Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Αράχωβα: Στερνός ήχος


Η γριά Αυγερίκαινα

Της Ρούλας Λιάσκου

(Από το αρχείο:  Λουκά Α. Μπακάλη
Φιλόλογου Εκπαιδευτικού - Λυκειάρχη)

Στην πλατεΐτσα στην Αράχωβα, στο καφενείο «η Δροσιά» του Λουκά του Στυλιάρη κάθονται οι γέροι Αραχωβίτες και τα λένε. Τα δυο τους χέρια πάνω στο μπαστούνι τους, το κομπολόι στην παλάμη περασμένο.
Τα πόδια αποκάμανε, μα ίσιο το κορμί, στα μάτια η θύμηση λεβέντικη αστράφτει. Η βρύση κελαρύζει δίπλα τους. Παλιά είχε  και δυο λιοντάρια, απ’ το στόμα  τους έτρεχε το νερό, πέτρινα τα καλάνια τους, πίναν τα ζα αποσταμένα. Δρόμο δεν είχε, απ’ τον κάμπο φτάνανε το Θεσσαλιώτικο, κι από τα Σάλωνα να πλύνουν τα τομάρια. Για τούτο «Τομαρόβρυση» τη βγάλανε, πλέναν κι ασκιά, λάδι να βάλουνε, ήταν μεγάλη, πέτρινη η γούρνα.

Τώρα, κάθεται ο γερο Πατραντής στα ενενήντα δυό, κάθεται και ο Στάθης ο Κλεφτάκης στα ενενήντα τρία. Δίχως μπαστούνι περπατά, ορθή κορμοστασιά «ντρέπομαι», μ’ εμπιστεύεται, «να το κρατήσω».
«Μπορεί νάταν μονότονη η ζωή μου, λέει, μα ήταν ήσυχος ο άνθρωπος, αναπαμένος. Και  δεκαπέντε  ώρες μεροκάματο δουλεύαμε στα κτήματα, στ’ αμπέλια. Έκανα πάνω από εκατό φορτώματα σταφύλια. Φτιάχναμε το γλυκό κρασί τ’ «αραχωβίτικο», φτιάχναμε και το μπρούσκο. Έχω το γιό μου στη Μπραζίλια, θάναι εικοσπέντε χρόνια. Ήρθε και μ’ είδε τρεις φορές. Τα εγγόνια μου, μου γράφουν…». Χαμογελάει. Χαμόγελο γλυκόπικρο, έτσι όπως είναι η ζωή γλυκιά, πικρή, βασανισμένη.   Ήτανε τσαρουχάς. Την τέχνη έμαθε απ’ τον πατέρα του, είχαν το μαγαζί στο καφενείο δίπλα.
«Τα εργαλεία μου, όλα τάχω ξέρεις, ράβονται ανάποδα, έχουν λεπτότητα μα πια …δεν βλέπω», μου λέει με παράπονο.  Σφίγγω το χέρι του, και για την Αυγερίκαινα τραβώ   στη γειτονιά  της «Λάκκας». Η πιο γριά απ’ τις γριές, δίπλα στον αργαλειό της κάθεται, έχει δισέγγονα  και εγγόνια. Στον τοίχο πάνω σε χαρτί γραμμένο ένα τραγούδι.
«Τόγραψε η εγγόνα μου, το τραγουδούσαμε στον αργαλειό σαν μπαίναμε…», μου λέει, «Γράψτο, είναι καλό!» Κι όσο το γράφω, χαμογελαστή το σιγομουρμουρίζει:

«Παίξε αργαλειέ μου, βρόντησε,
Πέτα χρυσή σαΐτα
Τρέξτε καημένα χτένια μου
Βαστάτε τον ηχό μου
Να βγουν τα υφάδια γρήγορα
Να ράψω τα προικιά μου,
Γιατί ο καλός μου βιάζεται
Βιάζεται να με πάρει…» 

