Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Καλοκαιρινή Παρεκτροπή!



Του Στέργιου Μπακολουκά

     Τρία φαρδιά σκαλοπάτια όλα κι όλα κι ένα κεφαλόσκαλο,  μπροστά απ’ τη  μονόφυλλη  οξώπορτα του πέτρινου σπιτιού, στο πλάι ακριβώς της ευρύχωρης δίφυλλης κατουγιόπορτας , ήταν το παλκοσένικο της καθημερινής, απογευματινής σύναξης των γυναικών της γειτονιάς.
     Σ’ αυτά τα σκαλοπάτια μαζεύονταν,  κάθε  γιόμα   και  ψυχαγωγούνταν, ανταλλάσοντας  νέα,  ή ξομπλιάζοντας  τα ….κατ’μέρια (αρρώστιες- προβλήματα) των συγχωριανών τους, εκείνα τ’  ατελείωτα απόβραδα  του καλοκαιριού στην Αράχοβα. Σ’ αυτή την καθημερινά επαναλαμβανόμενη συνάντηση των γυναικών,  τη δεκαετία του εξήντα,  δεν είχαν θέση ούτε άντρες ούτε παιδιά μεγαλύτερα από νήπια.
      Άλλωστε  οι άντρες, είχαν άλλες σκοτούρες στο κεφάλι τους, ενώ οι μικροί…. σαϊτάνιδες , ένιωθαν,  σαν  το χιόνι  στον …κόρφο τους, την δυνατότητα  να καθίσουν, έστω και για λίγο,  κάτω από την επιτήρηση των μανάδων τους.  Ήξεραν πολύ  καλύτερα παιχνίδια να περάσουν την ώρα τους μακρύτερα, παρά το είχαν να πειθαρχούν στις προσταγές και τον έλεγχό  τους.  Βεβαίως  ούτε αυτές τα ήθελαν μέσα  στα πόδια τους, να βουρλίζονται γύρω-γύρω φωνάζοντας  σαν  …μεμκάδες (έντομα με χαρακτηριστικό, δυνατό ήχο, μπούμπουρες) στο  ….τσουκάλι, δαιμονίζοντάς τες.

      Ο τόπος,  ήταν ιερός για κείνες και οι κουβέντες τους, όσο ασήμαντες και αν φαίνονταν, είχαν ένα μυστικισμό και μια …συνομωσία, χωρίς μυστικά για τις συμμετέχουσες.  Όμως μονάχα  αυτές είχαν το δικαίωμα του προσδιορισμού των ατόμων που επιτρεπόταν να παρακολουθήσει  αυτές τις ….συνεδριάσεις.   Διατηρούσαν ταυτόχρονα το προνόμιο  αναγνώρισης,  της συμμετοχής  οποιασδήποτε ως πλήρους μέλους, ύστερα από μια νοητή απόλυτα έγκυρη ψηφοφορία, που γινόταν μόνο  με τα ….μάτια.
      Βέβαια οι περαστικοί  χαιρέταγαν και ίσως κάθονταν για λίγο, ανταλλάσοντας κάποιες κουβέντες μαζί τους. Όμως αυτό, έμοιαζε με τον  κήρυκα  θεατρικού έργου,  που μπαίνει στη σκηνή, αναγγέλλει  τα  νέα και ύστερα αποχωρεί, αφήνοντας το περιθώριο, σε νέους τόπους συζητήσεων και σχολιασμών!
      Στο σύνολο εξ  γριές  κάθονταν, όχι πάντα όλες, αλλά κάποιες από  αυτές,  κατά περίσταση, σε δυο αράδες και χωρίς ιεραρχία στα σκαλοπάτια του αρχοντικού πέτρινου σπιτιού της πλατείας.  Όλες τους  έγνεθαν  τις  τ’λούπες (κατεργασμένος όγκος μαλλιού) απ’ τα μαλλιά που ήταν περασμένες στις ρόκες τους, γυρίζοντας συνεχώς τα αδραχτοσφοντύλια τους. Έφτιαχναν τα μάλλινα νέματα (νήματα) που αργότερα αφού θα τα έβαφαν, θα τα χρησιμοποιούσαν για να υφάνουν τα περιβόητα Αραχοβίτικα καρπίτια (μάλλινα χειροποίητα υφαντά χαλιά)!
