Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Ιστορικές λεπτομέρειες


Ο Stott σε πλοίο στη Μεσόγειο κατά τη διάρκεια του 
χρόνου του με την SOE στην Ελλάδα.

Η βρετανογερμανική προσέγγιση
κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ξεκίνησε
από το … Κυριάκι Βοιωτίας.

Όταν οι απλοί άνθρωποι γράφουν,
με δική τους πρωτοβουλία, ιστορία.

Υπόθεση Don Stott
Το Μάιο  του 1941 ο Νεοζηλανδός λοχίας Donald Stott τραυματίστηκε και αιχμαλωτίστηκε από τις γερμανικές δυνάμεις στην Κρήτη. Γρήγορα κατάφερε να δραπετεύσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων, πηδώντας με κοντάρι, μέρα μεσημέρι, το συρματόπλεγμα.
Κρύφτηκε για αρκετούς μήνες στην Κρήτη και ύστερα από πολλές περιπέτειες κατόρθωσε, τελικά, να φτάσει στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Εκεί έγινε μέλος της «Special Operations Executive» («S.O.E) - Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων.
Τον Απρίλιο του 1943, ανθυπολοχαγός πια, έπεσε με αλεξίπτωτο στην Ελλάδα. Μερικές εβδομάδες αργότερα διορίστηκε σύνδεσμος αξιωματικός με τον ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας.
Παρόλο που ήταν βαθιά συντηρητικός στις πολιτικές του απόψεις, διατηρούσε αρκετά καλές σχέσεις με το νέο του περιβάλλον. Μάλιστα, σε μια γερμανική εκκαθαριστική επιχείρηση διακινδύνευσε ο ίδιος, προκειμένου να σώσει κάποιον τραυματισμένο αντάρτη από την αιχμαλωσία.
Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς, παρά την άρνηση  συμμετοχής και συνδρομής του ΕΛΑΣ - πράγμα που τον εξόργισε ιδιαίτερα - υπήρξε ο πρωταγωνιστής της καταστροφής της γέφυρας του Ασωπού, με την οποία διακόπηκε η μοναδική σιδηροδρομική γραμμή Βορρά - Νότου της Ελλάδας για 71 μέρες.
Είναι ο ίδιος που πέτυχε την πρώτη αεροπορική ρίψη πολεμικού υλικού στο 34ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, παρά την απέχθεια των Βρετανών, για οποιαδήποτε ανεξέλεγκτη ένοπλη δύναμη στη νευραλγική ζώνη κοντά στην Πρωτεύουσα.
Το διάστημα αυτό φαίνεται ότι είχε ως έδρα του το Κυριάκι Βοιωτίας, όπως θα φανεί και από τα αναφερόμενα παρακάτω.

Με την έκρηξη του εμφυλίου πολέμου, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ, οι σχέσεις του Scott με τον ΕΛΑΣ άρχισαν να ψυχραίνονται, δεδομένου ότι επηρεαζόταν από το επιτελείο του, που περιλάμβανε μεσοαστούς αντιστασιακούς με αντικομουνιστικές ιδέες.
Αυτό το περιβάλλον, κυρίως, τον βοήθησε για ασφαλείς μετακινήσεις του στη Αθήνα για συνωμοτικές αποστολές.
Την πρώτη φορά, μάλιστα, 17-18 Ιουλίου 1943, έφτασε στην Πρωτεύουσα, συνοδευμένος από δυο άντρες του ΕΛΑΣ, για εγχείρηση μιας σοβαρής πάθησης του αριστερού του αυτιού σε Μαιευτήριο των Αθηνών, λόγω κάποιου έμπιστου γυναικολόγου. Τις μέρες της αποθεραπείας του έμενε στο σπίτι του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού.
Όταν βρισκόταν στην Αθήνα ερχόταν σε επαφή με δέκα(10) εθνικιστικές αντιστασιακές ομάδες, οι οποίες είχαν υπογράψει συμφωνία να προστατεύσουν και να φρουρήσουν την Αθήνα, ευθύς μόλις εκκενωθεί η πόλη από τους Γερμανούς και μέχρι την άφιξη των συμμαχικών στρατευμάτων, για την αποφυγή οποιουδήποτε πραξικοπήματος, εννοώντας προφανώς την επέμβαση του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ.
