Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Τα Γλυκά!



Η πιο γλυκιά εποχή της Αράχοβας, είναι η άνοιξη. Αντίθετα με άλλους τόπους, ίσως …πιο ευνοημένους, εδώ βαστάει  μονάχα δυο μήνες: Μάιο και …Ιούνιο! Έχοντας δανείσει τα δύο απ’ τα  τρία μεράδια της στο χειμώνα και καταλάβει με … χρησικτησία ένα κομμάτι του καλοκαιριού,  συμπυκνώνει τις χάρες της σε μικρότερη διάρκεια. Έστω και κοντοκουρεμένη κατά τη διάρκειά της, μας παραπλανά και μας σαγηνεύει παίζοντας με τις αισθήσεις μας.  Οργιάζει εγωιστικά, χωρίς φειδώ, θέλοντας να μείνουμε αιώνια ερωτευμένοι μαζί της.

Η πρωινή και απογευματινή «απουγείλα»(ψύχρα) της, δρα προσθετικά στις αισθήσεις μας, γιατί μας αναγκάζει να καταφεύγουμε στη θαλπωρή των πανωφοριών ή ακόμα και στο άναμμα των τζακιών τα βράδια!  Όσο διαρκεί το ετήσιο γκουβέρνο της σε τούτον δω τον τόπο, σπεύδει να μας επιβληθεί, κάνοντας  το θόλο τ’ ουρανού καθαρό και  απίστευτα αστραφτερό.  Χαϊδολογάει τους βράχους του Παρνασσού  λούζοντάς τους στο φως κι ερωτοτροπεί με το κύμα της θάλασσας που αχνοφαίνεται αντίκρυ στον Κορινθιακό.  

Εξ αιτίας της, κάτοικοι και επισκέπτες μαγνητίζονται, αποκτώντας μεταφυσικές ιδιότητες ευεξίας, παγιδευμένοι σ’ ένα  πολυδιάστατο ιστό αισθήσεων, ήχων  και χρωμάτων. Η γαλήνη απλώνεται ως αντίκρυ στον «Άνθιμο» και τη μύτη του «Κόχραν»  στην κάτω μεριά. Ξεχύνετε, λιγωτικά απ’ τις γκρεμνήλες  της «Μπουγουνής» και την κορφή του «Πετρίτη», μέχρι πέρα στις  πλαγιές της Γκιώνας,  ξαστερώνοντας τ’ Αγιοχώρια της! 

Ταυτόχρονα, λούζει με φως τις Φαιδριάδες και το ιερό του ναού στους Δελφούς και ύστερα, βόσκοντας τις κορφές των λιόδεντρων του κάμπου της Ιτιάς, ροβολάει ξεθυμαίνοντας αντίκρυ στ’ απάγκιο Γαλαξίδι. Εκείνο, όμως, που την κάνει πιο σαγηνευτική, πιο θελκτική και απίθανα πιο επιθυμητή…… είναι η αστάθειά της. Την καταλαβαίνεις καταδική σου  ερωμένη, όλο υποσχέσεις  και τάματα, αλλά ξαφνικά τη χάνεις,  γίνεται άπιαστη, μακρινή  επιθυμία σου, με ευμετάβλητες, ευέξαπτες  αντιδράσεις.

***

Ήταν απόγευμα ενός τέτοιου μαγιάτικου Σαββάτου στην Αράχοβα, στο τέλος της  δεκαετία του εξήντα.  Η ομορφιά και η γαλήνη, γινόταν ζωγραφικός καμβάς  ενός σαγηνευτικού τοπίου, ίσα μέχρι να σκαπετίσει ο ήλιος πέρα στο Ιόνιο. Ώσπου  την τόση ανεμελιά και ευχαρίστηση,  ανακάτεψε ο ανταριασμένος ουρανός και η απροσδόκητη σκοτεινιά του ορίζοντα, όπου σχιζόταν από τις ακατάστατες φωτεινές αστραπές, που κάθε άλλο παρά  καλά μαντάτα προμήνυαν. Η ανοιξιάτικη ερωτική αποδοχή της φύσης, μετατράπηκε σιγά-σιγά σε  απόρριψη. 