       Ήταν η Σταθού, η Παναγιού, η Στυλιανή, η  Ασήμω, η Γιωργία, η Αλισάβα.   Άλλες τόσες οι νιές.  Θυγατέρες, ή νυφαδιές  τους.
 Η  Κατερίνη, η Γιωάννα, η  Χριστίνα, η Χρυσαφούλα, η Λίτσα, η Καλλιόπη, κάθονταν δίπλα τους στα σκαλιά αν είχε θέση και αν όχι,  έφερναν απ’ τα σπίτια τους τα ξύλινα κοντά σκαμνιά με την τρύπα στο κέντρο για να μπαίνει το δάχτυλο μέσα και να τα μεταφέρουν εύκολα.  Ήταν τα ίδια που τα χρησιμοποιούσαν οι άντρες τους και τα παιδιά τους  τη Λαμπρή, για να κάθονται στην άκρη από τις μακριές σούβλες και  να ψήσουν τ’ αρνιά στο λάκκο. Μόνο που τότε, επειδή οι ώρες ήταν πολλές, έβαζαν από πάνω κι ένα μαξιλάρι . 
        Τα τοποθετούσαν γύρω από τα σκαλοπάτια και συμπλήρωναν το χορό της ορχήστρας.  Αυτή η ιεροτελεστία δεν είχε συγκεκριμένη ώρα έναρξης, παρά οριζόταν εκεί κοντά που έπεφταν τ’ απόσκια.  Όταν όλες είχαν ‘’μαζέψει’’ τις  πολλές δουλειές του σπιτιού, κι έφτανε η ώρα της σχόλης και της διασκέδασης.  
        Την αρχή  την έκανε συνήθως κάποια από αυτές τις  γριές, που είχε λιγότερες δουλειές.   Σιγά-  σιγά,  μια – μια,  μαζεύονταν και οι υπόλοιπες, αυγαταίνοντας την παρέα,  μοιάζοντας με  συμφωνική μπάντα,  όταν σταδιακά ‘’μπαίνουν’’ κάθε τόσο σ’ αυτή  καινούργια όργανα!
         Μη φανταστείτε πως αυτές οι γυναίκες ήταν αργόσχολες και δεν είχαν απασχόληση!  Κάθε άλλο!  Είχαν σηκωθεί από τα χαράματα, άλλες να ζυμώσουν και  άλλες να πλύνουν στη σκάφη. Όλες να μαγειρέψουν και να ετοιμάσουν τα παιδιά τους για το παιχνίδι  και τους άντρες τους για τη δουλειά.  Και όλες χωρίς εξαίρεση επίσης,  να μπουν στον αργαλειό και να υφάνουν αδιάκοπα.  


         
Ύφαιναν   με αμοιβή,  χαλιά, καρπίτια και παραδοσιακές τσάντες, για λογαριασμό των  Μανταίων, του Βούσουρα, του Νεπαχτίτη  και  των  Δημητρακαίων , οι οποίοι ήταν οι χοντρέμποροι της περιοχής.  Ύφαιναν ακόμα  τα προικιά των κοριτσιών  τους, απ’ τη νύχτα  ίσα μέχρι το μεσημεριανό φαγητό που σπάνια συμμετείχε  ο άντρας  του σπιτιού  της καθεμιάς, γιατί συνήθως ήταν στη δουλειά. Χώρια που συμμετείχαν ανελλιπώς σε όλες τις αγροτικές δουλειές της οικογένειας.  Αυτή την εποχή,  η απασχόληση στα κτήματα ήταν μικρή, γι’ αυτό και κείνες είχαν χρόνο για κουσούλτο, ξεκούραση και …. κουτσομπολιό.
        Τον κύκλο της ομήγυρης έκλεινε η παρουσία του ….Πεντεφρή!  
