρια κι εκθετζήδες γείναν όλοι.
Ποιος περίμενε στ’ αλήθεια τις παραλλαγές τις τόσες
και ν’ ακούς τους ζευγητάδες να μιλάνε ξένες γλώσσες.

Δεν κατηγορώ κανένα, αντιθέτως τους συγχαίρω,
επειδή από τις μπίζνες των εμπόρων κάτι ξέρω.
Προκειμένου να δουλεύεις, να σκαλίζεις, να ιδρώνεις,
προτιμότερο δεν είναι στην καρέκλα να ξαπλώνεις ;
‘Ένα τέτζερη να δώσεις στην αξία που του πρέπει,
το ποσόν που θα εισπράξεις εκ του κέρδους επιτρέπει,
αξιοπρεπώς τη μέρα στο χωριό σου να περάσεις
και στο κέφι σου, σε κέντρο να μπεις μέσα να τα σπάσεις.

Άσε δα όταν πουλήσεις μιαν εικόνα καπνισμένη,
μέσα από νεκροταφείο, απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη,
σ’ έναν αφελή συλλέκτη, δηλαδή σε κουτομόγια,
που γνωρίζει όσο ξέρω και εγώ από ρολόγια,
τότε τα προβλήματά σου για πολύ καιρό θα λύσεις,
το Θεούλη θα δοξάσεις και τα … χέρια σου θα φτύσεις.


Από το βιβλίο του Γεωργίου Σύρου, «ΠΟΡΕΙΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ», Αθήνα 1977.