Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Η ΡΑΧΟΒΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΚΑΙ Η ΣΛΑΒΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ




Του Γιάννη Χριστόπουλου


Ήμουν μαθητής στο γυμνάσιο της Αράχοβας –περίπου στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα- όταν μας ανακοινώθηκε από τους καθηγητές μας ότι στο εξής το όνομα Αράχοβα, που μέχρι τότε γραφόταν με ωμέγα (Αράχωβα), θα έπρεπε να γράφεται με όμικρον. Οι αρχές και οι κρατικές υπηρεσίες ήταν υπεύθυνες να αντικαταστήσουν στις κάθε είδους επιγραφές, πινακίδες ή δημόσια έγγραφα την παλιά ορθογραφία με τη νέα.

Γιατί αυτό; Γιατί είχε αποφασιστεί –από τους αρμόδιους γραμματιζούμενους, κρατικούς λειτουργούς, πανεπιστημιακούς και δεν ξέρω εγώ τι- ότι η λέξη/όνομα έπρεπε να αποβάλλει τη σλαβική της καταγωγή και να ενδυθεί με τον μανδύα της ελληνικότητας. Αφού δε, ήταν ένα όνομα που είχε επικρατήσει και είχε γραφεί στην Ελληνική ιστορία με χρυσά γράμματα –βλέπε Επανάσταση του 21, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Μάχη της Αράχοβας-δεν ήταν δυνατόν να αλλαχθεί με κάποιο άλλο αρχαιοπρεπές ή μη. Ετσι η επέμβαση περιορίστηκε στην μετατροπή του ωμέγα σε όμικρον όπως, υποθέτω οτι έγινε εκείνη την εποχή, σε όλα τα ονόματα με παρόμοιες «σλαβικές» καταλήξεις.

Κατά τη γνώμη τους όλες οι ελληνικές λέξεις που έχουν κατάληξη –ωβα ή-ωβο σχετίζονται άμεσα με τη σλαβική οικογένεια γλωσσών (με μεγαλύτερη ομοιότητα προς τα βουλγαρικά ονόματα ή καταλήξεις) και αυτό ήταν κατάλοιπο του περάσματος των σλάβων από τα ελληνικά χώματα.

Το όνομα Αράχωβα -κατ’αυτούς και σύμφωνα με τη σλαβική γλώσσα- είχε τη σημασιά του τόπου όπου ευδοκιμούν καρυδιές, του καρυδότοπου (από το ara+hova). Οι καρυδιές, λοιπόν, έδωσαν το όνομά τους στην πόλη.

Εδώ ακριβώς προσδιορίζω το μέγεθος της άγνοιάς τους, της αμάθειάς τους και της απαξίωσης με την οποία περιβάλλουν την ελληνική γλώσσα.

Γιατί ενώ δέχονται ότι ένα ξένο όνομα μπορεί να σημαίνει κάτι -στη γλώσσα που εκφράζεται- και αυτό το κάτι να αποτυπώνεται στο όνομα μιας περιοχής ή , στη συγκεκριμένη περίπτωση, μιας πόλης, δεν αναγνωρίζουν αυτό το «δικαίωμα» στην ελληνική γλώσσα.

Δεν αναγνωρίζουν στην γλώσσα που μιλούν, την έχουν σπουδάσει και πολλοί απ’ αυτούς διδάσκουν, την ικανότητα να προσδιορίζει με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες ενός τόπου και με αυτό που εξάγεται να βαπτίζει χωριά και πόλεις, βουνά και ποτάμια. Ακόμα και στην απλούστερη των περιπτώσεων, αυτή της ευρείας καλλιέργειας συγκεκριμένου είδους φυτού ή δένδρου σε μια περιοχή, η ελληνική γλώσσα, μέσα από αυτούς που τη μιλούν, κρατάει τα ίδια ονόματα για περιοχές, οικισμούς, χωριά και κωμοπόλεις (Αμυγδαλιά, Καστανιά, Αμπελώνας, Ελαιώνας και... Καρυές ή

Καρυδιά φυσικά!) χωρίς ποτέ να έχει χρειαστεί τη βοήθεια μιας ξένης γλώσσας για να το κάνει αυτό.

Δεν αναγνωρίζουν ότι όπως τα ονόματα που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας σημαίνουν κάτι και προσδιορίζουν την προσωπικότητα του φορέα ή αυτό που θα ήθελε ο φορέας να είναι (Δημο-χάρης, Ευ-αγόρας, Αριστό-μαχος, Φιλο-νόμη, Πολυ-μήλα, Λαο-δάμεια) μέ τον ίδιο τρόπο οι ονομασίες, που έδωσε και δίνει ο Έλληνας, σε πόλεις, όρη , ποτάμια, λίμνες ή πελάγη συγκεντρώνουν σε μια λέξη (το ίδιο το όνομα) τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που έχει η πόλη, το όρος, κλπ, και σχετίζονται, πάρα πολύ συχνά, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του περιβάλλοντος χώρου.

Ποτέ κανένας Ιταλός ιστορικός ή γλωσσολόγος δεν ισχυρίστηκε οτι τα ονόματα των πόλεων Γένοβα(Genova),Πάδοβα(Padova),Μάντοβα(Madova) έχουν σλαβική προέλευση ούτε κανένας αντίστοιχος Ισπανός επιστήμονας είπε κάτι ανάλογο για την Κόρδοβα (Cordova).

Θα ήταν πολύ χαιρέκακο να απαιτήσει κάποιος απο εκείνους που εξέδωσαν αυτό το ανόητο σκεπτικό να δώσουν τη σλαβική ή βουλγαρική ή ρωσική ερμηνεία (τί σημαίνουν στη σλαβική γλώσσα τέλος πάντων!) των παρακάτω ελληνικών ονομάτων : Αρδάνοβο (στα Βραγκιανά Καρδίτσας), Γιάλοβα (στην Πύλο της Μεσσηνίας), Γρίμποβο (στην Αρτα), Δίχοβα (στο Γύθειο της Λακωνίας), Μέγδοβας (ο ποταμός Ταυρωπός), Κλείσοβα (στη λιμνοθάλασσα του Μεσσολογγίου), Ριάχοβο (στη Ζίτσα των Ιωαννίνων), Μέτσοβο (το γνωστό...), Χρύσοβα (στη Γρανίτσα της Ευρυτανίας), Κρυφοβό (επίσης στα Ιωάννινα) ή Βελούχοβο (το αρχαίο Κάλλιο στη Δωρίδα). Και δεν είναι μόνο αυτά...

To πρώτο συνθετικό αυτών των ονομάτων (το θέμα της λέξης) είναι ελληνικής προέλευσης (π.χ. Αρδ- = υδρόλεκτη ρίζα που δηλώνει ύπαρξη νερού, ποταμού, πηγής κλπ. με παραλλαγές (ΑΔΡ-,ΑΡ-) και παράγωγα όπως το Αρδεύω ή το Διχ- = Δίχα= Διττώς=σε δύο μέρη, διπλά). Τι πρέπει να αναρωτηθούμε; Σε τόση ένδεια είχε πέσει η ελληνική γλώσσα ώστε να μην έχει καταλήξεις για να συμπληρώσει ολοδικές της έννοιες;

Πάντως και οι καταλήξεις σε –εζα, –αζα, -ιζα ή –ιτσα που κι αυτές είχαν θεωρηθεί σλαβικές προσδιορίζονται ως παραφθορές των αρχαίων ελληνικών καταλήξεων –εσσα, -ασσα και –ισσα.

Σε ο,τι αφορά στις καταλήξεις σε –βα και –βο, άσχετα με το τι προσδιορίζουν,

αυτές υπάρχουν στην ελληνική γλώσσα για χιλιάδες χρόνια και έχουν βρεθεί στα συλλαβογράμματα της γραμμικής γραφής ως – wa και -wo.