Κατά τις επτά το απόγευμα ένας ελαφρύς σορόκος,  έφερε μαζί του ψιλές σταγόνες βροχής που κατά τις οκτώ το βράδυ  έγινε μπόρα και μια ώρα αργότερα το γύρισε σε σκληρό βοριά. Τότε ήταν  που  ξαμολήθηκε πάνω από το χωριό ο χαλασμός. Δέντρα αιωνόβια τσακίζονταν και σωριάζονταν στη γη απ’ τη μανία της καταιγίδας. Ανάμεσα σ’ αυτά, πάνε και τα δύο κυπαρίσσια που χάιδευαν τον ουρανό στην κάτω πάντα από την πλατεία του Αφανού. Τα κήπια ερημώθηκαν. Κεραμίδια απ’ τις σκεπές των σπιτιών ξανασυρθήκαν, σπάζοντας στα πλακόστρωτα με συνεχόμενο θόρυβο. Πολλά καλντερίμια ξηλώθηκαν, ενώ τα τραπεζοκαθίσματα στις πλατείες, σκορπίστηκαν αναποδογυρισμένα από δω κι από κει. Ο αέρας ήταν τόσο δυνατός που οι άνθρωποι λούφαξαν στα σπίτια και στα καφενεία, περιμένοντας να περάσει το κακό.

***

Ο οδηγός από το μικρό επαγγελματικό φορτηγό, που το είχε φορτώσει νωρίτερα  με γλυκά από το εργαστήριο ζαχαροπλαστικής «Παπασπύρου» στη Λειβαδιά, κατευθυνόταν ανυποψίαστος προς την Αράχοβα, αδημονώντας να φτάσει νωρίς, γιατί εκεί, τον περίμεναν ντόπιοι φίλοι του  να πάρει μέρος στη συντροφιά  τους και ύστερα να διανυκτερεύσει στο χωριό. Είχε σκοπό, την άλλη μέρα το πρωί, να εφοδιάσει με γλυκά το μοναδικό ζαχαροπλαστείο του τόπου και  αφού θα έκανε το ίδιο, κατεβαίνοντας στους Δελφούς, το Χρισσό και την Ιτέα, να κατευθυνθεί  προς τη Δεσφίνα, την   Αντίκυρα και το Δίστομο, προμηθεύοντας έτσι κι αυτά τα χωριά, γυρίζοντας τελικώς στη βάση του.

Δεν είχε φανταστεί, όμως, ούτε στα χειρότερα όνειρά του, αυτό που θα του συνέβαινε ανοιξιάτικα. Ακολουθώντας τις «κ’δέλες» (στροφές) της «Χτούπας» (περιοχή ακριβώς στα σύνορα Αράχοβας - Διστόμου) τον ανήφορο, τέσσερα πέντε χιλιόμετρα πριν φτάσει, η ένταση του  αέρα έκανε τα τζάμια του αυτοκινήτου  να τρίζουν. Αναγκάστηκε να βάλει σε γρήγορη κίνηση τους υαλοκαθαριστήρες  για να καθαρίζει τη βροχή, που έκρυβε την ορατότητα  του δρόμου μπροστά του. Μετά το Ζεμενό το σκοτάδι  πύκνωσε, οι ριπές του αέρα άρχισαν  να παρασέρνουν  το αυτοκίνητο, ενώ αυτός αν και βιαζόταν να φτάσει, γιατί πίστευε ότι οι …μεζέδες θα είχαν ήδη κενωθεί στα πιάτα, στο τραπέζι της παρέας,  μείωσε την ταχύτητα στο ελάχιστο, λόγω της κακής ορατότητας του δρόμου, αλλά και του φόβου του. Μοναδική του παρηγοριά, μέσα στο σκοτάδι,  ήταν τα φανάρια του άγνωστου οχήματος που τον  ακολουθούσε σταθερά, αντιμετωπίζοντας κι εκείνο τα ίδια προβλήματα.

