Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

ΒΟΙΩΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΦΩΚΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ



ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΗΣ

ΤΟΥ κ. Κ. Λ. ΜΕΡΑΝΑΙΟΥ (ΙΟΥΛΙΟΣ 1957)

Γη αρχαία και ιερή η βοιωτική και φωκική χώρα. Βουνά σύμβολα και κατοικητήρια θεών και πάνω τους ο ουρανός που τον γεμίζουν οι αρμονίες της απολλώνιας λύρας, σαν αντηχούν απ’ τις κορφές του Παρνασσού και καλούν στον παρθενικό τους χορό τις οδηγήτριες, για τα καλά και τα υψηλά, ελικωνιάδες μούσες.

Που να σταθεί όμως κανένας ν’ αφουγκραστεί την ασίγαστη αυτή πηγή του ελληνικού πνεύματος, την ατίθαση ορμή του ελλαδικού σθένους, στην κυμαινόμενη διαδρομή του, που από νίκες και από πρόσκαιρες ήττες, υψώνεται ασταμάτητα προς την αθανασία;

Να σταθεί στα ρείθρα του Κηφισσού, που αρδεύει ήρεμος την Κωπαΐδα, εκείνον τον «καλόστρωμα της Λειβαδιάς τον κάμπο», ή να στραφεί προς τον Ορχομενό, όπου κάποτε στα πανάρχαια χρόνια των Μινυών, άστραφτε, μοναδικός στον κόσμο, ο θησαυρός τους; Ή ακόμα να πάει στις μυστικές ανάβρες της διογέννητης Έρκυνας και να πιεί το νερό της Λήθης και της Μνημοσύνης, ώστε αποκαθαρμένος απ’ το παρελθόν και με δυναμωμένη τη μνήμη, να κατεβεί για ν’ αντικρύσει το χθόνιο δαίμονα και μέσα στη φρικίαση του δέους να ετοιμαστεί για την υπέρτατη γνώση, για τη γνώση του εαυτού του, που του την υπόσχεται και την προστάζει, ο θείος προστάτης του Υπερίωνα, ο ακτινοβόλος Απόλλων;

Να γιατί εκεί, ακόμα σ’ αυτούς τους Δελφούς, βρίσκεται κι ο ομφαλός της γης. Από κει ξεκίνησαν τα αρχαία τέκνα του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, που η σάρκα τους είναι οι ζωοποιημένοι παρνάσσιοι λίθοι, σαν οι θεοί, αποφάσισαν ύστερα από τον κατακλυσμό, που ερήμωσε τη γη, να την ξαναγεμίσουν με καινούργια ζωντανά πλάσματα.

Έτσι το κάθε τι που ζει δένεται με το δελφικό ομφάλιο λώρο, γιατί εκεί βρίσκονται οι αρχικοί γεννήτορες. Και σ’ αυτήν την πανανθρώπινη μήτρα, στη δελφική θυμέλη της ανθρώπινης προσδοκίας, θα φτερουγίσει και πάλι ειρηνοφόρα, και πάλλευκη από φως, η ανθρώπινη θέληση, όταν αποκαμωμένη από την μακραίωνη αιμορραγία των ανδροφόνων πολέμων, θα αισθανθεί επιτακτική την ανάγκη για την αληθινή αδελφική κοινότητα.

Για να φτάσει όμως στην ευδαιμονία ο άνθρωπος θα χρειαστούν οι καθαρμοί. Πάντα ο άγνωστος εαυτός μας γίνεται η τυραννική μοίρα μας. Έτσι, σ’ αυτόν ακριβώς το δρόμο που οδηγεί στους Δελφούς, ο άγνωστος γιός θαρθεί η ώρα που θα σκοτώσει τον άγνωστο βασιλικό πατέρα. Κι ο Παρνασσός τότε θ’ αντιβουίσει από τις οιμωγές του Λαΐου, του βασιλιά της Θήβας, κι ο Οιδίποδας, ο αθέλητος πατροκτόνος, θ’ ανεβεί στο θρόνο του, σωτήρας και καταστροφέας της πόλης. Μέσα στα σπλάχνα της ίδιας της μάνας του θα κυοφορηθεί το ατίθασο και άσβηστο ένστικτο του παιδιού για τη μητέρα, κι από την άγρια και πρωτόγονη χαρά του αιμομικτικού πόθου, θ’ αναπηδήσει η μεγάλη οδύνη. Και η οδύνη αυτή θα οδηγήσει το χέρι των μεγάλων τραγικών, που θα ορθώσουν φοβερή και άγρια την φρικτή Ερινύα της τιμωρίας. Και από τότε το ένστικτο θα δαμασθεί, γιατί στη θέση του θα μπει η Δίκη και ο Νόμος. Το τυφλό πάθος θα εκμηδενισθεί και θα διαλυθεί κάτω από το φως του Δικαίου σαν θ’ ακουστεί διάτορη η παρθενική φωνή της Αντιγόνης, που η επίκλησή της θα σφραγίσει το φοβερό δράμα του θηβαϊκού βασιλικού οίκου των Λαβδακιδών.

Σ’ αυτήν εδώ την βοιωτική και φωκική γη ο άνθρωπος αντίκρισε, γνώρισε και δαμάστηκε από το πεπρωμένο του, για να υψώσει τη δελφική αρχή, το γνώθι σ’ αυτόν, αυτήν την αδιαπέραστη ασπίδα του Λόγου, αυτήν που την λάξευσε με τη σμίλη του ο γιός του λιθοξόου Σωφρονίσκου, ο Σωκράτης, που διδαγμένος και από την τέχνη της μάνας του, εκείνης της μαίας Φαιναρέτης, ήξερε να εκμαιεύσει από τον ήττω λόγο τον κρείττονα. Ο Σωκράτης που ήξερε από τα σκοτάδια της άγνοιας και από την πλάνη την εσκεμμένη της δοκησισοφίας να βγάζει τη λαμπρή ιδέα του καλού και του αγαθού.

Αυτή όμως η βοιωτική και φωκική γη κάποτε στάθηκε, για μιαν άλλη φορά ακόμη, μεγάλος μάρτυρας και σταθμός για την Ελλάδα. Να, τώρα σαν φεύγουμε από την Λειβαδιά για την Λοκρίδα, βλέπουμε όλο και πιο ψηλά να ορθώνεται μπροστά μας ο Παρνασσός. Η γη είναι η ίδια. Στον κάμπο πρασινίζουν τα ίδια δέντρα και παντού θρασομανάει η ίδια βλάστηση. Τίποτα δεν άλλαξε από τον φυσικό διάκοσμο. Μόνο στα κτίσματα των ανθρώπων έχει αποτυπωθεί αναπότρεπτα η φθορά του χρόνου. Κι όμως κι απ’ αυτά πολλά είναι που και για το χρόνο είναι ακατάλυτα σεβάσματα.

Σαν προχωρήσουμε λοιπόν στο δρόμο μας, πλησιάζοντας ολοένα και περισσότερο προς τον Παρνασσό, θ’ αντικρύσουμε κι ένα χωριό, ανάμεσα στα τόσα άλλα. Η είσοδός του, μια σειρά από κυπαρίσσια, κυκλικά φυτεμένα. Μέσα στον μαυροπράσινο φράκτη τους υψώνεται πάλλευκο ένα λιοντάρι. Αιώνες τώρα με την αγέρωχη βασιλική του περηφάνια κοιτάει τον κάμπο. Έχει τα νώτα του στραμμένα προς τα ψηλά βουνίσια δασωμένα κρησφύγετα του. Το μάτι του είναι στυλωμένο σ’ αυτόν τον κάμπο της Χαιρώνειας. Και το βλέμμα του δεν μπορεί να γυρίσει κατ’ αλλού, γιατί εκεί πάλεψαν, αγωνίστηκαν σκληρά και έπεσαν λιονταρίσιες καρδιές.

Πως αλλιώς να εκφραστεί μέσα στο χρόνο η ανδρεία κι ο θάνατος του θηβαϊκού Ιερού λόχου των τριακοσίων, που πολέμησαν και σκοτώθηκαν ως τον τελευταίον, χωρίς να υποχωρήσουν ούτε για μια στιγμή, ούτε μια σπιθαμή γης, με λαβωματιές που τις πήραν όλες κατάστηθα, σαν αντιμετριόνταν με τη λαίλαπα των μακεδονικών φαλάγγων  του Φιλλίπου. Έπεσαν εκεί, ο ένας ύστερα από τον άλλον, γιατί πίστευαν στην ελευθερία. Στην ελευθερία που τα όριά της ήσαν ως τα τότε όρια των ελληνικών πόλεων. Μια ελευθερία τεμαχισμένη, που απ’ αυτόν τον κατακερματισμόν της ήταν αναπόφευκτο να γίνει ανήμπορη. Μια ελευθερία που άλλοτε μίκραινε και άλλοτε μεγάλωνε. Ήταν τότε ακόμα η ελευθερία της μιας πόλης που αντιμαχόταν μιαν άλλη και μονάχα γινόταν ελληνική ελευθερία, όταν οι ελληνικές πόλεις πολεμούσαν όλες μαζί τον ξένο, και πιο πολύ απ’ όλους τον χρυσοφόρο Μήδο.

Αλλά σ’ εκείνον τον χρόνο, στα 338 π.Χ., είχε ρθεί η ώρα για να γίνει πανελλήνια η ελληνική ελευθερία. Του κάκου αγωνίστηκε και προσπάθησε ο Δημοσθένης, θαμπωμένος άκαιρα από την αίγλη της παλιάς αθηναϊκής ηγεμονίας να κρατήσει αυτόνομη και αυτάρκη την αθηναϊκή ελευθερία. Δεν μπορούσε να φαντασθεί αυτός ο Παιανιεύς, πως αυτή η ίδια η ελευθερία και το ακτινοβόλο φως του ελληνικού λόγου, θα ανέμιζε τα λάβαρα του Αλεξάνδρου και θα ξανέφερνε το φως πιο πλούσιο και πιο λογικά ανθρώπινο στις αρχικές ανατολίτικες κοίτες του.