Παρένθεση:
Πολλές λέξεις που θεωρούνται σλαβικής προέλευσης είναι οι αρχαιότερες ή σύγχρονές τους ελληνικές που τις πήραν και τις απέδωσαν παραλλαγμένες σύμφωνα με τον τρόπο που μπορούσαν να τις προφέρουν, π.χ.Staja= στέγαστρο, απο το στέγη. Stiva=θημωνιά, απο το στοίβα,στοιβάζω. Τρίπολη= Ντρομπολιτσα (Ενας θεός ξέρει πόσες παραφθορές απο Φράγγους, Τούρκους, Σλάβους και Βυζαντινούς έχει περάσει αυτό το όνομα -Droboliza, Τrobogliza,Υδροπολιτσά,Τριπολιτσά, κλπ- για να ακούγεται σήμερα σαν Τρίπολη ενώ προέρχεται απο το ‘’Τρείς Εκκλησιές’’. Τα τρία, σημαντικά για την εποχή τους, μοναστήρια της περιοχής προϋπήρξαν της πόλης). Βουλ. Pat= δρόμος, απο το πατέω, πατώ, βαδίζω, Ptitsa = πουλί, απο το πτηνόν, κ.α.
Τέλος παρένθεσης

Θα πούν κάποιοι... Η ονομασία Αράχοβα εντοπίζεται σε όλο το Βαλκανικό χώρο, απο τα κοντινά μας Σκόπια μέχρι τη βορειότερη Ρουμανία...

Θα απαντήσω με ερώτηση. Πόσες πόλεις, χωριά ή περιοχές των βαλκανικών χωρών κρατούν ακόμα τα ελληνικά ονόματα του παρελθόντος; Δεν μιλάω μόνο για την πρό Χριστού περίοδο αλλά και για τους αιώνες που ακολούθησαν. Απο τους Βυζαντινούς χρόνους έως την επανάσταση του 1821 κι απο τότε μέχρι σήμερα. Απο την Galiste (Καλλίστη) –αφού μιλήσαμε για τα Σκόπια- μέχρι τις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας –για να φτάσουμε ως τη Ρουμανία κι ακόμα πιο βόρεια. Μήπως η Sozopol(Σωζόπολη) της Βουλγαρίας είναι Βουλγαρικό όνομα; Το Durres (Δυρράχιο) είναι Αλβανικής προέλευσης; Η Braila της Ρουμανίας είναι άσχετη με τη Δωρική Βραϊλα σε αυτό που προσδιορίζει;

Παρένθεση:
Απαραίτητη μια μικρή εκτροπή απο το κυρίως θέμα. Την ονομασία Βραϊλα στη Δωρίδα –κοντά στο Λιδωρίκι- την έχω ετυμολογήσει ως εξής: Η τοποθεσία που βρισκόταν η αρχαία Βραϊλα –όχι μακριά απο το σύγχρονο χωριό- είναι ένας μικρός εύφορος κάμπος ανάμεσα σε δύο ορεινούς όγκους.

Ένας, επίσης μικρός, ποταμός διασχίζει τον κάμπο και πολλοί χείμαρροι απο τις πλαγιές των γύρω βουνών καταλήγουν εκεί. Υπήρχε μικρό φράγμα απο πέτρες και λάσπη στην άκρη του κάμπου –κληρονομιά απο την αρχαιότητα- που συγκρατούσε τα νέρα του ποταμού και των χειμάρρων πρίν αυτά χυθούν στον ποταμό Μόρνο (Η μικρή και ρηχή λίμνη που σχηματιζόταν χρησίμευε στην καλύτερη άρδευση των αγροκτημάτων). Η περιοχή λοιπόν είχε πολλά νερά αλλά και πολλές αποθέσεις ιζημάτων απο τους γύρω χειμάρρους με κατάληξη στον κάμπο και τον πυθμένα της μικρής λίμνης. Η ονομασία Βραϊλα το επιβεβαιώνει. Το Βρα- προέρχεται απο τη ρίζα Βρ- που δίνει τις λέξεις Βρύω=αναβλύζω, Βρύση και Βροχή, επίσης Βράχεα= αβαθή ύδατα,αλλά και Βρύξ=βυθός/βρυκός/βρούκος/βούρκος. Το –ιλα μας το δίνει η λέξη Ιλύς που σημαίνει τον πηλό, τη λάσπη, το ίζημα και γενικότερα το υγρό έδαφος.

Σημερινά τοπωνύμια της Δωρικής Βραϊλας που δηλώνουν –και επιβεβαιώνουν- αυτή την κατάσταση είναι : Βάλτος, Βαρκός, Αμμούδες, Νερίζια, Βελά (απο την πανάρχαια ελληνική ρίζαFΕΛ- που μας δίνει τη λέξη ΄Ελος. Το δίγαμα παρέμεινε στη λέξη σαν δασεία). Σημειώστε οτι και ο μικρός ποταμός που διασχίζει τον κάμπο έχει το όνομα Μπελεσίτσα και σχετίζεται με το όνομα Βελά. Τώρα... αν κάποιος θέλει να δηλώσει οτι η κατάληξη –ιτσα του ποταμού είναι σλαβική... ας το δηλώσει (Η γειτόνισσά μου η Βαγγελίτσα πολύ θα ήθελε να μάθει αν το όνομά της είναι σλαβικό). Η Braila της Ρουμανίας βρίσκεται στις όχθες του Δούναβη σε ένα πολύ υγρό σημείο -αλλού βαλτώδες και αλλού σχεδόν βαλτώδες- της πεδινής έκτασης που την περιβάλλει. Ποιά άλλη ερμηνεία εκτός απο αυτή που διαβάσατε παραπάνω για τη Δωρική Βραϊλα μπορεί να δώσει κάποιος ερευνητής για τη Ρουμανική Braila με την έντονη ελληνική παροικία; Και ποιός μπορεί να αρνηθεί την ελληνική προέλευση των ριζών και των λέξεων;
Τέλος παρένθεσης


Η Ρουμανική γλώσσα δεν ανήκει στη σλαβική οικογένεια γλωσσών αλλά είναι λατινογεννής. Περιέχει ονόματα σε –οβα (!) όπως και σε –εστι (Πλοέστι, Βουκουρέστι, Πιτέστι, Δραγανέστι, Καλινέστι, κ.α). Αφού προέρχεται απο την κόρη της ελληνικής γλώσσας, τη λατινική, που έχει πάρει το ‘’εστί’’ –το είναι- και το έχει κάνει –με την ίδια σημασία- ‘’est’’ γιατί να μήν δεχθούμε οτι η κατάληξη –εστι προέρχεται απο το ελληνικό Ιστημι/Ισταμαι (Λατ. Sto=στω) που σημαίνει στήνω, στηρίζω, στέκομαι, προσέρχομαι, εγείρω κ’ εγείρωμαι= ανορθώ και ανορθούμαι αρα και ιδρύω ή χτίζω (στατός=ιδρυμένος), στηρίζομαι= στέκω καλά ‘’επί γαίη’’ και την χρησιμοποίησαν οι Δάκες/Ρουμάνοι για να δηλώσουν την ίδρυση μιάς πόλης και συνάμα τη θέση της κατοικίας τους (=εστίας) στο συγκεκριμένο σημείο.