Μόλις η S.O.E. πληροφορήθηκε τις συνεννοήσεις αυτές του Stott, του διεμήνυσε ότι δουλειά του δεν ήταν να παίρνει μέρος σε πολιτικές υποθέσεις, αλλά αντίθετα ήταν το σαμποτάζ των εχθρικών επικοινωνιών και η προστασία από  καταστροφές κατά την αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα.
Όταν ο ίδιος πληροφορήθηκε μια επικριτική γι’ αυτόν αναφορά  από τη σημαντικότερη ελληνική οργάνωση κατασκοπείας την εποχή εκείνη, με το όνομα «Απόλλων», αναγκάσθηκε να κάνει τη δική του αναφορά προς το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και να υποστηρίξει ότι δεν αναμιγνύεται στην πολιτική.
Ήταν ήδη μέσα Οκτωβρίου του 1943, όταν  ενημερώθηκε ότι ο διορισμένος από τους Γερμανούς, ως δήμαρχος  της Αθήνας, Άγγελος Γεωργάτος επιθυμούσε να τον γνωρίσει, για να συζητήσουν το ενδεχόμενο συνάντησης με κάποιον υψηλόβαθμο Γερμανό επίσημο, με σκοπό τη συζήτηση υποθέσεων «κοινού ενδιαφέροντος», μέσα στις οποίες ήταν και μια πρόταση τοπικής ειρήνης ή εκεχειρίας, που θα ίσχυε για την Ελλάδα.
Ο Stott, αρχικά, ήταν διστακτικός, αλλά μετά σκέφτηκε ότι ενώ δεν θα υπήρχε καμία ζημιά από μια τέτοια συνάντηση, παράλληλα θα μπορούσε να μαζέψει χρήσιμες πληροφορίες για τον εχθρό.       
Συνομιλητής του θα ήταν ο συνταγματάρχης Loos αρχηγός της Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας Βαλκανίων. Τον απασχολούσε όπως, προφανώς, και τον Γεωργάτο, ο κίνδυνος της κατάκτησης όλης της Ευρώπης από τον Κόκκινο Στρατό, ως συνέπεια του μοιραίου Γερμανοβρετανικού πολέμου.
Γνωρίζοντας, όμως, ο Loos τις υποψίες του Χίτλερ για οποιαδήποτε «επαφή με τον εχθρό», ενημέρωσε αμέσως  τον Neubacher, που υπερβάλλοντας για τα ενδιαφέρον των Βρετανών, κατόρθωσε να πάρει τη διστακτική συγκατάθεση του «Φύρερ».
Ταυτόχρονα, ο Stott ενημέρωσε σχετικά τους προϊσταμένους του στο Κάιρο. Την άλλη μέρα (8/11/1943) η S.O.E. του απάντησε  κατάπληκτο και με ασυνήθιστη βιασύνη: να επιστρέψει αμέσως στο Κάιρο για εξηγήσεις και ότι σε καμιά περίπτωση τα μέλη της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής δεν πρέπει να έχουν την παραμικρή επαφή ή σχέση με οποιαδήποτε αρχή ή αξιωματικό του Άξονα.
Αυτή η ηχηρή απάντηση δεν έφτασε ποτέ στον Stott, γιατί απλούστατα ο ασύρματός του είχε χαλάσει. Παρόμοιες προειδοποιήσεις του έγιναν από τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον αρχηγό της Αστυνομίας Έβερτ.
Όταν πια  μπόρεσε ο ίδιος να αποκαταστήσει επαφή με το Συμμαχικό στρατηγείο, είχε  ήδη κάνει τη συνάντηση με τον Loos. Είχε λοιπόν πραγματοποιηθεί μια από τις πιο παράξενες «συσκέψεις» του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου.
Ειδικότερα, υπήρξαν προκαταρκτικές συνομιλίες για τον ορισμό των λεπτομερειών και των προϋποθέσεων της κυρίως συνάντησης και αυτές ήταν:
1)Το μέρος της συνάντησης να είναι το σπίτι του δήμαρχου Γεωργάτου, ως ουδέτερο έδαφος.