Τα χειρότερα ήρθαν, όταν γέρνοντας στη στροφή στα «Καρούτια» (κοντά στου «Λάζαρ’ τη βρύση»), αντικρίζοντας το χωριό, αισθάνθηκε σαν να άνοιξε η πόρτα της κόλασης. Τα φώτα του οικισμού στο βάθος,  τρεμόπαιζαν απ’ τον αέρα. Η ατμόσφαιρα μπροστά του, θολή και βουρκωμένη, σαν να κυμάτιζε. νόμιζε ότι τραμπαλιζόταν ίδια μ’ ακυβέρνητο καράβι. Διάφορα αντικείμενα πέρναγαν, μπροστά από το αυτοκίνητο αυξάνοντας τις ανησυχίες  του. Μετά από μια αιωνιότητα, κατάφερε να περάσει τη στροφή στο «Πίσω ρέμα» και να βρεθεί μια ανάσα πριν το «Κουκόρεμα», σε ελάχιστη απόσταση από την είσοδο του χωριού και τη λύτρωση. Όμως αυτά τα λίγα μέτρα, έγιναν όχι μόνο ατέλειωτα, αλλά και τραγικά!

Μια πλευρική φουριόζα δρακοανάσα του αγέρα, χτύπησε το αμάξι στο πλάι και το έσπρωξε στο γκρεμό αριστερά του. Ο οδηγός, την τελευταία ελπίδα, πριν βρεθεί στο κενό, την απόθεσε στους  ….προβολείς του άγνωστου αμαξιού στην πλάτη του, ζητώντας νοερά βοήθεια. Η τύχη, όμως, και ο Θεός ήταν μαζί του. Αφού κατρακύλησε καμιά τριανταριά μέτρα στην κατηφόρα, πάνω στα χορτάρια, που θεριεμένα του έκρυβαν την ορατότητα μπροστά του, χωρίς να τουμπάρει, σταμάτησε τσουλώντας μαλακά με τη μούρη στην αποκάτω μουλαρόστρατα που περίμενε εκεί από χρόνια, λες και η ύπαρξή της, για την εξυπηρέτηση  των χωριανών, ήταν  …προσωρινός  σκοπός, καρτερώντας να έρθει η ώρα για την πραγμάτωση της αποστολής της, ν’ ανακόψει δηλαδή την πτώση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και να σώσει τον οδηγό του! 

Γλύτωσε με ελάχιστες γρατζουνιές. Τα φώτα πίσω του έκρυβαν δυο άντρες, που κατέβηκαν από  το φορτηγό και γένηκαν δεύτεροι σωτήρες του. Μετά από μεγάλο κόπο τον έβγαλαν σώο στο δρόμο και τον μετέφεραν στο Ξενοδοχείο «Παρνασσός», στο έμπα του χωριού, όπου βρήκε περίθαλψη και φιλοξενία.

***

Την  επόμενη μέρα, πρωινό της  Κυριακής, ο εκκλησιασμός των μαθητών του εξατάξιου Γυμνάσιου Αράχοβας ήταν προγραμματισμένος, υποχρεωτικός και μη αναβλητός, ανεξάρτητα από τα καιρικά φαινόμενα. Οι μαθητές μαζεύτηκαν στο προαύλιο του σχολειού, κάτω από το βλοσυρό βλέμμα του υπεύθυνου καθηγητή - θεολόγου,  φορώντας τα καλά τους. Αφού «πήραν παρουσίες», κατευθύνθηκαν μέσα απ’ τα στενά, ψηλά προς την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, που αυτή την εβδομάδα είχε σειρά για τον εκκλησιασμό τους.