Γιατί να παραλείψουμε απο μια σοβαρή έρευνα το γεγονός οτι το σλαβικό αλφάβητο δημιουργήθηκε απο τους Ελληνες μοναχούς Κύριλλο και Μεθόδιο;

(Που, σημειωτέον, διαμόρφωσαν επίσης τους εκκλησιαστικούς όρους και την φιλολογική γλώσσα των Σλάβων). Γιατί να παραλείψουμε το γεγονός της συνύπαρξης των λαών στο χώρο της βαλκανικής; (μέσα στα όρια της Βυζαντινής ή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας). Σ’ αυτή την περίπτωση ποιός έδωσε πιο πολλά στον άλλο; Οι Ελληνες που είχαν; (πανάρχαιο πολιτισμό και αλφάβητο) ‘Η οι Σλάβοι που δεν είχαν;

Ο τιμημένος με το βραβείο Ωνάση Ισπανός καθηγητής Francisco Adrados έχει δηλώσει : « Η Ελληνική είναι η βάσις της γλωσσικής δομής όλων των Ευρωπαϊκών και των Σλαυικών γλωσσών. Ο σημερινός παγκόσμιος ανθρωπιστικός πολιτισμός είναι Ελληνοκεντρικός και η γλώσσα είναι το κατ’εξοχήν οργανον εκφράσεως του πολιτισμού».

Στα πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών (13-12-85) αναφέρεται : «Ο έπηλυς Βουλγαρικός λαός έφερε εις την αποσκευήν του περιορισμένον αριθμόν πρωτοβουλγαρικών λέξεων, τουρκικής προελεύσεως, δηλωτικών ονομάτων και θεσμών, σπανιώτατα δε αφηρημένων εννοιών, τας οποίας εχάρασσε δια γραμμάτων του ελληνικού αλφαβήτου. Επι διακόσια και πεντήκοντα έτη τοΒουλγαρικόν Κράτος εχρησιμοποίει την Ελληνικήν, εφθέγγετο ελληνιστί».

Στο βιβλίο της Αννας Τζιροπούλου Ευσταθίου ‘’Ελλην Λόγος’’ –απ’ όπου και τα δύο προηγούμενα αποσπάσματα- διαβάζουμε (απο αναφορά στο ‘’Ελληνικό Λεξιλόγιο στη Ρωσική γλώσσα’’ του Α. Δενιόζου) : « Η ρωσική κατάληξις των επωνύμων εις –ωφ (Ρωμανώφ, Τσακάλωφ, Αργυρώφ, Γκλιγκόρωφ) είναι η συντετμημένη ελληνική –όπουλος, αρχικώς –όπωλος (εκ του πώλος=μικρόν, νεογνόν). Ρωμανόπουλος, Γρηγορόπουλος, Αργυρόπουλος, αρχικώς Αργυρόπωλος».

(Σ.Γ. Η κατάληξη –βα των συζύγων και των θυγατέρων των εις –ωφ ή –εφ, π.χ. Ρωμανώφ/Ρωμανόβα, Γκεοργκίεφ/Γκεοργκίεβα τι δηλώνει; Μήπως την καταγωγή απο την ‘’εστία’’ (οίκο) Ρωμανώφ, Γκεοργκίεφ, κλπ.; Καταγωγή δεν δηλώνει και η κατάληξη –βιτης, δηλαδή –βατης, του Αραχοβίτης;).

Στο ίδιο βιβλίο (απο επιστολή του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων πρός τους Ρώσους):«Πολλή και μεγάλη είναι η μεταξύ της πατρίου γλώσσης σας και της ελληνικής συγγένεια και σχέσις. Οχι μόνον περί τα πρωτότυπα θέματα των λέξεων, αλλά και περί πολλούς σχηματισμούς και συνθέσεις συλλαβών και φθόγγους στοιχείων».
Η αναφορά στα παραπάνω αποσπάσματα είναι χαρακτηριστική αλλά δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια ενδεικτική μόνο περίπτωση της έρευνας και της μελέτης πάνω στην ‘’ολοκλήρωση’’ των σλαβικών γλωσσών μέσα απο τον δανεισμό ελληνικών λέξεων, όρων, ριζών, κλπ. Υπάρχουν πάρα πολλές δημοσιευμένες μελέτες σχετικές με το θέμα.

Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ποια ακριβώς ήταν η επίδραση του αλφαβήτου στον τρόπο που οι Σλάβοι άρχισαν να ονομάζουν τα πράγματα και να δημιουργούν αφηρημένες έννοιες μετά από την απόκτησή του. Ίσως η συναναστροφή τους με Έλληνες να έπαιξε ακόμα μεγαλύτερο ρόλο –παρά από μόνο του το αλφάβητο- στον τρόπο που σχημάτιζαν νέες λέξεις ή στον τρόπο που έδιναν ονόματα στους τόπους κατοικίας τους. Αυτό όμως που είναι γεγονός, για κάθε λαό ή ομάδα ανθρώπων που αποκτά κάτι πολύ χρήσιμο που δεν το είχε πριν, είτε πρόκειται για απλό εργαλείο, είτε για πολύπλοκο μηχάνημα, είτε για το αλφάβητο, είναι ότι αυτόματα, όλοι αυτοί που ευεργετούνται, αποκτούν και τη δυνατότητα περισσότερων και πιο σύνθετων εφαρμογών μέσα στο πεδίο χρήσης του εργαλείου, του μηχανήματος ή, όπως εδώ, του αλφαβήτου. Εφαρμογών που, στην περίπτωσή μας, δεν μπορεί παρά να σχετίζονται με τους τρόπους που και το ‘’μητρικό’’ ελληνικό αλφάβητο -και οι ρίζες του- χρησιμοποιείται για να σχηματιστούν λέξεις και ονόματα.

Στους Βυζαντινούς αιώνες και στην περίοδο της τουρκοκρατίας η αρχαία ελληνική μετεξελίχθηκε στη δημοτική γλώσσα. Δεν έχει σημασία που δεν ήταν η γλώσσα των λογίων. Ήταν η γλώσσα του απλού λαού (των πολλών). Για το λαό παρέμενε η γλώσσα των προγόνων, έστω και πιο απλουστευμένη. Και έφτασε σιγά-σιγά να γίνει η επίσημη γλώσσα των Ελλήνων με τις ίδιες ρίζες, τους ίδιους κανόνες, τις ίδιες δυνατότητες. Ούτε είναι τυχαίο που τα δημιουργήματα αυτών των αιώνων (παραλογές, ακριτικά ,θρησκευτικοί ύμνοι, δημοτικά τραγούδια, παροιμίες) εκφρασμένα στη δημοτική, αποτελούν αριστουργήματα της λαϊκής μας παράδοσης. Το γεγονός είναι οτι η ελληνική γλώσσα, χωρίς να χάσει τη δημιουργική της ικανότητα πέρασε σε μια άλλη
φάση. Και βέβαια, στη επόμενη αυτή φάση δεν σταμάτησε να γεννά νέες λέξεις ή νέα ονόματα ή νέες έννοιες βασιζόμενη πάντα στον πλούτο της προγονικής γλώσσας και στη μεγάλη ποικιλία ριζών που ήταν –και είναι- ικανές να αποδώσουν μέχρι και την παραμικρή παραλλαγή του ίδιου νοήματος. Σ’ αυτή την περίοδο (Βυζάντιο-Τουρκοκρατία) τοποθετείται και η δημιουργία ονομάτων σε –βα ή –βο, όπως η Αράχοβα (και πάρα πολλών υποκοριστικών με τις γνωστές μας καταλήξεις). Παράδειγμα χρήσης του ‘’Βαίνω’’ –που θα αναλύσουμε στη συνέχεια- είναι το όνομα Μονεμβασιά που δόθηκε την περίοδο του Βυζαντίου και οφείλεται στη μία και ιδιαίτερα χαρακτηριστική γέφυρα επικοινωνίας (Μόνη Εμβασία) που έχει το νησί με τη στεριά (μόνη+εμ-βαίνω).


Παρένθεση:
Δεν διαφωνεί κανείς στο ότι οι Σλάβοι βρέθηκαν κάποια εποχή στην Ελλάδα. Η διαφωνία έγκειται στο τι πραγματικά έδωσαν, τι πήραν και τι προσάρμοσαν στις δικές τους δυνατότητες προφοράς αποδίδοντάς το παραφθαρμένο.