Ήταν το σκυλί της γριά  Γιωργίας  που αυτός ήταν  μια Ιστορία μοναχός του,  γιατί εδώ και δυο τρία χρόνια, αν και ………..Γερμανός, είχε μάθει τα ……… Ελληνικά, πήρε ……διαβατήριο!  και μετά από ένα διάστημα προσαρμογής, έγινε υπάκουος και καταδεκτικός, κερδίζοντας την αγάπη όλης της γειτονιάς, αποκτώντας έτσι το δικαίωμα του  αγαπημένου στελέχους της παρέας.
Ποιος του έδωσε και γιατί, το όνομα Πεντεφρής;  Άγνωστο!  
Το σίγουρο είναι ότι αυτό το όνομα δεν το έφερε μαζί του, παρά του το κόλλησαν στην Αράχοβα. Όμως η καταγωγή του ήταν πράγματι Γερμανική.
Είχε φτάσει κουτάβι στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια, στην αγκαλιά ενός ζευγαριού Γερμανών που κατέλυσαν για λίγες μέρες στο σπίτι της θειά Γιωργίας στην Αράχοβα.  Όμως μια έκτακτη ανάγκη, διέκοψε την παραμονή  στο Χωριό του ζευγαριού, γιατί εσπευσμένα χρειάστηκε να γυρίσουν στην πατρίδα τους.
        Έφυγαν αφήνοντας το σκυλάκι στα χέρια της γριάς μαζί με μια λίστα από το καθημερινό σιτηρέσιο του κουταβιού.  Αυτή περιελάμβανε ακόμα και μέτρια ψημένες   …..αρνίσιες σπλήνες!!!!!  Τόσο καλομαθημένο ήταν!   Το ζευγάρι έφυγε και δεν το  ξανάδε ποτέ κανένας, γιατί δεν  ξαναγύρισαν.
Το κουτάβι όμως έμεινε και πριν ακόμα …ανδρωθεί πήρε το βαρύ  όνομα ….Πεντεφρής!
        Προς το παρόν το έδεσαν κοντά στην πόρτα της αυλής,  η δε περιβόητη λίστα διατροφής του αγνοήθηκε μεγαλοπρεπώς,  γιατί το σπίτι εκτός από τους μεγάλους είχε και μια δράκα παιδαρέλια ν’ αναστήσει και ακόμα γιατί τις ψητές σπλήνες, σε όλο το Χωριό τότε,  τις έτρωγαν μόνο οι άρρωστοι που είχαν χαμηλό αιματοκρίτη,  αλλά και πάλι μόνο ….καλοψημένες!
        Στην πρώτη απόπειρα να φάει ότι  περίσσεψε από το φαγητό της  οικογένειας, αυτό έκπληκτο αφού το  μύρισε  όχι μόνο δεν το έφαγε, αλλά  αδιαφόρησε επιδεικτικά.  Μετά από κάνα δυό ακόμα προσπάθειες  να το ταΐσουν με τ’ αποφάγια τους και ύστερα από  την ίδια  αδιαφορία εκ μέρους του  για το συγκεκριμένο φαγητό, οι  νοικοκυραίοι το ….ξέχασαν! Δεν ξαναεπιχείρισαν να του ρίξουν φαγητό, υποθέτοντας ότι για να μην τρώει, ίσως προέρχεται από  …καρπούζι , δηλαδή μάλλον  ήταν  ….χορτάτο!
         Για καλή του τύχη όμως, μετά από δυο τρείς μέρες νηστείας  και όταν στο μάτι του σκυλιού γυάλισε  τ’ ασπράδι από την  πείνα,   το ανακάλυψε η  ….μαρίδα   της γειτονιάς,  δίνοντάς του τη δυνατότητα όχι μόνο να τραφεί, αλλά και να εξελίξει μια σπουδαία δεξιότητά του.  Κατάφερε δηλαδή μετά από ατομική επίπονη εκπαίδευση    ν’ αρπάζει στον αέρα τα ...ξερά κρεμμύδια που του πέταγαν τα παιδιά,  ίσως κλεμμένα από τα σπίτια τους  και  να τα  ….καθαρίζει  πριν τα φάει! με  βουλιμική  όρεξη!  
