Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

ΜΟΝΟΗΜΕΡΙΤΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΙΤΕΑ (Αφιέρωμα)

Σπάνια φωτογραφία η οποία βρέθηκε μετά από τετράχρονη αναζήτηση του
ερευνητή Λ. Παπαλεξανδρή, στα αρχεία της Γαλλικής Βιβλιοθήκης.

ΜΟΝΟΗΜΕΡΙΤΙΚΗ  ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΙΤΕΑ


Χρίστος Ε. Μαυρόπουλος
   

  Κουκουβιστός πάνω στην άμμο, χάζευε ο καπτα-Νικόλας το μπάρκο που έπιασε αρόδο.
     Πάντα έτσι έπιανε εκείνο το θεορατικό σκαρί που έμοιαζε με δράκοντα θαλασσινό, ότε που ερχότανε στην Ι Τ Ι Α !
     Στα βαθιά.
     Λέγαν και φαίνονταν μεγάλο απ’ τη φτιασιά του, το βαριοφορτώναν κιόλας κι ανέβαιναν τα ίσαλά του και άντε να μπει στ’ ανάβαθα.
     Σίγουρα θα ‘βρισκε στο βυθό.
     Γι’ αυτό πρεμούρα, φωνές κι αποστασίλα κάθε που το ξεφόρτωναν.
     Να πάει και να ‘ρθει το ρυμουλκό και πίσω του τίγκα ισαμέ τα μπούνια οι μαούνες.
     Τα βίτζια να γρούξουν, να βογγήξουν… η λιμεναργατιά, η μισή στο «βράσιμο» και στο μπουχό του αμπαριού να βάνει σ’ όρντινο τις σαμπανιές… στο «ντόκο» οι αποδέλοιποι να ιδρώνουν, να πλαντάζουν… να πιλαλάν και να σβουρίζουν οι σημειωτές… κι ο «Κάπο», ο εκτελωνιστής να γράφει, να τσεκάρει.

     Κι από την άλλη αρχόντοι, μεγαλέμποροι από το ΛΙΔΩΡΙΚΙ και τα ΣΑΛΩΝΑ με τους θεληματάρηδες και τους παρατρεχάμενους αλέστα, να κουβεντιάζουν, να γκρινιάζουν και να παραπονιούνται για το βαρύ το ναύλο και κάποιοι αητονύχιδες, της ρούγας λιανοπραματευτάδες, να πιλατεύουν τους σημειωτές πασχίζοντας να κάμουν κάποια «αρπαχτή», απ’ της πραμάτειας τον αφρό, ρεγάλα τάζοντας και μπαξίσια.
     Κι από κοντά να έρχονται και να παγαίνουνε τα κάρρα τα τετράτροχα με τα θεριά τ’ αλόγατα ξεφυσώντας, βαριοπατώντας κι όπου λιθάρι η πλακόπετρα, σπίθες να βγάζουν απ’ τα ζόρια και τα βαριά φορτία.

     Κόσμος, ντουνιάς στο «ντόκο»… άνθρωποι, ζα και κάρρα… χλαπαταγή, φωνές… και μέσα στο « χαμό», ν’ ακούγεται και η φωνή του καπετάνιου απ’ το ξενομερίτικο το μπάρκο, που έστεκε κατάπλωρα ολόρθος βαβίζοντας σαν καραβόσκυλο.

Κόσμος, ντουνιάς στο "ντόκο..."
    
«Ράπιδο, ράπιδο» (σβέλτα), κουλάντριζε την αργατιά και τα σκοινιά στα ράουλα ανάβαν και καπνίζαν… ο ίδρος ποτάμι στον καφά… μαούνες παγαίνανε και ερχόσαντε και κειός να βρίζει και να το κατέχει πως κοντοζύγωνε για τους ΓΡΑΙΚΟΥΣ η βαριογιορτή της ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ κι αμέ και δεν νετάριζε στην ώρα του και του ‘φευγε η αργατιά, μ’ αδέσποτους και χαμίνια του λιμανιού στο κατόπι, άντε και ν’ αποσώσει τη δουλειά.