Ενα σημαντικό σημείο στην ‘’Ελληνοσλαβική’’ υπόθεση, που ερευνήθηκε με αφορμή τον Φαλλμεράυερ, είναι σε ποιό αριθμό έφθασαν οι Σλάβοι στην κεντρική και νότια Ελλάδα, αν επιβλήθηκαν δια των όπλων, αν επιβλήθηκαν αριθμητικά και γλωσσικά στους γηγενείς, αν ίδρυσαν πόλεις και άφησαν πίσω τους κτήρια και μνημεία.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα αξιόπιστων πηγών δηλώνουν ότι:

-«Οπουδήποτε εγκατεστάθησαν οι Σλάβοι, μέσα σε λίγες γενεές απερρόφησαν τα πάντα, ακόμη και τα επικρατούντα στοιχεία,αν δεν ήσαν πολυάριθμα και υπερέχοντα. Εφ’όσον λοιπόν αυτό δεν εσυνέβη στην Ελλάδα, πρέπει να υποθέσουμε οτι οι Σλάβοι έποικοι δεν ήσαν πιο πολυάριθμοι των Ελλήνων ούτε επλημμύρισαν ή εκυρίευσαν την χώρα», έγραφε ο Γερμανός ιστορικός K. Hopf το 1870.

-«Τα σλαβικά τοπωνύμια περιορίζονται εις ασημάντους σήμερον οικισμούς ή είς μη κατωκημένους χώρους, Ουδέν αξιόλογον πόλισμα φέρει σλαβικής προελεύσεως όνομα. Τέλος, τα σλαβικής προελεύσεως τοπωνύμια δεν απαντώνται πρακτικώς είς τας ευφόρους ή εντόνως καλλιεργουμένας περιοχάς. Το γεγονός αυτό ενισχύει την άποψη περί νομαδικού και ποιμενικού χαρακτήρα των Σλάβων της Πελοποννήσου», Π.Γιαννόπουλος, ‘’Η Ηλεία κατά την μεσοβυζαντινήν περίοδον’’, 1982, Επετηρίς Ηλειακών Μελετών.

-«Είναι λίαν παράδοξον, αφού ‘’εσλαβώθη και εβαρβαρώθη’’ η Πελοπόννησος, οι επ’ αυτήν επελθόντες Φράγκοι επιδρομείς εν έτει 1205 κατέλαβον αυτήν ως ελληνικήν χώραν, ουδένα δε Σλάβον μνημονεύουσιν εν αυτή τα φραγκικά χρονικά», Π.Ζερλέντης, 1922, ‘’Μηλιγγοί και Εζερίται Σλάβοι’’.

Συγκεκριμένα το ‘’Χρονικό του Μωρέως’’, που έχει γραφεί απο Φράγκο αναφέρεται στα ονόματα ‘’Ελληνες’’ και ‘’Ρωμιοί’’ αλλά δεν κάνει καμία αναφορά σε Σλάβους.

- Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος επισημαίνει οτι οι Σλάβοι που εγκαταστάθηκαν στην Πελοπόννησο απο τον 7ο και 8ο αιώνα ήταν σχετικά λίγοι και εργάζονταν στην ύπαιθρο σαν γεωργοί ή νομάδες (Σ.Γ. Αρα και στην απέναντι πλευρά του Κορινθιακού στην Στερεά Ελλάδα).

- Ο Α. Κεραμόπουλος το 1945 και ο Σ. Κυριακίδης το 1946 σε μελέτες τους αναφέρουν οτι σλαβικοί όχλοι, σε μικρούς αριθμούς, κατέβαιναν ειρηνικά στην νότια Ελλάδα για να βρούν γή, δούλευαν, όμως, πρακτικά ώς υποτακτικοί στους Ελληνες αστούς και γαιοκτήμονες.

Απ’ αυτή τη σχέση δούλου και αφεντικού προήλθε το όνομα Σλάβοι (=σκλάβοι). Αντιπαραβάλλετε και τις αγγλικές λέξεις Slav(σλάβ) = Σλάβος και Slave(σλέϊβ)=δούλος αλλά και το Serve(σέρβ) = υπηρετώ με το Serb (σέρμπ)= Σέρβος

Αυτό φαίνεται και απο κάποιες μικροεξεγέρσεις που πραγματοποίησαν

–διεκδικώντας ίσως καλύτερη μεταχείρηση- και που αντιμετωπίστηκαν σχετικά εύκολα ακόμα και απο μη μάχιμους πολίτες (Πάτρα, 807μ.χ.).
Τέλος παρένθεσης


Το «ΒΑ»

Η ρίζα ΒΑ της Ελληνικής γλώσσας (ρήμα Βαίνω) σημαίνει έρχομαι, βαδίζω, περπατώ. Η ίδια ρίζα (ΒΑ) μας δίνει επίσης τις έννοιες της βάσεως, του βατήρα, του βάθρου (σταθερά σημεία επάνω στα οποία στηρίζεται, τοποθετείται ή ήδη υπάρχει κάτι – δηλαδή θέσεις), της βαθμίδας και του βήματος.

Με την μετατροπή του βήτα σε πί (επίσης χειλικού και ομόηχου) σχηματίζονται οι λέξεις Πατώ, Πάω, Πάτημα, Πατούσα, Περιπατώ, Καταπατώ, Μονοπάτι, Σκαλοπάτι, κλπ.

Αλλες σύνθετες λέξεις με το ρήμα Βαίνω είναι: Αναβάτης/Ανάβαση, Επιβάτης/Επιβίβαση, Διαβάτης/Διάβαση, Αποβαίνω/Απόβαση, Παραβαίνω/ Παράβαση, Ακροβάτης/Ακροβασία, Υπέρβαση, Πυροβασία, κ.α.
Οι διάφορες σημασίες του αρχαίου ρήματος Βαίνω είναι :

1. Ανοίγω τα σκέλη για να βαδίσω, 2. Με ανοιχτά σκέλη κάθομαι επάνω σε κάποιον ή σε κάτι (επιβαίνω, καβαλικεύω), 3. Βαδίζω, πορεύομαι, υπάγω, διασκελίζω, απέρχομαι, (ορίζει τον τόπο πρός και απο τον οποίο γίνεται η κίνηση), 4. Προχωρώ, αποχωρώ, 5. Ακολουθώ, έπομαι, 6. Παραστέκομαι –τοποθετούμαι σε θέση- πρός υπεράσπιση (αμφιβαίνω, επεμβαίνω, παρεμβαίνω).

Μετοχή του Βαίνω : Βάς, Βάσα, Βάν

Μετοχή του Βιβαίνω (τύπος του Βαίνω): Βιβάς, Βιβάσα, Βιβάν

Αλλος τύπος του Βαίνω: Βιβάω (‘’πέλωρα βιβά’’= με γιγάντια βήματα βαδίζει)

Παρακείμενος: Βέβαα = είμαι ξεκινημένος (απο το Βέβαα ως κάτι που ήδη έχει μπεί στο δρόμο του και είναι πιά γεγονός δημιουργήθηκε το ‘’Βέβαιος’’).

Εφαρμογές του ‘’ΒΑ’’ και της λέξης Βαίνω έχουμε απο την αρχαιότητα.

-Βαρίβας (Βάρις+βαίνω, αυτός που επιβαίνει σε βάριδα – Βάρις=είδος πλοιαρίου).

-Αβας (στερητικό Α+βαίνω)= ο μη αποχωρών ή ο μη βατός. Αυτός που δεν βαδίζει ή δεν βαδίζεται. Αβας ήταν όνομα όρους (ένα κρημνώδες βουνό είναι φυσικό να χαρακτηρίζεται δύσβατο).