Είχε ξημερώσει μια όμορφη μέρα. Ο ηλιάτορας,  αδιαφορώντας  για το χθεσινό κακό, γέλαγε φωτεινά και αδιάφορα πάνω από το «Σπέτζο».  Πέρασαν το κατώφλι του Ναού και τακτοποιήθηκαν δεξιά και αριστερά, χώρια τ’ αγόρια απ’ τα κορίτσια. Τα παιδιά, επηρεασμένα  από την ανεπανάληπτη, μελωδική φωνή του ιερέα, Πατέρα Λουκά, το χαμηλό φωτισμό, τη γλυκιά μυρουδιά των κεριών, τη μοσκοβολιά απ’ το  λιβάνι των θυμιατών, το γουργούρισμα των ψαλτάδων και τη θαλπωρή των καρπιτιών, με τα οποία  ήταν στρωμένος όλος ο ναός, προσαρμόστηκαν στην κατανυκτικότατα που άρμοζε στην περίσταση.

Ξαφνικά, ένα  ….φοβερό μαντάτο, μεταφέρθηκε μες’ την  εκκλησιά, σειρά με τη σειρά, παιδί με το παιδί, κάνοντάς τα να ανατριχιάσουν από  ….λιγούρα!

«Ένα αυτοκίνητο, λέει, γεμάτο γλυκά, έπεσε «έξω» το προηγούμενο βράδυ, στο «Κουκόρεμα»! Εκατοντάδες γλυκά έχουν γεμίσει τον τόπο! Είναι σπαρμένα παντού! Δεν τα φυλάει κανένας!»     

Την εποχή εκείνη, τα διαθέσιμα γλυκίσματα για τα παιδιά ήταν σπάνια και φειδωλά. Κάμποσα του κουταλιού, σπιτικά,  ήταν κλειδωμένα στα ντουλάπια, γιατί προορίζονταν για τους μουσαφιραίους. Μόνο άμα, καμιά φορά, τα «ξιμηνύτευαν» (έψαχναν και έβρισκαν) οι μικροί διαόλοι και όχι μόνο! τους έδιναν και καταλάβαιναν, κάνοντας τα βάζα να …βογκάνε από την επίθεση.

Στις γιορτές, τα κουκουτάκια και οι τηγανίτες, πασπαλισμένα με ζάχαρη, ή μελιτωμένα, κράταγαν κάπως τις ισορροπίες.  Ιδιαίτερα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, τα παραδοσιακά «στριφτά» με πετιμέζι και οι μπακλαβάδες, σουσαμάτοι  ή με καρύδια και καμιά φορά  με ξεφλουδισμένα, κάτασπρα μύγδαλα, όλα βουτηγμένα στο σιρόπι, είχαν την τιμητική τους. Ποτέ, όμως, σε τέτοιες ποσότητες που να καλύπτουν την παιδική ζήτηση! 

Όσο για το τοπικό ζαχαροπλαστείο και παιδικό στέκι, ιδιοκτησίας  του καλόκαρδου μπάρμπα Νίκου, στην πλατεία  Λάκκας, σ’ αυτό, οικονομικά προσεγγίσιμο ήταν μόνο το σάμαλι, όπως  και οι λουκουμάδες τις Κυριακές. Όπως και να ’χε όμως, τα γλυκά, είναι γλυκά! και η ύπαρξή τους γίνεται εσαεί πειρασμός ανίκητος, για όλα τα παιδιά του κόσμου.

***

Την ώρα που τα μαντάτα, για το άτυχο  αυτοκίνητο, μεταφέρονταν ψιθυριστά, από στόμα με στόμα, μεταξύ των μαθητών μέσα στην εκκλησιά, τρείς  φίλοι που άκουσαν τα νέα, καθισμένοι σε μια γωνιά, πήραν τις αποφάσεις τους, χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια λέξη. Αφού πρώτα κοιτάχτηκαν με νόημα, συμφώνησαν νοερά τι έπρεπε να  κάνουν.  Ένας - ένας βγήκαν από την πλαϊνή πόρτα του ναού αλαφροπατώντας, με δεξιότητα επαγγελματία κλέφτη.