2)Ο Γερμανός αξιωματούχος Schürmann να παραδοθεί ως όμηρος στους Έλληνες εθνικιστές.
3)Να υπάρξει εγγύηση  ότι δεν θα πειραχτεί ο Stott και να του επιτραπεί να παρουσιαστεί με βρετανική στολή, ώστε να αποκτήσει τα δικαιώματα αιχμαλώτου πολέμου, σε περίπτωση γερμανικής παρασπονδίας.
4)Για πρόσθετη ασφάλεια, η γειτονιά της οικίας Γεωργάτου να φρουρείται από ένοπλους άνδρες του Έβερτ και της «Εθνικής δράσης».
Ο Stott συνοδευόταν από τους διερμηνείς του, τον Κυρτάτο και τον Μπακούρο. Τη γερμανική πλευρά εκπροσωπούσε ο Loos, ο διερμηνέας του Walter Rudi και ο διπλωμάτης  Stärker ως εκπρόσωπος του Neubacher, που ο Χίτλερ του είχε απαγορέψει να παρίσταται, γιατί ήθελε οι διαπραγματεύσεις να περιοριστούν σε «μεσαίο επίπεδο».
Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη μέχρι που ξεκόλλησε το ψεύτικο μουστάκι του Μπακούρου και όλοι γέλασαν με ανακούφιση. Ο Loos και ο Stärker τόνισαν τον παραλογισμό της αγγλογερμανικής αιματοχυσίας και πρότειναν διαπραγματεύσεις για μια ξεχωριστή ειρήνη, που η ισχύς της θα μπορούσε «προς το παρόν» να περιοριστεί στην Ελλάδα.
Την πρόταση αυτή δεν την είχε εγκρίνει ο Χίτλερ, απλώς είχε επιτρέψει να γίνουν ανιχνευτικές επαφές, επειδή τον είχαν ενημερώσει οι  Loos και Neubacher, ότι οι Βρετανοί τάχα είχαν πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, ώστε να βάλουν τα πράγματα σε κίνηση.
Οι  Loos και Stärker στόχευαν  στο σταμάτημα της προέλασης της Σοβιετικής Ένωσης, ήθελαν δηλαδή να τερματιστεί η αγγλογερμανική σύρραξη και, αν αυτό δεν ήταν εφικτό σε γενική κλίμακα, τότε τουλάχιστον αυτό να γίνει τοπικά.
Η προτεινόμενη συμφωνία στρεφόταν βραχυπρόθεσμα κατά του ΕΑΜ / ΕΛΑΣ και μακροπόθεσμα κατά της σοβιετικής διείσδυσης στα Βαλκάνια.  Οι Γερμανοί με υπονοούμενα πρότειναν να φύγουν προς τη Ρουμανία - οι πετρελαιοπηγές γαρ. Με ένα τέτοιο ελιγμό θα αναχαίτιζαν στη χώρα αυτή τη ρωσική προέλαση, ενώ οι Βρετανοί θα μπορούσαν να μπουν στην Ελλάδα.
Ο  Stott δέχτηκε να μεταφέρει τις γερμανικές προτάσεις. Όμως, πρώτα ήθελε να κατασκοπεύσει τις επικοινωνίες και τα σημεία άμυνας της διώρυγας της Κορίνθου και να πάρει μερικούς φακέλους του από το αρχείο του,  που διατηρούσε στο Κυριάκι Βοιωτίας. 
Με την πρόφαση ότι ήθελε να στείλει ένα προκαταρκτικό σήμα στο Κάιρο έπεισε τον  Loos να τον πάει γερμανική περίπολος μέχρι τον Ισθμό και από εκεί με καΐκι στους πρόποδες του Ελικώνα. Οι Γερμανοί συνοδοί πράγματι τον περίμεναν στην βοιωτική ακτή, ώσπου να γυρίσει από το Κυριάκι την άλλη μέρα, όπου ήταν το «στρατηγείο» του.