Παρένθεση:
Η παρατήρηση της μορφολογίας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του εδάφους είναι, σε κάποιες περιπτώσεις, απαραίτητη προϋπόθεση για την ερμηνεία ενός ονόματος πόλης,όρους ή ποταμού καθώς πάρα πολλές φορές στο συγκεκριμένο όνομα αποτυπώνονται μονολεκτικά αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Γι αυτό θα εξαιρέσω απο τις εφαρμογές της ρίζας ΒΑ την αρχαία, και σχεδόν γειτονική, πόλη ΄Αβαι (ενικ. ΄Αβα) της Φωκίδας.

Αν δούμε το όνομα βασιζόμενοι στην ερμηνεία του α+βαίνω (= δύσβατος) θα το εξηγήσουμε λάθος γιατί η πόλη βρισκόταν χτισμένη στην πίσω πλευρά του Παρνασσού μεν, στις όχθες του ποταμού Κηφισσού δε. Και υπάρχει ένα πλήθος υδρόλεκτων ριζών (που σχετίζονται με το υγρό στοιχείο και τη ροή νερού) όπως ΑΒ-, ΑΡ-,ΑΠ-, ΑΧ-, ΑΚ- που δίνουν λέξεις όπως: Αβας (γιος του Ποσειδώνα και της Αρέθουσας), επίσης Αβας (ποταμός), Αραχθος, Αράξης, Αρδας, Αρδήσκος (ποταμοί), Απάμη και Απάμεια (παρυδάτιες πόλεις), Apa (το νερό στα ρουμανικά/αρχ. Δακικά), Αχελώος, Αχάμας, Ιναχος, Αχέρων (ποταμοί), Αχαιοί (θαλασσοπόροι), το λατινικό Aqua (=νερό, απο το πανάρχαιο Αχα) και πλήθος άλλων λέξεων που δεν είναι του παρόντος να αναφέρουμε.

Η Αράχοβα δεν γειτνιάζει με μεγάλους όγκους υδάτων και για αυτό η έρευνα στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση. Σε ότι αφορά στο όρος Αβας –επειδή είναι όρος- θα δεχτούμε την ερμηνεία του Ι. Πανταζίδου απο το Ομηρικό λεξικό του.
Τέλος παρένθεσης


-Εκατόμβη (εκατόν+βαίνω). Μια εξήγηση είναι ότι δεν θυσιάζονταν εκατό ζώα αλλά εικοσιπέντε (ο αριθμός εκατό έχει θεωρηθεί μεγάλος για θυσία). Τα εικοσιπέντε ζώα έχουν εκατό πόδια. Αρα το –βη (βη-μα) στο εκατόμβη δηλώνει τα πόδια με τα οποία πραγματοποιείται το εμ-βαίνειν.

-Εκάβη (εκάς+βαίνω)= Αυτή που έρχεται απο μακριά

-Κόρυμβος,πληθ. κόρυμβα (κόρυς+βαίνω)= ο,τι βρίσκεται (πατά) στην κορυφή ή στο ακρότατο σημείο.

-Κορύβας (κόρυς+βαίνω)= Αυτός που βρίσκεται, (πατά) στην κορυφή (υπήρχε λαός Ορθοκορυβάντων)

-Αμβων (ανω+βαίνω). Είναι το υπερυψωμένο σημείο –το βήμα- για αγόρευση, διδασκαλία ή κήρυγμα. Το Αμ- αποτελεί δωρική συγκοπή του Ανα- και δίνει λέξεις όπως Αμβασις, Αμβαίνω, Αμβατός (ανάβασις, αναβαίνω, αναβατός).
-Ευρύβατος, Ιόβας, Ιοβάτης, Κάνωβος, Αρίσβη, Αρύβας, Θίσβη, Θεραμβώ, Μέταβος, Νιόβη (ονόματα).

Επισήμανση : Αν γράψουμε το όνομα Νιόβη στη δωρική διάλεκτο -και με τη λογική της ξένης κατάληξης-αυτόματα το μετατρέπουμε σε σλαβικό (!) : Νιόβα.

- Τύπος προστακτικής του Βαίνω είναι Βήθι, με δεύτερο τύπο το Βα. Με το Βα σχηματίζονται προστακτικές που χρησιμοποιούμε και σήμερα : Ανέβα, Κατέβα, να Πάτε (αρχ. Ανάβα, Κατάβα, Βάτε=υπάγετε).

Προσοχή στο ότι κάποιες καταλήξεις της ελληνικής γλώσσας δεν δείχνουν μόνο το συμβατικό διαχωρισμό –όπως μάθαμε στο σχολείο- ανάμεσα σε ουσιαστικά και ρήματα ή αρσενικά και θηλυκά ονόματα. Πολλές φορές έχουμε, τόσο το θέμα όσο και την ‘’κατάληξη’’ -ακόμα και πολύ μικρών λέξεων όπως Αμβων ή Θίσβη- να προέρχονται απο συγκοπή δύο διαφορετικών λέξεων που συνδέονται κατάλληλα για να αποδώσουν το νόημα με σαφήνεια έτσι όπως μόνο η ελληνική γλώσσα ξέρει να κάνει (δηλαδή Αμ+βων, Θίσ+βη και όχι Αμβ-ων, Θίσβ-η).

Οι περισσότερες απο τις χαρισμένες στους Σλάβους ονομασίες περιέχουν εύκολα ερμηνεύσιμες –ελληνικότατες- λέξεις. Και οι πιό δύσκολες, όμως, θα μπορούσαν να ερμηνευτούν με μια επιτόπια έρευνα της μορφολογίας του εδάφους.

Μερικά παραδείγματα:
-Κλείσοβα. Είναι το νησάκι στη λιμνοθάλασσα του Μεσσολογγίου. Και αφού έχουμε μια κλειστή (ρήμα κλείω) θάλασσα τι πιο απλό απο το να αποτυπώνεται αυτός ο περιορισμός (κλειστή διάβαση) στο νησάκι που συμβάλλει σε αυτή τη φυσική ιδιαιτερότητα (κλείω+βαίνω).

-Γιάλοβα. Χωριό και λιμνοθάλασσα της Μεσσηνίας κοντά στην Πύλο. Αυτή που βρίσκεται πάνω στο γιαλό ή αποτελεί πέρασμα πρός τον γιαλό (γιαλός+βαίνω).

-Μέτσοβο. Διάσημο για το ορεινό τοπίο, την παραδοσιακή αρχιτεκτονική και τη λαϊκή τέχνη. Το όνομα γίνεται γνωστό στους υστεροβυζαντινούς χρόνους. Βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο σε ένα σημείο της Πίνδου που αποτελεί τη μοναδική δίοδο επικοινωνίας Ηπείρου και Μακεδονίας για ολόκληρη την περιοχή. ‘’Μέσον’’και ‘’βαίνω’’, λοιπόν, που δηλώνει, στην περίπτωση αυτή, τη διάβαση δια μέσου του ορεινού όγκου αλλά συγχρόνως και τη θέση της πόλης: ‘’στο μέσον της διάβασης’’.

-Μπράβα. Θέση/περαταριά για τη διάβαση του Αχελώου. Το Μπρα- απο το Βρα- (βρύω= ανάβλυση/ροή νερού) και το –βα απο το βαίνω/διαβαίνω.

Και για να θυμηθούμε τις Ιταλικές πόλεις που αναφέραμε νωρίτερα, τόσο η Padova και η Madovaβρίσκονται χτισμένες σε όχθες ποταμών –και με την υποδομή τους (δρόμους, γέφυρες και πορθμεία) αποτελούν διαβάσεις- αλλά και η παραθαλάσσια Genova αποτελεί μοναδική διάβαση προς την ενδοχώρα

μέσω του περάσματος των Λιγυρικών Αλπεων που βρίσκεται στην περιοχή της. Τώρα.. τη σχέση Ελληνικής και Ιταλικής γλώσσας αναζητήστε την στους ‘Ελληνες αποίκους του 7ου, 8ου ή 9ου αιώνα π.χ.