     Τόχενε πριν από χρόνια πάθει.
     Τα δύσκολα τα χρόνια που η Ι Τ Ι Α «κεφαλοχώρι» στις μεταφορές με τα πολλά καΐκια, τις σκούνες και τα μεγάλα μπάρκα, να αγαντάρει των μαγαζιώνε τις παραγγελιές και τις πραμάτειες στα ΣΑΛΩΝΑ, στο ΛΙΔΩΡΙΚΙ, ΧΡΙΣΣΟ, ΚΑΣΤΡΙ, ΑΡΑΧΩΒΑ, και στ’ άλλα γυροχώρια, όχι μονάχα με τα καλούδια της ΑΘΗΝΑΣ και του ΠΕΙΡΑΙΑ, αλλά και με ανθρώπους ταξιδιάρηδες που ‘χαν το κάτι τις τους να κάμουν στην πρωτεύουσα κι άλλοι που τη βολή τους έχαναν με άξαφνη αρρώστεια και αποφασίζανε το ταξίδι σταυροκοπούμενοι στον ΑΙ ΝΙΚΟΛΑ, να ‘χει ημεράδα η θάλασσα.

     Τα κάτεχε αυτά ο καπετάνιος απ’ το μεγάλο μπάρκο, καθώς το μάτι του έπιανε και κάποιους κουπολάτες που με τις βάρκες τους μεταφέρνανε στο μπάρκο ή στο σγουρό, αμμουδερό γιαλό ταξιδευτές, ανέγνοιαστα ζιζανεύοντας στο πάγαινε, τις μαούνες που ‘χαν θαρρείς αφρογραμμένη ρότα ! Κι έγρουζε γι’ αυτό, αγαντάριζε τους άντρες του με φωνές… κι αβγάτιζαν στη σκάλα οι ντάνες στα γερά-γερά… φτάνανε κι από τα γυροχώρια, ΑΡΑΧΩΒΑ, ΧΡΙΣΣΟ, ΚΑΣΤΡΙ, ΣΕΡΝΙΚΑΚΙ, ΔΕΣΦΙΝΑ, κάρρα δίτροχα με αγωγιάτες και σακαράκες λιγοστές, για να περιμαζέψουν μαγαζιώνε, μεγαλουσιάνων και αρχοντοκεφαλάδων τις παραγγελειές.

     Σπίθες πετούσενε το λιμάνι της Ι Τ Ι Α Σ, απ’ τη δουλειά και την πρεμούρα !
    
     Κι ο καπτα-Νικόλας κουκουβιστός πάνω στην άμμο, να τα τηράει όλα κι όλους και ν’ αγαλλιάζει η καρδιά του !
     Να φχαριστιέται και να γλυκαίνουνε τα μέσα του, καθώς γεννήματα, λογιώ-λογιώ πραμάτειες και ζα, αγάλι-αγάλι μπαίνανε στην πόλη κι όλοι τους καλύτερα θα πόριζαν στο αύριο και στη δουλειά !
     Θα ταξιδεύανε του πλούσιου ελαιώνα τους, οι ελιές μες στα βαρέλια για άλλες αγορές.

Τα ξύλινα βαρέλια με τις ελιές, έτοιμα για το ταξίδι τους.
   
  Θα μεγαλώνανε χορτάτα πλιόνε τα παιδιά.
     Θα στήνανε φαμελιές δίχως βαριούς καημούς και άξαφνες αρφάνειες από πολέμους και γενειασμένα λησταριά.
     Ερχότανε και η βαριογιορτή τηςΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗΣ, γιομάτη φως και ελπίδα… «Α, τούτα όλα έτσι που ερχόσαντε και πάγαιναν… αίτιο ήσαντε και αφορμή, για μια καλή μεθιά», συλλογίστηκε ο καπτα-Νικόλας κι έγλειψε τα χείλια του, στο νου του φέρνοντας του Κωσταντή το μπρούσκο !

     Τήραξε λοιπόν εκειό του κόσμου το πάγαιν’-έλα, ακόμα μια φορά, και στο κατόπι σηκώθηκε, έκαμε το σταυρό του για του Θεού την έγνοια και πόρισε για το κρασοπουλειό του Κωσταντή !
     Έτσι κι αλλιώς αγάλι-αγάλι μούχτωνε κι η μέρα κι άξιζε πλιό να τη θυμάται, για όλα της τα σημερινά καλά και πιότερο για μια καλή μεθιά, μ’ ανάλαφρη κι ανέγνοιαστη καρδιά, κι ας του σαράκωνε τα μέσα του τούτο τ’ αθώο, το κατμέρι του για το πιοτί, που τόνε δίκασε άπραγος και δίχως μπάρκο ν’ απομένει στη στεριά !

Ανάμεσα στα άλλα και το εμπόριο ξυλείας σημαντικό για την ΙΤΕΑ.
      
 Φωτογραφίες, από το αρχείο Λ. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΗ.