Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΔΥΟ ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ


Μαυρόπουλος Ε. Χρίστος




Οι δυο διαφάνειες

Απόγιομα στον καφενέ της παραλίας. Ο Μιχαλάκης κι η αφεντιά μου.

Καφεδάκια, εφημερίδα και ψιλοκουβέντα.

-Δε μου λες, πιστεύεις στη διαφάνεια, με ρώτησε άξαφνα.

-Σε ποια απ' τις δυο; του αντιγύρισα την ερώτηση χαζεύοντας τη θάλασσα.

Απόμεινε μ' ανοιχτό το στόμα.

-Καλά, δεν είναι μια διαφάνεια; ρώτησε έκπληκτος σα βρήκε τη φωνή του.

-Φυσικά όχι.

-Και πόσες είναι;

-Δυο.Η πραγματική και η ζούφια.

-Δηλαδή; απορεί και με ξανοίγει κατάματα.

-Εκείνη που τα βγάζει όλα στη φόρα, κι η άλλη η μασκαρεμένη που μοιάζει αληθινή και νόμιμη.

-Και τούτη που λέει η εφημερίδα πως γίνεται στα τόσα έργα της πατρίδας μας...Ποια απ' τις δυο είναι τούτη η διαφάνεια;

Χαμογέλασα με την αφέλειά του.

-Καημένε έτσι κι ήταν τόσο εύκολο να τις διακρίνεις, ίσως τότε κάποιοι Έλληνες να ήταν κιόλας στην "ψειρού", του είπα μαλακά.

Τον άκουσα που έβγαλε κάνα δυο περίεργα "χμ,χμ" κι απόμεινε συλλογισμένος κι έκπληκτος. Εγώ, στο μεταξύ, φουμάριζα το τσιγαράκι μου, και την είχα καταβρεί με το καφεδάκι και το ηλιοβασίλεμα...Μα κάτι τέτοιες ευλογημένες στιγμές σιωπής κι απόλαυσης, δεν κρατάνε για πολύ.

-Και δε μου λες, πως μασκαρεύουν μια διαφάνεια; ακούστηκε ξανά σαν πετριά η φωνή του.

Χαμογέλασα και πάλι. Μου άρεσε σαν φίλος ο Μιχαλάκης. Ήταν απλός, ειλικρινής κι αυθόρμητος, πράμα σπάνιο για τους καιρούς που ζούμε.

-Ξέρεις την ιστορία με τον πολιτικό που μπήκε φυλακή; τον ρώτησα.

Μα δεν ήξερε. Δεν έτυχε να την ακούσει.

-Που λες, άρχισα να του διηγούμαι, μπήκε στη φυλακή ο πολιτικός για κάποιο λάθος του, κι εκεί τον άρχισαν στο ξύλο τρεις κατάδικοι πού χαν παλιότερα αδικηθεί απ' την αφεντιά του. Έτρεξε τότε αυτός σιμά σε κάποιο μπρατσωμένο . "Σώσε με, του είπε, κι όταν βγω ότι θέλεις θα γίνει". Ο άλλος τον λυπήθηκε, κι έτσι βρήκε την ησυχία του ο παντέρμος.

Μα ο καιρός περνάει, είτε στη φυλακή βρίσκεσαι, είτε στ' αλώνι κι αλωνίζεις, είτε και στην παράδεισο ακόμα..! Κι έτσι βγήκαν κάποια ώρα ο "προστάτης" κι ο πολιτικός που πήρε ξανά τα μεγαλεία του. Συμβαίνουν κι αυτά σα λησμονάνε οι ψηφοφόροι, ή σαν έχεις δέσει κόσμο και κοσμάκη με ρουσφέτια...

Κι η συμφωνία, συμφωνία. Τον γιόμισε παράδες τον κατάδικο. Έλα όμως που τα λεφτά τελειώνουν γρήγορα σαν το γλυκό κρασί...Και να σου τον μπρος στη μεγάλη πόρτα. Κι άντε ξανά-μανά παράδες. Και πάλι αργότερα το ίδιο! Ωστόσο μπαίλντισε ο άνθρωπος με το κουμάσι πού χε μπλέξει.

-Θα σε κάνω διευθυντή των φυλακών που είμασταν του είπε κάποια μέρα πιστεύοντας πως θα γλιτώσει.

Και τον έκαμε. Κι ότι που άρχισε να τον ξεχνάει να σου τον πάλι στο γραφείο.

-Τι θέλεις πάλι; Τον ρώτησε κατασκασμένος απ' την απληστία του.

-Ο μιστός δε φτάνει, τα μάσησε ο άλλος.

Ο αντιπρόσωπος του λαού, απόμεινε για ώρα βαθιά συλλογισμένος. Κι ύστερα τον έβαλε να καθίσει και του εξήγησε.

-Έργα. Θα κάνεις έργα. Γκρέμισε τοίχους, κελιά στη φυλακή και ξανάχτιστα πάλι...Βρες μηχανικούς, υπόβαλέ μου μελέτες, σχέδια, φούσκωσε και τους λογαριασμούς για να σου μείνει η διαφορά, κι εγώ θα στα εγκρίνω όλα. Μονάχα πρόσεχε, θέλω χαρτιά. Επίσημα και τυπικά. Τίποτα να μη γίνει με τα λόγια. Κατάλαβες; Τον ρώτησε κλείνοντας του πονηρά το μάτι.

Αν κατάλαβε...

Εδώ σταμάτησα την ιστορία μου και γύρισα προς τη μεριά του φίλου μου.

-Λοιπόν, κατάλαβες εσύ πως μασκαρεύουν μια διαφάνεια; τον ρώτησα χαμογελώντας.

-Γυναίκα μου θυμίζει τούτη η διαφάνεια, μου αποκρίθηκε εκείνος!

-Γυναίκα; Έκανα απορημένος, κι έκπληκτος.

-Γυναίκα άπιστη, ξένη, μασκαρεμένη και τσαχπίνα...Την ίδια γλύκα έχει με τους παράδες της λαμόγιας..!