Να πούμε ακόμα οτι η καταλήξεις –βα, –βο, -βος ακολουθούν τα γένη της ελληνικής γλώσσας. ‘’Βα’’ για το θηλυκό, ‘’Βο’’ για το ουδέτερο, ‘’Βος’’ή ‘’Βας’’ για το αρσενικό. Αν, παραδείγματος χάριν, το Μέτσοβο είχε θηλυκό χαρακτήρα θα λεγόταν ‘’η Μέτσοβα’’ κι αν η Αράχοβα αναφερόταν σε ουδέτερο γένος θα λεγόταν ‘’το Αράχοβο’’. Αλλά η ελληνική λέξη ‘’Ράχις’’, που «συνοδεύει» την κατάληξη, είναι θηλυκή και το επίσης ελληνικό ‘’Μέσον’’ ουδέτερο...

Παρένθεση:
Ας δώσουμε λίγη περισσότερη προσοχή στο όνομα Βελούχοβο. Τα σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής αναφέρουν το Βελούχι ως αγνώστου ετυμολογίας. Η ερμηνεία, τουλάχιστον, που δίνουν είναι επαρκής: πηγή νερού ή παράπηγμα δίπλα σε ποτάμι (Υποθέτω οτι σ’αυτή την περίπτωση –αφού δεν ανέλυσαν τις ρίζες- μπήκαν στον κόπο να παρατηρήσουν το περιβάλλον).

Αν θα έπρεπε να δώσουμε το Βελούχοβο στους Σλάβους, τότε το ίδιο θα έπρεπε να κάνουμε και για το Βελούχι (το όρος Τυμφρηστός) και κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό.

Το Βελούχι προέρχεται απο τη ρίζα FΕΛ-, που ανέφερα πιό πρίν για τη Βελά της Βραϊλας. Η ρίζα αυτή μας δίνει τη λέξη ‘Ελος (Fελος)που είναι ο πολύ υγρός τόπος, ο νερότοπος. Χαρακτηριστικά, η ελληνική πόλη της Σικελίας Ελέα (καμιά συγγένεια με την Ελαία, το λιόδενδρο) έγινε με το πέρασμα του χρόνου Υέλη (πάλι υδρόλεκτη ρίζα, ΥΕ-, όπως Υετός=βροχή) και για τους Λατίνους Velia. Στη Γερμανική γλώσσα Quelle (προφέρεται ομόηχα: κβέλε) είναι η πηγή. Το δεύτερο συνθετικό, το –ούχι, είτε προέρχεται απο τη ρίζα ΑΧ-, που πάλι είδαμε πιο πάνω οτι σχετίζεται με το υγρό στοιχείο, είτε –πιό πιθανά- απο τη ρίζα ΣΕΧ- που δίνει και το ρήμα Εχω. Σ’ αυτή την περίπτωση όμως δε μένει στη σημασία του κατ-έχω ή του κρατώ αλλά παίρνει την έννοια του εξ-έχω και προ-εξ-έχω. Σαν ορεινός όγκος που είναι το Βελούχι εξέχει απο την επιφάνεια της γης. Τη σχέση της ρίζας με τη γήινη προεξοχή τη βλέπουμε και στο όρος της Εύβοιας την Οχη (με ίδια ρίζα: όχθη, οχυρός= εχυρός).

«Βελ-όχι», λοιπόν, είναι το βουνό με τα πολλά νερά (έτσι είναι και στην πραγματικότητα). Το Βελούχο-βο, πολύ απλά, είναι το μέρος που βρίσκεται (βατεί, πατεί – έχει θέση) σε υγρό τόπο. Και χάριν ευφωνίας –όπως στις περισσότερες περιπτώσεις- το (ι) έγινε (ο), Βελούχοβο αντί Βελούχιβο (παρόμοια: Ράχοβα/Αράχοβα αντί Ράχιβα/Αράχιβα).
Τέλος παρένθεσης

Ράχοβα

Η Αράχοβα (η πιο γνωστή απ’ όλες) βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του Παρνασσού και σε υψόμετρο 950 μέτρων. Είναι χτισμένη πάνω σε μια έντονη

αναδίπλωση του βουνού που σχηματίζει μικρούς λόφους και περιβάλλεται, επίσης, απο εντυπωσιακές ράχες και πλαγιές.

Και οι άλλες Αράχοβες που βρίσκονται στην Ελληνική επικράτεια (Αράχοβα της Ναυπακτίας, Αράχοβα της Αρκαδίας, Αράχοβα του Μεσσηνιακού Ταϋγετου) βρίσκονται χτισμένες πάνω σε ράχες βουνών και σε μεγάλο υψόμετρο και ονομάζονται έτσι άσχετα με το αν ευδοκιμούν στον τόπο καρυδιές ή όχι! Υπήρχαν, επίσης, άλλες τέσσερεις Αράχοβες που έχουν μετονομαστεί όπως και δύο Αραχοβίτσες. Τουλάχιστον δέκα βεβαιωμένα ορεινά χωριά ή οικισμοί σε όλη την Ελλάδα. Μεγάλος αριθμός για το μέγεθος μικρής χώρας αλλά όχι μεγάλος για μια τόσο ορεινή χώρα. Και οπωσδήποτε η σύμπτωση της ύπαρξης του δένδρου καρυδιά σε κάποια από αυτά και η συνήχιση με το σλαβικόara-hova δεν δικαιολογούν την προέλευση και των δέκα ονομάτων (!) από τις καρυδιές.
H ίδρυση της Αράχοβας ανάγεται στο 800 με 850 μ.χ. Αυτό συμπεραίνεται από επιγραφή στον παλαιότατο ναό του Αγίου Ιωάννη όπου αποτυπώνεται η χρονολογία «900». Ο ναός φυσιολογικά πρέπει να άρχισε να κτίζεται συγχρόνως ή αμέσως μετα την ίδρυση της πόλης και να ολοκληρώθηκε το 900 μ.χ. Δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία, ούτε αναφέρονται περιπτώσεις μετονομασίας της πόλης. Υπάρχουν μόνο λογικά ερωτήματα και εύκολες απαντήσεις.

-Αν η πόλη ή ο οικισμός είχε ιδρυθεί από Σλάβους δεν θα έπρεπε και η εκκλησία να είναι σλαβική;

-Αφού οι Σλάβοι απέκτησαν αλφάβητο (το Κυριλλικό) μετά το 855 και αφού ο ουσιαστικός εκχριστιανισμός τους άρχισε από τότε και στο εξής (π.χ. οι Βούλγαροι ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό το 864-866 ) τότε πώς θα μπορούσαν να αρχίσουν το χτίσιμο χριστιανικών ναών νωρίτερα και μάλιστα σε περιοχές μακριά από την κοιτίδα τους όπου τους έγινε ο προσηλυτισμός;

-Έχει ο ναός του Αγίου Ιωάννη στην Αράχοβα σλαβικά στοιχεία αρχιτεκτονικής, σλαβικές επιγραφές, αγιογραφίες κλπ.; (Η απάντηση είναι όχι).

-Πόσες χριστιανικές εκκλησίες του 9ου ή άλλου αιώνα που να έχουν κτισθεί από Σλάβους υπάρχουν στη νότια Ελλάδα ή έχουν βρει ερείπιά τους οι αρχαιολόγοι μας; (Καμία!)

