Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ



ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ

Μπάρμπα Ζάχος, μπάρμπα – Παν, κύριος Κούρος, Βουκόλος και Σια.

Γράφει και σχεδιάζει ο ΜΙΝΩΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ
(Σεπτέμβριος 1961)

Πέτρα και μαρτύριο από την μια, χαρά και χορός από την άλλη. Αυτά τα δυο ποτήρια πίνουν οι χωριάτες από τους σημερινούς Δελφούς. Το πρώτο γεμάτο χώμα, το δεύτερο γεμάτο κόκκινο κρασί. Ας πιούμε κι απ’ τα δυο.

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ – ΖΑΧΟΥ

Κάθε βράδυ, που αλλού, στην ταβέρνα της Ασημούλας. Μέσα κουτσοπίνουνε δυο – τρείς τσοπαναραίοι. Αξύριστοι, ιδρωμένοι, βασανισμένοι μιλάνε για τις προβατίνες τους. Η τραγιάσκα του μοιανού από την λίγδα ξεροκοκκάλιασε και μοιάζει με κέρατο τράγου, και το μαλλί του αλλουνού από την σκόνη και τον αέρα πέτρωσε και μοιάζει με τραγιάσκα…

Πίνουνε, τα ξαναγεμίζουνε, μετράνε τα πρόβατα, μαλώνουνε, τα σπάνε, τα ξεχνάνε, τα ξαναμετράνε, λογαριασμό δε βρίσκουνε, τα γράφουνε στα παλιά τους τα τσαρούχια, και το ρίχνουνε έξω.

Ξαφνικά μπαίνει μέσα ο μπάρμπα – Ζάχος. Ένας καλοθρεμμένος άντρακλας – τράγος, με άσπρα γένια, αλλά Χεμινγκουαίη, καμιά εξηνταπενταριά χρονών. Μάζευε χόρτα, τον έκαψε ο ήλιος, ήρθε να ξαποστάση. Κάθισε παρέα, ήπιε μονοκοπανιάς ένα κιλό κρασί.

Κουνήθηκε η κοιλιά του, άνοιξε η καρδιά του, το γέλιο του ακούγονταν τρανταχτό, άρχισε να τρώει σα να ’πινε τον ιδρώτα του, σκόρπισε δεξιά κι αριστερά ιστορίες από την ζωή του, γιόμισε η ταβερνούλα από κέφι, πήρε μια μεγάλη μπουκάλα κρασί, χαιρέτησε τα παιδιά και μας τράβηξε για το σπίτι του, εκεί δίπλα.

Άνοιξε την εξώπορτα. Ανηφόρησε με την μπουκάλα στο χέρι τα καθαρά ασβεστωμένα σκαλιά της αυλής του. Πάνω από το κεφάλι του κρεμόταν τσαμπιά σταφύλια, τραγανά, ώριμα, έτοιμα να πέσουν πάνω στ’ ανοιχτό στόμα του. Γύρω του έτρεχαν τα νερά από τις γλάστρες του, και ένα σωρό αγγόνια από κάθε γωνιά του σπιτιού του. Έσκυψε, τα χάϊδεψε, τα σήκωσε στον ώμο του, μπήκε φωναχτός μέσα.


Χτύπησε την γριά του στον ώμο. Άναψε η γριά λεβέντισσα, πού ’ταν σκυμμένη πάνω στο εγγονάκι της που μόλις δυο – τρείς μέρες τώρα είχε γεννηθεί, κοίταξε τον τράγο της, ξανακοίταξε το τ’ αγγονάκι της και του ’πε σκαστή στο γέλιο: «Μ’ έξι παιδιά μ’ έσπειρες, Ζάχο μου, κι αν θες κι άλλο να μην στεναχωριέσαι! Εδώ είμαι!.. Κάθε παιδί κι ένα φτερό στην πλάτη μου!..».