Πώς να φαντασθεί ο αττικός ρήτορας, πως αυτός ο αττικός λόγος θα ’φτανε  ως τους γυμνοσοφιστές του Γάγγη; Που να διανοηθεί πως το χαμόγελο του Απόλλωνα θα άνθιζε και θα φώτιζε την αδιατάρακτη μορφή του Βούδα της Γκαντάρα και θα ’ριχνε ένα μενεξεδένιο φως στη γαλήνη της άναρχης νιρβάνας του; Ούτε για μια στιγμή δε θέλησε ν’ ακούσει τη συνετή συμβουλή του γενναίου Φωκίωνα, που έβλεπε τον δαφνηφόρο ελληνισμό στην εξόρμησή του προς τις αχανείς χώρες του μεγάλου βασιλέα.

Δεν έβλεπε πως είχε ρθεί  η ώρα της μεγάλης ανταπόδοσης. Αλλά δεν ήταν ανταπόδοση η εκστρατεία του Αλεξάνδρου, ήταν και λαμπαδηδρομία του ελληνικού πνεύματος. ‘Ένα άλλο ελληνικό φύλλο εξορμούσε στην κονίστρα της ιστορίας και αυτή τη φορά με το όραμα της παγκοσμιότητας. Ο Δημοσθένης ήταν το μεγάλο παρελθόν και η δύναμή του είναι πάντοτε επιβλητική, γιατί το παρελθόν υπάρχει. Το μέλλον είναι κάτι που ακόμα δεν ήρθε και ο εύγλωττος λόγος δεν συμπορεύεται πάντα ούτε με τη φρόνηση, ούτε με τη σοφία. Ήταν ωραίος και ηρωϊκός ο Δημοσθένης, αν και στη μάχη της Χαιρώνειας δεν το αποφάσισε να μιμηθεί την αυτοθυσία των Θηβαίων εφήβων. Το Κεκρώπειο άστυ όμως ήταν ο έρωτάς του και ποτέ του δεν συλλογίστηκε πως από το άντρο του Νυμφόπληκτου οι μέλισσες του Υμηττού θα μπορούσαν να φτάσουν ως τα οροπέδια του Ιράν και πιο πέρα ακόμα ως τα βουνά των Ιμαλάϊων.

Αλλά και για μια άλλη φορά την ελευθερία και το δικαίωμα για τη μεγαλεπήβολη πράξη το κατακτά εκείνος που μπορεί και είναι πάντα έτοιμος να θυσιάσει τη ζωή του. Εδώ σ’ αυτόν τον τόπο της Χαιρώνειας οι Αθηναίοι, οι Θηβαίοι, οι Μακεδόνες, κι όσοι άλλοι Έλληνες πολέμησαν, αντιμετωπίστηκαν σαν ελεύθεροι άνθρωποι και αυτό ήταν ο μεγάλος τους άθλος. Από δω και πέρα τον Μακεδόνα Άρη θα τον ακολουθήσει, αναβακχευμένο στον θείο του ενθουσιασμό, ολόκληρο το πανελλήνιο. Η μάχη της Χαιρώνειας σφράγισε τον ακατάλυτο δεσμό του ελληνισμού. Από τη στιγμή εκείνη το ελληνικό γένος θ’ αντιμετρηθεί με την ίδια την ιδέα της ανθρώπινης κοινότητας, που λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω, την διακήρυσσε ο δελφικός λόγος. Και την ιδέα αυτή η ιστορία την ενσαρκώνει με φοβερές αντιθέσεις και με πολυαίμακτες σπονδές. 

Πάνω από τον τύμβο των Μακεδόνων και το Πολυάνδρειο των Θηβαίων της Χαιρωνείας, το ελληνικό πνεύμα ετοιμαζόταν για τη μεγάλη του πορεία, για την πορεία που ήταν φως και παιδεία. Από κοντά θα έρχονταν οι Ρωμαίοι, ο Αλέξανδρος τους είχε ανοίξει τους δρόμους. Και ένας Χαιρωνέας, ο Πλούταρχος, καθισμένος στη μαρμαρένια έδρα του, που του την είχαν χαρίσει οι συντοπίτες του, θα ’γραφε τους παραλληλισμούς του, ανακαλύπτοντας τις ελληνικές αρετές και στους Ρωμαίους, για να δείξει την κοινότητα της ανθρώπινης ιστορίας και πως όλοι οι δρόμοι, σαν μας καθοδηγεί η ανδρεία και η σοφρωσύνη, δεν μπορούν παρά να μας οδηγήσουν στην υψηλή ανθρώπινη ευδαιμονία.

Κ. Λ. ΜΕΡΑΝΑΙΟΣ (1957)