Στη μικρή σύσκεψη που ακολούθησε στο προαύλιο, πίσω από το απομακρυσμένο καμπαναριό, αποφάσισαν ομόφωνα, ότι ο χρόνος ήταν αυτός που θα τους έδινε το πλεονέκτημα. Επειδή αυτοί πρώτοι το έσκασαν από τη λειτουργία, γνωρίζοντας ότι οι  επιπτώσεις των πράξεων τους, αν τους έπιαναν, θα ήταν σκληρές, έπρεπε να βιαστούν, αν ήθελαν να σταθεί το αντίκρισμα, τουλάχιστον, στο ύψος της ποινής! 

Έβαλαν λοιπόν φτερά στα πόδια τους και σε λίγη ώρα έφτασαν στον τόπο του δυστυχήματος που με μιας γι’ αυτούς μετατράπηκε σε Εδέμ! Τα γλυκά ήταν διασκορπισμένα παντού. Πολλά κρυμμένα  στα χορτάρια, ξέφευγαν προσωρινά από τους …ανιχνευτές  τους και άλλα γέμιζαν τη στράτα, προκαλώντας φανερή λαχτάρα στους σιαλογόνους αδένες των νεαρών.

Όμως, το ασύλληπτο όνειρο, η υπέρτατη ηδονή, ήταν αυτό που αντίκρισαν  κοιτώντας μέσα από τα σπασμένα τζάμια του μικρού φορτηγού. Ολόκληρα ταψιά από μπακλαβάδες, κανταΐφια, γιαννιώτικα, σαραγλί και άλλα λιγωτικά εδέσματα, διαφόρων ειδών, σιροπιαστών, ανατολίτικων γεύσεων, ήταν χυμένα μέσα στο αυτοκίνητο. Ζαχαρωτά πολλών χρωμάτων και σχημάτων, τυλιγμένα σε ζελατίνες είχαν απλωθεί παντού.

Σοκολατένια ζωάκια μικρά και μεγαλύτερα, δεμένα  με πολύχρωμες κορδέλες, άλλα σπασμένα και άλλα χωρίς να έχουν πάθει τίποτα, είχαν σωριαστεί το ένα πάνω στο άλλο, στο πάτωμα  των μπροστινών καθισμάτων. Εντυπωσιακά κουτιά με λουκούμια άσπρα, πράσινα και κόκκινα είχαν συσσωρευτεί στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου.  Εκατοντάδες καραμέλες και σοκολατάκια  μέσα σε χρυσόχαρτα, γέμιζαν το χώρο,  συμπληρώνοντας την εικόνα. 

Αφού έφαγαν με την ψυχή τους  χόρτασαν και γέμισαν  τις τσέπες τους με καραμέλες και ζαχαρωτά,  ξεχώρισαν όσες κούτες με λουκούμια μπορούσαν να κουβαλήσουν και τις έβαλαν στην άκρη.  Ύστερα βάζοντας τις μπλούζες τους μέσα στα παντελόνια, τις έκαναν  αυτοσχέδιες σακούλες, αρχίζοντας να ρίχνουν κατάσαρκα όσα τυλιχτά γλυκά  μπορούσαν.

Σε λίγο ένας  νεαρός μαθητής του Δημοτικού,  εμφανίστηκε από το πουθενά και με προσεκτικές, πλάγιες, αθόρυβες κινήσεις, άρχισε να πλησιάζει το αυτοκίνητο, έχοντας στο μυαλό του  την αντίδραση (σφαλιάρες!) των μεγαλύτερων παιδιών που πρώτοι αυτοί είχαν φτάσει στο σημείο. Μόλις, όμως, εκείνοι του έδωσαν το ελεύθερο, λέγοντάς του να φάει όσο αντέχει, αυτός βούτηξε δυο μισογεμάτα ταψιά, το ένα πάνω στο άλλο, με μπακλαβάδες και  κανταΐφια και  τα πήγε  λίγο μακρύτερα, ακουμπώντας τα πάνω σ’ ένα βράχο.  