Οι γαβριάδες  ξεραίνονταν στα γέλια, έχοντας  αυτή τη χαρά   σαν αντίδωρο  εξαγνισμού  της κλοπής των κρεμμυδιών απ’ τις μανάδες τους!
          Η προσαρμογή του ήταν ραγδαία. Έμαθε να τρώει  ότι έτρωγαν όλοι, χωρίς να χρειάζεται να είναι δεμένο.  Κερδίζοντας έτσι όχι μόνο την ελευθερία του αλλά και την συμμετοχή, ως μέλος του σπιτιού  και της γειτονιάς, σε όλα τα δρώμενα,  λύπες,  χαρές και πανηγύρια και ότι άλλο απασχολούσε το μικρόκοσμο  του μαχαλά. Σ’ αυτό συνετέλεσε και η συμπαθητική ομορφιά του, αλλά και η πιθανή αριστοκρατική του καταγωγή,  η οποία   του είχε κληρονομήσει έμφυτους καλούς τρόπους συμπεριφοράς..
          Ήταν μικρόσωμος με θλιμμένο βλέμμα και ευγενικό φέρσιμο.
Σπάνια  γαύγιζε και δεν ενοχλούσε ποτέ κανέναν, γι’ αυτό  και δεν έκανε για φύλακας. Το σώμα του ήταν μαύρο με μπεζ- καφέ αποχρώσεις στα πόδια. Είχε  και δυό καφετιές  βούλες, από μια  πάνω από κάθε μάτι.  Το τρίχωμά του ήταν κοντό και στιλπνό  και το ένα του αυτί ήταν στητό ενώ το   άλλο έπεφτε άψυχο προς τα κάτω.  Έγερνε το κεφάλι του προς τη μια μεριά, πάντα προς το χαλασμένο αυτί,  όταν του μίλαγες και  ποτέ δεν διαμαρτυρόταν για  τις κλοτσές και τα…. βασανιστήρια που του περιποιούσαν τα  μικρότερα παιδιά. 
                                                                       **** 
        Εκείνο το απόγευμα, καμία από τις γριές της παρέας δεν φάνηκε σ’ αυτή την απογευματινή σύναξη. Πάλι,  όμως, την αρχή την έκανε μια ηλικιωμένη γερόντισσα, με πατημένα πριν από αρκετά χρόνια  τα ογδόντα της,  η γριά Παναγούλα που το σπίτι της ήταν εκεί δα στην πλατεία της Λάκκας, αλλά όμως τελευταία έμενε στον απάνω μαχαλά. Είχε  περάσει,  κρατώντας τη ρόκα της, για να καλησπερίσει τις παλιές γειτόνισσες και ν’ αλλάξει μαζί τους καμιά κουβέντα. Αφού δεν  τις βρήκε, κάθισε  αναγκαστικά  στα γνωστά σκαλοπάτια και περίμενε τις αδερφοπ’τές της, γνέθοντας αμίλητη.  
         Σε λίγο ένα σμάρι από τις  βεργολυγερές μικρομάνες της γειτονιάς, που χαχάνιζαν κουτσομπολεύοντας, την περιτριγύρισαν και άρχισαν τους χαριεντισμούς και τα λιγωτικά, πνιχτά υπονοούμενα .H ορχήστρα των σκαλοπατιών ήταν μονόπαντα πλήρης πλέον, σφύζοντας από νιάτα και ζωή,   δίχως να υπολογίζουμε  το σκυλί που ποτέ δεν απουσίαζε.  Τα γαργαλιστικά τους μισόλογα γύρισαν σε πιο……. επιστημονικά πεδία.