Κι αρχίζει να μου λέει, δίχως να ρωτώ: «Έγνεθα, πάγαινα στ’ αμπέλια, έσκαβα. Πάγαινα στις ελιές, μάζευα. Σπέρναμε τα χωράφια να φαν τα ζα σανό απ’ το πρωί ως το βράδυ, άμα έκανε χειμώνας. Εδώ κάνει πολύς. Ξεκουραζόμασταν. Ερχόμαστε απ’ τ’ αμπέλια, φτιάχναμε πίτες, τραγανόπιτες, αποσταμένες. Κρέας τρώγαμε την Κυριακή, γιορτιάτικο. Και τα κιλίμια υφαίναμε, όταν δεν είχαμε δουλειές για όξω. Τώρα, μήτε πια σπέρνουμε, μήτε θερίζουμε. Τώρα έχουν απ’ όλα, και  τα φαγητά ’ναι πιο καλά, μα τα αισθήματα χαλάσανε. Αυτό ναι! Χριστούγεννα τ’ Άϊ Βασιλιού, τ’ Αγιωργιού αλλάζαμε, βάζαμε τα σιγγούνια μας, χορεύαμε στ’ «Αλώνι» κει πούναι τώρα το Γυμνάσιο…». Δεν λέει να σταματήσει. Έχει εφτά δισέγγονα και τέσσερα εγγόνια. Με βλέπει με τη μηχανή που πάω να τη φωτογραφίσω. Λύνει και ξαναδένει το τσεμπέρι πιο σφιχτά.
«Στάσου, μου γνέφει, με το χέρι της, περνάει μια καθαρή ποδιά πάνω απ’ το φουστάνι. Να πας να βρεις τη Στυλιανή*, θε να σου πει για τα παλιά και κείνη…». Παίρνω  το δρόμο, όπως μουπε το στενό, τη Στυλιανή φωνάζω. Κανείς δε μ’ αποκρίνεται. Μα καθώς στρίβω τη γωνία, νάτες και οι τρεις τους καθιστές απόξω απ’ το σπίτι. Είναι η Ζαφείρω, η Αλτάνα  και η Στυλιανή. Ξαίνουν μαλλί, χαλί στην Παναγιά να φτιάξουν. Θα το λιανίσουνε και θα το βάλουν στον αργαλειό και θα το βάψουνε καφέ στο λουλακάτο.
«Έτσι το βρήκαμε απ’ τους παλιούς…», μου λένε. Με κόπο ανεβαίνουνε την πέτρινη σκάλα. Στον ήλιο κάθονται και οι τρεις να τις φωτογραφίσω.
«Καλό χειμώνα, θα σας ξαναδώ …»
«Να δώσει ο Θεός…» εύχονται καθώς φεύγω. Είναι η Αλτάνα, η Ζαφείρω και η Στυλιανή. Παλέψαν με τον άνεμο, με τη βροχή, δε φοβήθηκαν τη ζωή, μήτε το θάνατο φοβούνται!
Οκτ. ’83

* Πρόκειται για τη  γρια Στυλιανή Δεμερτζή.
__________________________
Η Ρούλα Τριτσιμπίδα - Λιάσκου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Φιλολογία και δίδαξε πολλά χρόνια στην επαρχία και στην Αθήνα. Το πρώτο της βιβλίο: "Πινελιές", εξαντλημένο σήμερα, εκδόθηκε στην Πάτρα το 1973 με χρονογραφήματα και ταξιδιωτικά. Είχε συνεργασθεί με το ραδιόφωνο, με εφημερίδες και περιοδικά. Είχε διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Ζώντας χρόνια στη Φωκίδα, καθόσον ο άντρας της Ηλίας Λιάσκος καταγόταν από το Χρισσό,  έγραψε  το βιβλίο της "Χρισσό, θρύλοι κι αλήθειες" (1982). Το 1987 κυκλοφόρησε σε ανάτυπο του περιοδικού "Τετράμηνα" με το οποίο συνεργαζόταν, μια ιστορική της έρευνα για τις ρίζες του Μακρυγιάννη. Το 1992 κυκλοφόρησε:  "Τ' αλέτρι του καιρού" απ’ τις εκδόσεις "συλλογές". Ακολούθησαν απ’  τον ίδιο εκδότη: 1993 "Πλακιώτικες γωνιές", 1998 "Τ' αλφαβητάρι της βροχής", 2000 "Χορός κυκλικός", 2003 "Το χωριό π' αγάπησα"