Άρχισε να τινάζει προσεκτικά τα γλυκά, για να φύγουν τα σπασμένα τζάμια από πάνω τους.  Έφαγε μερικά απ’ αυτά, μέχρι που τον έπιασε λιγούρα. Ύστερα, αδυνατώντας να δεχτεί ότι θα τα παράταγε …ορφανά, τα έβαζε ένα- ένα στις  παλάμες του και αφού τα έστυβε να φύγουν τα πολλά σιρόπια, τα έχωνε, τυλώνοντάς τα, στις …τσέπες του! Σε λίγο το παντελόνι του …κοκάλωσε από το σιρόπι που είχε ποτίσει το ύφασμα και δεν τον άφηνε να περπατήσει. Το έβγαλε και κρατώντας το μ’ ένα ξύλο έφυγε, κοιτώντας προς τα πίσω με στενοχώρια ...γι’ αυτά που άφηνε!

Μετά από κάμποση ώρα, άρχισαν να φτάνουν ομάδες - ομάδες και άλλα παιδιά, μικρά και μεγαλύτερα. Έπεσαν σαν σμήνος από  ακρίδες πάνω στο ταλαίπωρο αυτοκίνητο, διαγουμίζοντάς το. Καθώς με την πτώση του είχε φράξει το δρόμο και εμπόδιζε τους μαθητές να περάσουν από την άλλη πλευρά, πολλοί απ’ αυτούς για να το καταφέρουν,  αναγκάζονταν να μπουν μέσα στα βρεγμένα χορτάρια, καταστρέφοντας με τις λάσπες, ρούχα και  παπούτσια. Όσο τα λεπτά πέρναγαν, τόσο η εκκλησία άδειαζε και το λεφούσι των παιδιών γύρω από το αυτοκίνητο γινόταν μεγαλύτερο. 

Μετά από πολλή ώρα και αφού η επίθεση στο εμπόρευμα του μικρού φορτηγού είχε πάρει τη μορφή λεηλασίας κι ενώ οι περισσότεροι επιδρομείς χορτάτοι πλέον, κάθονταν γύρω του προσπαθώντας  να συνέλθουν και να συνειδητοποιήσουν αυτά που είχαν συμβεί, μια μορφή, που δεν έμοιαζε με παιδική, φάνηκε στην άλλη άκρη του χωματόδρομου. 

Ήταν ο συνοδός καθηγητής  που βλέποντας ότι η δεξιά πλευρά της εκκλησίας, την οποία καταλάμβαναν τ’ αγόρια του σχολείου, σχεδόν είχε αδειάσει, έλαβε τα μέτρα του! Κίνησε πίσω από τους τελευταίους μαθητές, φτάνοντας στο … «θέατρο των επιχειρήσεων», έχοντας στα χέρια του μια μακριά και  χοντρή βέργα, που την έκοψε καθώς ερχόταν, από μια μυγδαλιά. Μόλις τα παιδιά τον αντίκρισαν στην αρχή πάγωσαν από το φόβο τους. Στη συνέχεια, όμως, όταν οι πρώτες ραβδιές άρχισαν να πέφτουν στις πλάτες τους, αυτά σκόρπισαν  δώθε - κείθε, «σαν του λαγού τα τέκνα». Ο καθηγητής έδερνε και τα παιδιά προσπαθούσαν να σωθούν ή τουλάχιστον να μαζέψουν λιγότερες ξυλιές πηδώντας τα δέματα πάνω και κάτω από το μπαταρισμένο αυτοκίνητο.