Και ξανάσκυψε στο κρεβατάκι του μωρού που κοιμόταν ελαφριά, ήσυχα. Δίπλα, μια όμορφη Κρητικιά νια, η λεχώνα, γυναίκα του γιου του μπάρμπα – Ζάχου, άφηνε τις τελευταίες σταλαματιές του πόνου να κατρακυλούν από τα μάτια της, ενώ ένα καινούργιο χαμόγελο γεννιόταν από το μικρό της στόμα, έτσι που κοιτούσε τα χεράκια του μωρού…

Η γριά έδωσε στο γέρο της να πιεί τριαντάφυλλο, του ’πε κι ένα χωρατό, έσκυψε κείνος την φίλησε, αγκάλιασε πάλι τ’ αγγόνια του, ξεκρέμασε από τον τοίχο το μπουζούκι του και κινήσαμε για την πλαγιά του Παρνασσού.

Εκεί σε μια μικρή κορφή, πάνω από το χωριό, άρχισε να παίζει και να πίνει, να τραγουδά και να χορεύει ξεσηκώνοντας τους συγχωριανούς του.

Γέμισε η κοιλιά του κρασί, άδειασε το λαρύγγι του κραυγή, τα δάχτυλά του έπαιζαν ανάμεσά τους την πέννα από φτερούγα αετού και πίσω του άρχισε να φαίνεται σα ψεύτικο τεράστιο μαργαριτάρι που στεφάνωνε τ’ άσπρα γένια του, το φεγγάρι…

Έτσι πάνω στο λόγγο τον πήρε ο ύπνος, ένα χαμόγελο γράφτηκε στα χείλη του, αγκάλιασε ένα δέντρο, άφησε το μπουζούκι, έπιασε λίγο χώμα και μουρμούρισε ζαλισμένος μια μονάχα λέξη όλο εκείνο το βράδυ: «Παράδεισος!...»

Η μοτοσυκλέτα του Ζαμπανό

Μήτσο τον λένε τον άνθρωπο, αλλά πάντα μου θύμιζε τον ήρωα του φίλμ «Στράντα», τον Ζαμπανό, με τον Άντονυ Κουήν. Κι έτσι τον φωνάζαμε. Άλλοι τον έλεγαν Μουσολίνι, άλλοι μπουλντόγκ, μα μένα μου κόλλησε μιας απ’ αρχής: Ζαμπανό.

Ο Μήτσος – Ζαμπανό λοιπόν είναι ο «σωλήνας» των Δελφών. Κάτι παθαίνει το νερό, ο Μήτσος θα πάρει την κατοχική του μοτοσυκλέτα, είδος γκαζοζέν και στραπατσαρισμένης βέσπας, θα πάει στην Αράχωβα, θα κουβαλήσει ένα βαρέλι και με τον κόκκινο σωλήνα θα εφοδιάσει τις ελλείψεις όπου και να βρίσκονται. Κάποιος να θέλει ξαφνικά να μεταφέρει το κρεβάτι του στην Άμφισσα, ο Ζαμπανό θα τον εξυπηρετήσει.

Από τα ξημερώματα δε σταματά. Εκπυρσοκροτεί το τρίτροχο γκαζοζέν του, τρέχει στην Ιτέα, για μια επείγουσα οικογενειακή υπόθεση. Πάει να κάτσει λίγο στο καφενείο, έρχεται ο ένας τον αναγκάζει να μεταφέρει νερό στ’ αμπέλι του. Ξεφλουδισμένα τα χέρια του, γδαρμένα τα ρούχα του, τίποτ’ άλλο δεν ξέρει εκτός από την δουλειά. «Για λίγο γάλα για το παιδί μου» λέει μόνο όταν τον πληρώνεις. Αμίλητος, τίμιος, ήσυχος, σκλάβος της ανάγκης, κανένα δεν ενοχλεί. Κανένα δε ζημιώνει.

Σα να ’χει ο ίδιος ζυμωθεί με την ζημιά. Έχει γίνει σχεδόν ένα με την μοτοσυκλέτα του. Είναι ο τέταρτος τροχός της. Ένα κλεφτοφάναρο να του χαρίσεις θα σκεφτεί να το χρησιμοποιήσει στο τιμόνι. Ένα τενεκέ να του δώσεις, θα νοιώσει πως η «μηχανή διψάει, θα τον χρειαστεί τον τενεκέ».
Όταν τον συναντάς μόνο του νοιώθεις την έλλειψη της μηχανής του στα λυπημένα μάτια του. Κι άμα δεις σταματημένη τη μηχανή πάνω στο δρομάκο, χωρίς τον οδηγό του, νοιώθεις η μηχανή είναι άψυχη. Μηχανή και Ζαμπανό είναι ένα πράγμα.