-Αν ζούσαν μαζί με Έλληνες που αυτοί έκτισαν το ναό (άρα οι Έλληνες είχαν κοινωνικές δομές, οργάνωση, συνείδηση, κλπ, κλπ) γιατί να επέβαλλαν σε αυτούς το σλαβικό όνομα της πόλης σε βάρος ενός ελληνικού;

-Αν δεν ζούσαν μαζί με Έλληνες για να γνωρίσουν τον Χριστιανισμό και ευρισκόμενοι μακριά από τον σλαβικό χώρο και την εκεί πίεση του εκχριστιανισμού –η άρνηση σήμαινε θανατική ποινή από τους ηγεμόνες τους - τότε δεν έγιναν Χριστιανοί (αναφερόμαστε πάντα στην συγκεκριμένη περίοδο 800-900 μ.χ). Άρα δεν έχτισαν το ναό.

Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι απαιτείται ένα μεγάλο χρονικό διάστημα για την πλήρη υιοθέτηση μιας νέας θρησκείας από τη μεγάλη μάζα του λαού θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε και τις πιθανές παρεκκλίσεις στη χρονολογία ίδρυσης της πόλης σε σχέση με την μη ύπαρξη ορθόδοξων σλαβικών κοινοτήτων στην κεντρική και νότια Ελλάδα κατά το 850-900 μ.χ.
Αράχοβα (Α+ράχις+βαίνω)

Το άλφα επιτατικό -ίσως και ευφωνικό- δίνει έμφαση στο επιβλητικό τοπίο με τις ράχες (παλιότερα το χρησιμοποιούσαν σπάνια ή καθόλου και το όνομα ακουγόταν «καθαρότερα» ως Ράχοβα).
Το –βα δηλώνει τη θέση (βάση) της πόλης (πάνω στις ράχες) αλλά ακόμα και τη δυνατότητα διάβασης-μετάβασης-πρόσβασης-ανάβασης-κατάβασης δια μέσου των ράχεων καθώς η εγκατάσταση οργανωμένης κοινωνίας στην

ιδιαίτερη αυτή θέση προϋποθέτει και την ύπαρξη παλαιών ή διάνοιξη νέων οδών επικοινωνίας. Πολύ περισσότερο δε αν το συγκεκριμένο σημείο αποτελεί τη μοναδική δίοδο μετάβασης απο ένα μέρος σε ένα άλλο (όπως συμβαίνει και με το Μέτσοβο).

Ο συγγραφέας και ιστορικός Τάκης Λάππας έγραψε με γλαφυρότητα: «Είναι ζήτημα αν υπάρχει άλλη πόλις χτισμένη έτσι συνεχώς αναρριχώμενη απο βράχο σ’ άλλο βράχο αποτομότερο και με τόση διαφορά ύψους τον ένα απο τον άλλον. Ιλιγγιά κανείς παρατηρώντας απο ψηλά όπου η απάνω βρύση του χωριού, ολόκληρη την Αράχωβα κάτω. Αλλά το θέαμα από μακριά όταν την αντικρίζωμε, στρίβοντας τον κύριο δρόμο Λειβαδιάς-Αμφισσας είναι από τα μοναδικότερα και χαρακτηριστικότερα. Νομίζει κανείς πως η πόλις κρέμεται πάνω στις δειράδες και τις κλιτύες του Παρνασσού και πως θα πέσει κάτω στο βαθύ κι απότομο φαράγγι του ποταμού Πλειστού...»

Λόγω του χαρακτηριστικά δύσβατου εδάφους η Αράχοβα (στη θέση/βάση που βρίσκεται) αποτελούσε και αποτελεί το σημαντικότερο πέρασμα (διάβαση) στη νοτιοανατολική άκρη του Παρνασσού και επίσης πιο κοντινό σημείο γι αυτόν που θέλει να ανέβει στο οροπέδιο του βουνού -το γνωστό Λιβάδι- και στις κορυφές του ή να πάει νοτιότερα προς τον κάμπο της Άμφισσας και τη θάλασσα.

Υ.Γ. Φυσικά υπάρχουν και ονομασίες ξενικής προέλευσης στη χώρα μας αλλά ας μην καταθέτουμε αβασάνιστα τα πάντα στο βωμό της ιδιότυπης ξενολατρίας μας που πολύ εύκολα μετατρέπεται σε πατριδοφοβία.



ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ

Η Γραvia και το χάνι της(Αλλη μια εφαρμογή της ρίζας ΒΑ)

Το ρήμα Γράω ή Γραύω (ρίζα ΓΡ-, ΓΡΑ-) σημαίνει τρώω, κατατρώω, ροκανίζω ή διαβρώνω και δηλώνει το όρυγμα, το σκάμα και το χάραγμα (μικρό, μεγάλο ή τεράστιο).

Από τη ρίζα αυτή σχηματίζεται και η λέξη Γράφω που σημαίνει αυτό ακριβώς που έκαναν οι πρόγονοί μας για αιώνες πάνω σε σκληρές επιφάνειες (ξύλο, πέτρα, μέταλλο). Τις χάραζαν με κάποιο άλλο σκληρό όργανο για να δημιουργήσουν τα Γράμματα. Το ‘’ΓΡΑ’’ –όπως το ακούμε- μας μεταφέρει, πρίν απ’ όλα, τον ήχο της εγχάραξης.

Λέξεις που παράγονται απο το ΓΡ- είναι : Γραφίδα, Γράμμα, Γραμμή, Γρυπός= κυρτός, Γρώνη= κοίλη/φαγωμένη πέτρα, Γάγγραινα, Γρατσουνιά και... Γραίος=γηραιός, γέρος (επειδή ο ηλικιωμένος έχει στο πρόσωπο αλλά και στο σώμα ολόκληρο χαραγματιές-ρυτίδες).

Συγγενικές ρίζες είναι οι ΧΑΡ-, ΚΡ-, ΧΡ- που δίνουν τις λέξεις: Χαράσσω, Χαράδρα, Χαράκωμα, Χάρμη (=αιχμή δόρατος), Χαρακτήρας, Κάρκαρος, Κρημνός και άλλα παράγωγα.

Η εφαρμογή της ρίζας ΓΡΑ- στη δημιουργία ονομάτων έχει υποτιμηθεί με μεγαλύτερο παράδειγμα το εθνικό μας όνομα Γραικός που σημαίνει τον γηραιό (γραίο) αλλά εδώ με την έννοια της παλαιότητας –των πανάρχαιων καταβολών- του γένους.
Η ύπαρξη μεγάλων χαραγμάτων ή γραμμώσεων στο έδαφος με τη μορφή χαραδρών, φαραγγιών, ποταμών με βαθιές κοίτες, σπηλαίων, ‘’φαγωμένων’’ ακτών ή στενών διαβάσεων έδωσε ένα πλήθος ονομάτων όπως : τα όρη Γράμμος, Γραβούνα, Ζάγρος, οι ποταμοί Γρανικός, Γράνις και Τίγρις (και το ζώο Τίγρης* απο τις έντονες χρωματικές γραμμώσεις), ονόματα και τοπωνύμια όπως Γρεβενά (η ευρύτερη περιοχή), Γρανίτσα, Γρανάς, Γραμπιά, Γραμμούσα, Γράβος, Γρατινή, Γκράβες, Γκρίμποβο, η γνωστή από το χάνι της Γραβιά, άλλες δύο Γραβιές στους νομούς Αρτας και Πρεβέζης και επίσης διπλές ονομασίες όπως: Γρά-Λυγιά, Γρά-Κερά, κ.α.

Αυτά για το πρώτο συνθετικό του ονόματος ‘’Γραβιά’’. Το δεύτερο συνθετικό το –βια είναι μια παραλλαγή του –βα και προέρχεται απο το ρήμα ‘’Βαίνω’’.