Οι τρείς φίλοι, εξουθενωμένοι από το φαγοπότι και φορτωμένοι τα επιπλέον γλυκίσματα, κάθονταν λίγο πιο ξώμακρα, παρατηρώντας τις νέες αφίξεις των μαθητών, ικανοποιημένοι που το σχέδιό τους είχε πετύχει, όταν κατάφεραν, πρώτοι αυτοί, να φτάσουν στο φορτηγό με τα γλυκά και να μπορέσουν να γευτούν τα καλύτερα από αυτά! Μόλις αντίκρισαν τον θυμωμένο δάσκαλο  σηκώθηκαν όρθιοι ψάχνοντας τρόπο διαφυγής. Ο ένας από τους τρείς φώναξε: «Στην κάτω στράτα κι από κει στο  ρέμα». Χωρίς δεύτερη κουβέντα χύθηκαν τον κατήφορο ζωσμένοι τα ζαχαρωτά και φορτωμένοι τα κουτιά με τα λουκούμια. Ενώ αποπάνω τους γινόταν χαλασμός  απ’ τις ραβδιές του θεολόγου και τις φωνές πόνου των παιδιών.

Αυτοί, δίχως, να υπολογίζουν ρούχα και παπούτσια και χωρίς να σκέφτονται τις συνέπειες από την εμφάνισή τους, όταν θα γύριζαν στα σπίτια τους, πότε πέφτοντας και πότε όρθιοι μέσα απ’ τα βρεγμένα χορτάρια και τα βάτα,  κατάφεραν να βρεθούν στο αποκάτω μονοπάτι κι από κει περνώντας το ρέμα να  φτάσουν  στα «Κάτω αλώνια».

Αφού έκατσαν κάμποση ώρα κοντά στη στέρνα να ξεκουραστούν και να τινάξουν τις λάσπες από πάνω τους, ξεκίνησαν και περπατούσαν σιγά- σιγά, γελώντας και κοροϊδεύοντας αυτούς που έτρωγαν το ξύλο νωρίτερα, ακολουθώντας τον περιφερειακό δρόμο κάτω από τον «Αφανό», για να  μπουν ξανά σε λίγο στο χωριό. Συμφώνησαν να κρύψουν τα γλυκά που μετέφεραν, κάτω από τ’ άχυρα μιας παλιάς αποθήκης και ν’ αποφασίσουν, αργότερα, για την τύχη τους.  Ύστερα τράβηξαν προς τα σπίτια τους, όπου με το χάλι που παρουσίαζαν, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν το θυμό των μανάδων τους. 
 
Η επόμενη μέρα βρήκε το σχολειό ανάστατο. Το κυρίαρχο θέμα συζήτησης ήταν τα γεγονότα της προηγούμενης μέρα. Όλοι περίμενα ότι θα «πέσουν» πολλές αποβολές, «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν». Παραδόξως, δεν έγινε τίποτα! Μια «γενικού περιεχομένου»  επίπληξη και τίποτα περισσότερο. Ίσως, επειδή, αν γινόταν εφαρμογή του μέτρου της αποβολής, αυτή έπρεπε να επιβληθεί στ’ αγόρια του μεγαλύτερου μέρους του Γυμνασίου, αδειάζοντας έτσι τις τάξεις για κάποιες μέρες και καθιστώντας το σχολείο  ...Παρθεναγωγείο!

Οι τρείς φίλοι πλήρωσαν σκληρό τίμημα, τρώγοντας πολύ ξύλο από τις μανάδες τους, μια από αυτές μάλιστα , μη μπορώντας να δέρνει άλλο, γιατί πόνεσαν τα χέρια της, συνέχισε την τιμωρία …..δαγκώνοντας στα μαλακά το γιο της.  Όμως, άξιζε  τον κόπο, γιατί σήμερα μετά από πολλά χρόνια θυμούνται με νοσταλγία αυτό το περιστατικό. και διότι τότε, για πολλές μέρες έτρωγαν γλυκά μοιράζοντας και στους άλλους, απολαμβάνοντας για κάμποσο καιρό αναγνωρισιμότητα …«εθνικών ευεργετών»!!!, απ’ τ’ άλλα παιδιά, σε τοπικό, βεβαίως, επίπεδο.