 Σίγουρα η αφορμή θα ήταν ο νεαρός, ’μορφόσταλος,  πραματευτής που λίγες ώρες πριν είχε φανεί στην πλατεία του χωριού, διαλαλώντας την πραμάτεια του.  Σιγά - σιγά το θέμα ξέφυγε, μάκρυνε και χόντρυνε. Εισήλθε ανοιχτά σε περιοχές  ορέξεως και … ανατομίας. Γέλια, χάχανα  και αναφορές …… προσόντων από τις νιότερες, κάτω από το αδιάφορο και ανέκφραστο της γριά Παναγούλας, έδιναν και έπαιρναν.  Μονάχα ο σκύλος αλαφιάστηκε κάνα δυο φορές κι αφού  σηκώθηκε  και τεντώθηκε τεμπέλικα, άρχισε να γυροφέρνει περίεργος για τη φασαρία, αλλά   μετά, κουλουριάστηκε  ξανά στη θέση του, σίγουρος ότι τίποτα κακό δεν έτρεχε. Πολλές  ….προτιμήσεις  …… ανατομίας έπεσαν στα σκαλοπάτια, μα η γνώμη της γεροντότερης πάντα μετρούσε περισσότερο.
        Δεν άργησε να ζητηθεί ο… χρησμός της δικιάς της προτίμησης. Η γριά Παναγούλα αναδεύτηκε, σήκωσε το κεφάλι της, σταμάτησε να γνέθει και σαν σύγχρονη Πυθία τόξευσε με χαμόγελο στην νεανική ομήγυρη: 
«Πούτ…..ος!  ξέγνοιαστος να ’νι κουρίτσ’α μ’  τσ’ ό,τ’  λουγιός θέλει ας είνι!!!»
και συμπλήρωσε σοβαρότερα:
«Τα βάσανα λιών’ουν  τουν άνθρωπου, τσι οι σκουτούρις δεν τουν αφήνι  να φχαριστ’θεί τ’ ζωή τ’».
Είπε και σώπασε.  Όλες γέλασαν με την καρδιά τους και αποδέχτηκαν το θέσφατο της γριάς.
        Σε λίγο κάποιες από τις ηλικιωμένες της γειτονιάς  προστέθηκαν στη συντροφιά. Η …..ατζέντα άλλαξε και μαζί, άλλαξε και το κλίμα στο κουσούλτο. Η τάξη αποκαταστάθηκε και τσιμουδιά δεν ακούστηκε για τα  πριν!  Το ενδιαφέρον στράφηκε σε άλλα θέματα της    …. επικαιρότητας του χωριού. 
        Όμως η μορφή του πανώριου πραματευτή  ακόμα καιροφυλακτούσε στην ατμόσφαιρα, σπιθίζοντας  τα νιάτα των γυναικών,  σαν το σπάθισμα του Γιάννη Γρυπάρη στον «Πραματευτή» που όσα χρόνια και αν περάσουν θ’ αναστατώνει αυτές τις στιβαρές, ωραίες παρέες, αφήνοντας  ως  αιώνιο «αγκραμανάτ’» (διαθήκη) την ομορφιά και τη νιότη!

Ήρθε απ' τη Πόλη νιος πραματευτής/ με διαλεχτή πραμάτεια,/ μ' ασημικά και χρυσικά /και με γλυκά τα μαύρα μάτια.
Κι οι νιες ποθοπλαντάζουν του χωριού/ στις πόρτες και στα παρεθύρια, /κι οι παντρεμμένες ξενυχτάν /για τα σμιχτά γραφτά του φρύδια.
Τρίζωστη ζώνη ολόχρυση φορεί/ σε δαχτυλίδι-μέση, /και πια η ωραία χήρα δε βαστά:
-"Πραματευτή, πολύ μ' αρέσει / η ζώνη που φορείς κι ό,τι να πεις /σου τάζω κι άλλα τόσα..."
-"Δε τη πουλώ μ' ουδέ φλουριά /μ' ουδ' όσα κι άλλα τόσα γρόσα.
Έτσι ωραία, -ωραία πως να σε πω, /ρόδο ή κρίνο;- /ένα μου κόστισε φιλί /κι όπου βρω δυο τη δίνω.................."