Επέστρεψε στην Αθήνα γύρω στις 20 Νοεμβρίου 1943. Συνάντησε και πάλι τους Γερμανούς συνομιλητές του και παρόλο που ο ασύρματός του  δεν λειτουργούσε, τους ανέφερε φανταστικές λεπτομέρειες, για τη δήθεν επικοινωνία με το στρατηγείο του Καΐρου, και το μεγάλο τάχα ενδιαφέρον για τις προτάσεις που τους κόμισε.  Όταν ο Stärker του ζήτησε μια επίσημη πρόσκληση ο Stott  του το υποσχέθηκε. Έβαλε τις τελικές γερμανικές προτάσεις σ’ ένα μεταλλικό σωλήνα και του επιτράπηκε να πάρει τους συνεργάτες του, χωρίς κανένα έλεγχο ταυτοτήτων.
Μετά την ανταλλαγή μικρών δώρων αποχαιρετισμού ανάμεσα στους Stott και Loos, ο Νεοζηλανδός και οι συνεργάτες του μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητο της Βέρμαχτ στο Λαύριο και στη συνέχεια, αφού ναύλωσαν  ένα γερό καΐκι, έφτασαν στη Χίο, στις 24 Νοεμβρίου 1943. Εκεί, χάρις τις γερμανικές συστάσεις από την Αθήνα ο Γερμανός διοικητής του νησιού τους περιποιήθηκε ευγενικά και κανόνισε τη μεταφορά τους στην Τουρκία.
Η φυγή του προς το Κάιρο με αυτό τον τρόπο, και όχι αεροπορικώς μέσω του μυστικού συμμαχικού αεροδρομίου της «Νεράιδας», που βρισκόταν σε οροπέδιο των Αγράφων, απ’ όπου σε δυόμισι ώρες θα μπορούσε να φτάσει στο Κάιρο, έγινε, επειδή είχε ενεργήσει τη συνάντησή του με τους Γερμανούς, χωρίς την άδεια του προϊσταμένου του Chris Woodhouse, ο οποίος δεν του είχε δώσει τέτοια εντολή και, ασφαλώς, δεν θα του επέτρεπε να ταξιδέψει αεροπορικώς προς την Αίγυπτο. 
Εν τω μεταξύ,  στη Σμύρνη, στο Κάιρο και στο Λονδίνο οι λίγοι μυημένοι Βρετανοί αξιωματούχοι τον περίμεναν με αγωνία και μια εξήγηση από αυτόν για τις ενέργειές του. Αμέσως μετά το σοκ του πρώτου μηνύματος για επαφές με την «Γκεστάπο», το Foreign Office - Υπουργείο των Εξωτερικών είχε ζητήσει από το Κάιρο περισσότερες λεπτομέρειες για το σοβαρό πταίσμα του Stott. Αλλά ούτε η S.O.E. ήξερε τίποτε και υποψιαζόταν ότι ο Νεοζηλανδός είχε παγιδευτεί από τους Γερμανούς και ότι δεν δρούσε με τη δική του θέληση.
Μόλις ο Stott πάτησε το πόδι του στην έδρα του στο Κάιρο, αυτός και η ομάδα του μπήκαν στην απομόνωση και άρχισε η αδιάκοπη ανάκρισή τους για δυο περίπου εβδομάδες. Τέλος, οι ανακριτές πείσθηκαν για την καλή πίστη του Stott  και στις 21 Δεκεμβρίου 1943 βγήκε στην αναφορά και παρασημοφορήθηκε.
Στην πραγματικότητα η ανορθόδοξη πράξη του Νεοζηλανδού είχε αποδώσει καρπούς και για τις γερμανικές εγκαταστάσεις του Ισθμού – ακολούθησε επιτυχής βρετανικός βομβαρδισμός – και για την εσωτερική κατάσταση στις τάξεις του εχθρού.
Παρότι μια ομάδα  της S.Ο.Ε. Καΐρου επιθυμούσε την επαναπροώθηση του Stott στην Ελλάδα, για συνέχιση των σαμποτάζ, το στρατηγείο της  S.Ο.Ε.  στο Λονδίνο είχε αντίθετη άποψη και έτσι ο Νεοζηλανδός δεν επέστρεψε στη χώρα μας. Προήχθη σε ταγματάρχη και μετά από μια άδεια στην πατρίδα του στάλθηκε σε ειδική υπηρεσία πίσω από τις ιαπωνικές γραμμές. Ουσιαστικά το  Foreign Office, αφού έλαβε τo απρόσμενο «δώρο», πέταξε το… ενοχλητικό «περιτύλιγμα».