Ας δούμε τι ακριβώς λέει για το ‘’βια’’ ο Η.Τσατσόμοιρος στην ‘’Ιστορία Γενέσεως της Ελληνικής Γλώσσας’’ (αξίζει να το μεταφέρουμε ολόκληρο):
«Βαίνω: Κατά το λεξικό (H. Liddell & R. Scott) έχει τις σημασίες πηγαίνω είς τινα τόπον, απέρχομαι, έρχομαι, προχωρώ, ανεβαίνω. Η ρίζα της λέξεως είναι ΒΑ-, που αποτελεί και τον αρχέγονο φθόγγο με σημασία του βα-δίζω. Η ρίζα ΒΑ- είναι η ρίζα των λέξεων βάσις=βήμα, βάδισις=ρυθμική ή μετρική κίνηση, το δι’ ου τις πατεί, το εφ’ ου τις βαίνει ή ίσταται, το βάθρο κλπ. Στον Ομηρο συναντούμε το ‘’βη’’ με την σημασία του εκινήθη (Ιλ. Β 665: ‘’βη φεύγων επι πόντον’’). Η λέξη ‘’βαίνω’’ αποτελεί λέξη-κλειδί για την μεταφορική σημασία του φθόγγου ‘’β’’. Ο έλλοψ του ελληνικού χώρου, ο θηρευτής και αργότερα κτηνοτρόφος, ήταν φυσικό ν’ αντιληφθεί, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και της ισχύος των ανέμων που έφθαναν έως το ξερρίζωμα δένδρων (‘’πιτυοκάμπτην’’ ονόμασαν τον ισχυρό άνεμο), οτι το ‘’ΒΟΟ’’ (Βήτα) ήταν αίτιο κινήσεως όχι μόνο των δένδρων, αλλά και του ίδιου του ανθρώπου και των ζώων. Όταν π.χ. η αέλλη (άελλα), ο θυελλώδης άνεμος, ανήρπαζε ή κατέρριπτε ανθρώπους και ζώα, αισθάνετο την βία του ανέμου. Έτσι, όταν σχημάτισε τον φθόγγο ‘’ΒΑ’’ (ρίζα ΒΑ- του ρήματος βαίνω), του έδωσε την σημασία της κινήσεως του, χωρίς την διευκρίνηση εάν και άλλη δύναμη πλήν της δικής του κινούσε αυτόν. Σ’ αυτήν την δύναμη (βίας ή βουλήσεως) έδωσε ως σύμβολο το ‘’Β’’ και πρόσθεσε το ‘’Α’’, δηλαδή τον εαυτό του (Σ.Γ. Κατά την ανάλυση του Η. Τσατσόμοιρου το ‘’Α’’ συμβολίζει τον ίδιο τον άνθρωπο). ‘’ΒΑ’’ έγινε, δηλαδή, ο φθόγγος με σημασία. Αργότερα όταν ο λόγος του έγινε έντεχνος δια της επεμβάσεως των Μουσείων Λόγων, στην αρχική ρίζα προσετέθη το ‘’Ι’’ με την σημασία του έρχομαι [ίδε γράμμα ‘’Ι’’ : ίκω,ίστημι,ιθύω= κίνηση, στάση, ορμή του εκσφενδονίζοντος βέλη ‘’ία’’ θηρευτού, π.χ. ‘’οίκαδ’ ίκωμαι’’, στον οίκο μου να έλθω (Ιλ. Ι 414)]…»

Το ‘’ΒΙΑ’’, λοιπόν, προέρχεται απο το ‘’ΒΑ’’ και το ρήμα ‘’Βαίνω’’ και δηλώνει κι αυτό κίνηση προς ή από ένα σημείο. Το ότι οι Ιταλοί (παίρνοντάς το απο τους ‘’μεσολαβητές’’ Λατίνους) το χρησιμοποιούν σήμερα ως Via με τη σημασία της οδού, του δρόμου, του μονοπατιού, του περάσματος, της διαδρομής, της πορείας, της ρότας (ναυτ), του βαδίσματος, της σταδιοδρομίας, της κατεύθυνσης, της δυνατότητας, του τρόπου ζωής, του τρόπου σκέψης, της αιτίας, της ενέργειας, της διαδικασίας και ακόμα με τη σημασία του ‘’δια μέσου’’ (όπως και η Αγγλική γλώσσα) επιβεβαιώνει την καταγωγή του απο τη μητρική ελληνική γλώσσα που –μόνο αυτή- δίνει και τις σχετικές αιτιολογήσεις. [Εμείς κρατήσαμε τις λέξεις ‘’δρόμος’’ (δραμείν – χρ.του τρέχω) και ‘’οδός’’ για τις ίδιες έννοιες].

Το όνομα ‘’Γρα-βιά’’ δηλώνει αυτό ακριβώς που αναλύθηκε πιο πάνω. Το πέρασμα/διάβαση/οδό (ΒΙΑ, ΒΑ) μέσα από μια έντονη φυσική γράμμωση (ΓΡΑ) που είναι χαραγμένη στο συγκεκριμένο σημείο.

Το σημείο αυτό βρίσκεται στις βόρειες και απόκρημνες πλαγιές του Παρνασσού και πάνω στη διαδρομή Λαμία- Μπράλος- Γραβιά- Άμφισσα.

Στη θέση Γραβιά –όπου και το ομώνυμο ιστορικό χωριό- και στις εκεί απρόσιτες πλαγιές σχηματίζεται μια στενή και απότομη εγκοπή/χαράδρα που αποτελεί το μοναδικό πέρασμα απο τον Λαμιακό κάμπο προς τον νότο και την περιοχή της Άμφισσας. Όσοι δεν έχουν κάνει τη διαδρομή αυτή θα εντυπωσιαστούν όταν για πρώτη φορά αντικρίσουν τον γκρίζο όγκο του Παρνασσού να υψώνεται σχεδόν κάθετα μπροστά τους εμποδίζοντας τη διέλευση.

Η στενή διάβαση είναι το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που οι αρχαίοι αποκαλούσαν ‘’Σχιστή οδός’’.

Τέλος, η στρατηγική σημασία του περάσματος/στενού ήταν αυτή που συντέλεσε στο να γίνει εκεί η περίφημη μάχη (στο Χάνι της Γραβιάς) μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στο ξεκίνημα της επανάστασης για την ανεξαρτησία (8 Μαΐου 1821).

Και σημειώστε ότι τον καιρό της εθνεγερσίας στο σημείο δεν υπήρχε το χωριό Γραβιά που δημιουργήθηκε μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους κυρίως από κατοίκους των γύρω χωριών.

Επομένως όταν τότε αναφέρονταν στο Χάνι της Γραβιάς δεν μιλούσαν για το χάνι σε ένα χωριό με το όνομα Γραβιά αλλά για το χάνι που εξυπηρετούσε τους διερχόμενους του στενού. Το στενό πέρασμα είχε το όνομα Γραβιά.

Το όνομα Γρα-βιά προϋπήρξε του χωριού σαν τοπωνύμιο δηλωτικό της ιδιαίτερης μορφολογίας του συγκεκριμένου περάσματος.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνδεση υπάρχει ανάμεσα στη Γραβιά, την Τίγρη και το Viagra. Σωστά διαβάσατε.. Στην αρχαία ινδική γλώσσα (σανσκριτική) που έχει πάρα πολλά κοινά στοιχεία με την ελληνική (ανάλυση επι του θέματος δεν είναι επί του παρόντος) viagra σημαίνει τίγρης. Και είπαμε πιο πάνω πως αιτία του ονόματος είναι οι έντονες χρωματικές γραμμώσεις/οδοί στο τρίχωμα του ζώου. Αντιστρέψτε τώρα τα δύο συνθετικά της λέξης γρα-βια για να κάνετε τον συσχετισμό.

Αυτό που επιβεβαιώνεται είναι η συνθετική ικανότητα της ελληνικής γλώσσας και η περιγραφή με πλήρη σαφήνεια αυτού που προσδιορίζεται με κάθε λέξη.