Υπάρχει μια συναισθηματική σχέση ανάμεσά τους.


Χαλάει η μηχανή, χαλάνε τα κέφια του Ζαμπανό. Δουλεύει η μηχανή, σκορπάει χαμόγελα παντού ο Ζαμπανό.

Κι όλη αυτή η φασαρία να προφτάσει το δίχρονο παιδάκι του.

Η καραμούζα της μοτοσυκλέτας έχει γίνει η γλώσσα του, η πραγματική φωνή του.

Μόνο μια φορά στις ζέστες του Αυγούστου τον είδα να είναι ξαπλωμένος κάτω από την μηχανή του, πάνω στο δρόμο, και μίλησε με το ίδιο του το στόμα: «Τι να κάμω;… Να, ξεκουράζομαι στην βεράντα του σπιτιού μου!…»

Ο Μπάρμπα – Παν και ο κ. Κούρος

Το ερωτικό κλίμα των Δελφών δεν αφήνει ανεπηρέαστο ούτε τον μπάρμπα – Παν ούτε τον κ. Κούρο. Μόνο που ο κάθε ένας ακολουθεί άλλο τρόπο για το ποθητό αποτέλεσμα.

Παρ’ όλα τα 106 χρόνια του πρώτου η όρεξή του είναι πιο πρωτόγονη, πιο άμεση. Όταν τον πιάσουν τα μεράκια κατεβαίνει στο κέντρο του χωριού, κι ακουμπώντας στο μπαστούνι του γυροφέρνει να γεμίσει λίγο το μάτι του από τα ηλιοκαμένα σώματα των Γερμανίδων, Σουηδέζων ή άλλων ξένων φρούτων, που φυτρώνουν εκεί πολύ πιο συχνά από τα ντόπια σύκα.

Και μια φορά βρέθηκε πεσμένος με τα μούτρα ανάμεσα στα κυπαρισσένια πόδια με τα σορτς, προφασισμένος ότι «δεν έβλεπε καλά».

Αντίθετα, η ερωτική τακτική του κ. Κούρου διαφέρει κατά πολύ. 

Καλοντυμένος, κομψός, μεσόκοπος, ρομαντικός, διανοούμενος, μαγειρεύει μέσω των τουριστικών οδηγών το ερωτικό του πρόγευμα. Κάθε μέρα κι ένα ερωτικό πλατωνικό γράμμα από όλα σχεδόν τα μέρη του κόσμου, ανθίζει στην τσέπη του κάτω από το λευκό μεταξωτό φλοττάν μαντηλάκι του.

Αγνές αναμνήσεις, περίπατοι εις το Θέατρον, ένα ταγάρι, μια κάρτα, δυο γκλίτσες, πολύ μελάνι και μερικά άνθη. Τίποτ’ άλλο.

Το «τυφλόν θάρρος» του μπάρμπα – Παν του είναι τελείως ξένο…

Αντώνης ο Βουκόλος

Σπανός, γεμάτος ρυτίδες, μα μ’ ένα καλοσυνάτο πρόσωπο γεμάτο μυστηριώδης χαμόγελο, ο Αντώνης ο Βουκόλος είναι ο ονειροκρίτης του χωριού.


Ζει ψηλά μονάχος του σε μια καλύβα στις πλαγιές του Παρνασσού και κάθε τόσο κατεβαίνει στο χωριό. Βόσκει μερικά βόδια. Άμα ψήσει κανείς αρνί το Πάσχα μαζεύει τα κόκκαλα, τα διαβάζει και λέει το μέλλον.

Κάποιος, κάπου βλέπει κάποτε, κάποιο όνειρο. Τρέχει στο Βουκόλο να τ’ ορμηνέψει. Φυσάει άγριος ο άνεμος από το Παρνασσό. Τρίζουνε οι πόρτες, τραντάζουνε τα παράθυρα, κάποια ξωτικά βλέπει ο Αντώνης. Οραματίζεται στοιχειά, τον «οβρηό» που τρώει τα παιδιά, ανακατεύει την μυθολογία, ρίχνει μέσα λίγο πιπέρι κι αλάτι και πίνουν οι γυναικούλες…


ΜΙΝΩΣ ΑΡΓΥΡΑΚΗΣ