Στις 20 Μαρτίου του 1945, στη διάρκεια μιας ανιχνευτικής αποστολής στο Βόρνεο η λαστιχένια βάρκα του δεν έφτασε στη στεριά. Αυτός και οι τρεις σύντροφοί του αναφέρθηκαν ως αγνοούμενοι. Μια θυελλώδης ζωή είχε φτάσει στο τέρμα της.

Το USS Perch , από το οποίο ο Stott ξεκίνησε την τελική του αποστολή.
Ο Stott ήταν ένας 29χρονος αθλητικός και θαρραλέος άνδρας, γεμάτος αυτοπεποίθηση, που «έπρεπε πάντα να κάνει κάτι», σύμφωνα με Edmonds, ανώτερο Βρετανό αξιωματικό σύνδεσμο στη Ρούμελη. Η εξαιρετική του γενναιότητα έφτανε πολλές φορές έως την παρατολμία. Μάλιστα, μια από τις πρώτες μέρες του στην Αθήνα κατέπληξε τους Έλληνες βοηθούς του με την επιμονή του να πιει ένα τσάι  στο κοσμικό ζαχαροπλαστείο «Ζώναρς», σκεπάζοντας τη στολή του με μια καμπαρτίνα!!
Ο διαπρεπής ελληνιστής Hammond, που τα χρόνια εκείνα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο συμμαχικό στρατηγείο του Καΐρου, ανέφερε σε σχετική συζήτηση ότι ο ίδιος είχε προσπαθήσει να τον μάθει ελληνικά στην Αλεξάνδρεια, αλλά αυτό ήταν μάταιο. Ήταν γι’ αυτόν ένας συμπαθέστατος, γενναίος και απλός  άνθρωπος.
Παρά τις προσπάθειες της βρετανικής πλευράς να μείνει απόρρητη η συνάντηση Stott, εν τούτοις διέρρευσε μάλλον από κάποιο Εαμίτη, που δρούσε μέσα σε εθνικιστικούς κύκλους και συνεργαζόταν είτε με τον ίδιο το Νεοζηλανδό, είτε με το δήμαρχο Γεωργάτο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να ενημερωθεί η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ και στη συνέχεια η Μόσχα.
Το σημαντικό είναι ότι η συνάντηση Stott επηρέασε την κατοπινή στρατηγική του Κ.Κ.Ε. και του ΕΑΜ και όλων των συγγενών οργανώσεων τους στη Μέση Ανατολή, πείθοντας τους ηγέτες  τους ότι οι Βρετανοί προωθώντας τα αντικομμουνιστικά τους σχέδια, δεν δίσταζαν να φτάσουν σε συνεργασία με τη ναζιστική Γερμανία.
Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Γερμανού υπουργού Εξοπλισμών Σπέερ ο Χίτλερ, αργότερα, συμφώνησε «απρόθυμα», για μια παρόμοια συμφωνία με το Λονδίνο - μια αμοιβαία υπόσχεση που θα εμπόδιζε ενδεχόμενη ρωσική επίθεση κατά της Θεσσαλονίκης, ώσπου να φτάσουν επιτόπου οι Βρετανοί.
Έτσι εξηγούνται κάποια γεγονότα που ακολούθησαν. Συγκεκριμένα στα τέλη Αυγούστου του 1944, όταν η Βέρμαχτ άρχισε να εκκενώνει τα ελληνικά νησιά με ακατάλληλα και αυτοσχέδια μέσα, το βρετανικό ναυτικό και η αεροπορία, που υπερείχαν κατά πολύ, αρκούνταν να μένουν σε κατάσταση αναμονής, σε μια σχετικά στενή, αλλά παθητική παρακολούθηση. Έτσι, μέσα σε είκοσι μέρες οι Γερμανοί κατόρθωσαν να σώσουν τον κύριο όγκο των σκορπισμένων προφυλακών τους.
Και η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ, καθώς και το επιτελείο Βαλκανίων συμπέραναν ότι αυτή η ευπρόσδεκτη αδιαφορία των Άγγλων οφειλόταν σε  αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα αυτών και των Ρώσων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
 Έν κατακλείδει, οι πολιτικές των Μεγάλων Δυνάμεων είναι πάντοτε ρεαλιστικές και οι συμπεριφορές τους κινούνται αναλόγως των πολιτικών τους, οι οποίες δεν διέπονται από ηθικές αξίες. τις τελευταίες τις επικαλούνται μόνον όταν τους συμφέρει. Εξάλλου, το διαχωρισμό της ηθικής και της πολιτικής τον είχε επισημάνει από αρχαιοτάτων χρόνων o φιλόσοφος Αριστοτέλης και πολλούς αιώνες αργότερα, ο Μακιαβέλλι.
Πράγματι, τα ζωτικά συμφέροντα των κρατών, πόσο μάλλον των Μεγάλων Δυνάμεων, καθοδηγούν αποκλειστικά τις ενέργειές τους και όταν μέσα στο γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό χωρόχρονο αυτά τα συμφέροντα τυχαίνει να συμπίπτουν, τότε γίνονται σύμμαχοι και θερμοί φίλοι μεταξύ τους και εάν αλλάξουν και αποβούν διεστώτα, γίνονται εχθροί και φοβεροί αντίπαλοι.
Βεβαίως, οσάκις οι Μεγάλοι παίκτες στη διεθνή σκακιέρα αντιμάχονται και αντιπαλεύουν, ισχύει η γνωστή η ρήση: «όταν στο βάλτο συγκρούονται οι ιπποπόταμοι, αλίμονο στα παρακείμενα βατράχια.»
Αν λοιπόν μια μικρή χώρα βρεθεί στο πεδίο των συγκρούσεών τους και δεν έχει την «ευφυΐα» να «παραμερίσει», όσο της είναι μπορετό κάθε φορά, και ακόμα χειρότερα, αν τύχει και διχαστεί, και φανατικά η μια μερίδα λαού της συνταχτεί με τη μια μεγάλη δύναμη και η άλλη μερίδα με την αντίπαλη μεγάλη δύναμη, τότε το τίμημα που θα πληρώσει θα είναι ολέθριο και σε αίμα και σε υλικές καταστροφές υποδομών και παραγωγικών βάσεων. θα υποστεί ανείπωτες πληγές και βάσανα, που για να επουλωθούν θα περάσουν πολλές - πολλές δεκαετίες. τρανό παράδειγμα η χώρα μας.
Στάθης Ασημάκης
Πηγές
i) Η εισήγηση του Hagen Fleischer [Γερμανός ιστορικός, καθηγητής πανεπιστημίου, ο οποίος ασχολείται με τη νεότερη και σύγχρονη (μεταπολεμική) ελληνική ιστορία. Από το 1985 έχει αποκτήσει και την ελληνική υπηκοότητα], με θέμα: «Υπόθεση Don Stott, πρελούντιο για μια ξεχωριστή αγγλογερμανική ειρήνη;» στο σεμινάριο που οργάνωσε η ΕΛΕΜΕΠ Αγγλίας μαζί με την Ένωση Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης  με τίτλο: «Κατοχή - Αντίσταση -Εμφύλιος Πόλεμος», το Μάιο του 1978, η οποία περιλαμβάνεται στα σχετικά πρακτικά, τα οποία παρουσιάστηκαν στο βιβλίο: «Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο πόλεμο», επιμέλεια: Μάριον Σαράφη - εισαγωγή: Νίκος Σβορώνος, εκδόσεις «Λιβάνη», Αθήνα 1982.
ii) Οι απόψεις, που εκφράστηκαν στη συζήτηση μετά την παραπάνω εισήγηση, των συνέδρων: Σπύρου Κώτση, Ε. Η. Cookridge, Bickham Sweet - EscottNicholas Hammond [Ελληνιστή, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ. Αναπληρωτή αρχηγού της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα το 1944 (Μάιος -Αύγουστος)], Μάρκου Δραγούμη, Hagen Fleischer και Ρ. Δογάνη.