Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΝΕΣΙΜΟ

Του Ηλία Κ. Λιάκου


«Το κέντημα είναι γλέντημα
κι η ρόκα είναι σεργιάνι
κι αυτός ο δόλιος αργαλειός
είναι σκλαβιά μεγάλη».

Αφήνω το γλέντημα του κεντήματος και τη σκλαβιά του αργαλειού και καταπιάνομαι με τη ρόκα.

Όταν λέμε ρόκα δεν εννοούμε μόνο το αντικείμενο, αλλά κυρίως όλη τη διαδικασία, που θα προσπαθήσω να θυμίσω σε άλλους η να… μυήσω άλλους. Καταλαβαίνετε ποιοι είναι οι άλλοι και οι άλλοι.

Μη βλέπετε τώρα που ότι λαχταράει η ψυχή μας το έχουμε. Υπήρξαν εποχές και πολύ κοντινές μάλιστα, που πολλά αγαθά και είδη πρώτης ανάγκης, έπρεπε να τα παράγουμε μόνοι μας, αξιοποιώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ότι μας έδινε η φύση.
Στην Αράχωβα πάντα ανθούσε η κτηνοτροφία. Ανθούσε και ανθεί. Κάθε άνοιξη που κούρευαν οι τσοπάνηδες, οι νοικοκυράδες και κυρίως αυτές που είχαν κορίτσι στην πόρτα, παίρναν μαλλιά, αρνόκουρα, ανταλλάσοντάς τα «ίσια κι ίσια με λάδι», για ένα σωρό ανάγκες: Πατατούκες, μαρούδες, μαξιλάρες, τι να πρωτοειπώ και τι να πρωτοαφήσω.

Αφού πλέναν τα μαλλιά να καθαρίσουν απ’ τη σέρα – μυρουδιά που ήταν κι αυτή – κι αφού τα ξαίναν να βγάλουν τα τριβόλια και τα μπερδέματα, τα λανάριζαν, και τα φτιάχναν τουλούπες. Και μη νομίσετε ότι επειδή σας τα λέω έτσι απλά, πως ήταν απλά και εύκολα. Η διαδικασία απαιτούσε χρόνο, κόπο και τέχνη. Κι επειδή οι γεροντότερες διέθεταν αυτά τα… προσόντα ήταν και δική τους δουλειά.

Θυμάμαι λοιπόν τη γιαγιά μου, τη γριά-Παγώνα με τι μαστοριά αξεπέραστη έφτιαχνε τις τουλούπες. Άλλη φορά θα σας πω, για το πώς με τα λανάρια βγάζαν το μακρύ μαλλί για τα μαλλινοσέντονα και με τα χτένια το κοντό για τις τουλούπες.

Αυτές ήταν μαλλί πολύ αφράτο, κάπως τυλιγμένο γύρω στον… εαυτό του, που τελικά είχε κυλινδρικό ας πούμε σχήμα διαμέτρου περίπου 20 και ύψους 35 πόντων. Παιδάκι τότε εγώ ένιωθα… αγαλλίαση όταν με βάζαν να τις μεταφέρω στο γαλίκι που τις αποθήκευαν. Και τούτο γιατί με μάγευε το απαλό της αφής τους η λευκότητά τους, αν τα μαλλιά δεν ήταν λάγια και το πανάλαφρό τους.



Η τουλούπα δενόταν στη ρόκα. Αυτή ήταν πάντα ξύλινη, τις περισσότερες φορές, έργο τέχνης, κομψοτέχνημα σας λέω. Το μήκος της δεν ξεπερνούσε το μέτρο. Ήταν φτιαγμένη από κοντολίσι φυτρωμένο σε δασυνάρι, για να είναι ψιλόλιγνο. Κόβαν όλα τα κλωνάρια του και αφήναν τα δυο πατινά μόνο, αυτά που ήταν φυτρωμένα αντίθετα και χονδρά όσο το μικρό μας δάχτυλο, άει και λίγο λιανότερα. Το ξεφλούδιζαν άφηναν καμιά πιθαμή κορμί προς τα πάνω, στο χοντρό και μετά τα γύριζαν τα κλωνάρια προς τα κάτω ώστε το καθένα να σχηματίσει ημικύκλιο και το δέναν ύστερα στον κορμό μαζί, έτσι ώστε να σχηματισθεί ένα κεφαλαίο Φι. Το βάζαν στον ίσκιο να ξεραθεί, το λύναν, κόβαν τα περιττά, ανοίγαν δυο τρυπούλες στον κορμό και μπήγαν τις άκρες των κλωναριών εκεί μέσα. Ύστερα άρχιζε το κέντημα τις ρόκας. Αυτό γινόταν στο κοντό μέρος, στο προς τα πάνω. Και τι δε φτιάχναν. Τι βοσκοπούλες με τη ρόκα, τι τσελιγκάδες με το ραβδί και τσιγκέλι το μουστάκι, τι κριάρια με στριφτά κέρατα, τι δράκους που να ξερνάνε φωτιά απ’ τα ρουθούνια, τι εκκλησιές με ψηλά καμπαναριά, και τι δεν κένταγαν τα τσοπανόπουλα πάνω στις ρόκες. Έργα τέχνης, σας λέω, και στη σύλληψη και στην εκτέλεση.

Αυτού, επάνω, στο φι της ρόκας, έδεναν την τουλούπα απ’ το μαλλί. Φοράγαν την αμοσκαλίθρα, ένα σκοινί χονδρό ή μια ζώνη πανίτικη, πάνω απ’ το δεξί ώμο και τη δέναν κάτω απ’ την αριστερή μασχάλη, έτσι ώστε να σχηματίζει κρεμάθρα, στο ύψος του βυζιού. Εκεί μέσα πέρναγαν τη ρόκα και το κάτω μέρος της το στερέωναν στη ζώνη απ’ το μεσοφόρι. Κει δα μάλιστα άφηναν και ειδικό άνοιγμα.

Άλλο απαραίτητο εξάρτημα της ρόκας ήταν το αδράχτι. Ξύλινο κι αυτό καμιά τριανταριά πόντους, λεπτότερο στις άκρες και χονδρότερο στη μέση. Στο επάνω μέρος ή είχε αγκίδα συρμάτινη, σε σχήμα αγκούλας για αρχάριες ή είχε χαρακιά βαθιούτσικη σε σχήμα σπείρας. Όταν το αδράχτι ήταν άδειο, για να αυξήσουν τη μάζα του, στο κάτω μέρος του, βάζαν το σφοντύλι, ξύλινο κι αυτό, που σου θύμιζε δωρικό κιονόκρανό, με τρύπα στη μέση για να περνάει το αδράχτι μέσα και να σφηνώνεται μετά ώστε να εξέχει λίγο προς τα κάτω.
Όλα έτοιμα και το νέσιμο άρχιζε. Από πού όμως ν’ αρχίσω την περιγραφή και που να την τελειώσω. Ήθελα να είχα τα μέσα να αναλύσω τις κινήσεις του νεσίματος. Να αρχίσω την ανάλυση απ’ το ξεκίνημα. Το ζερβί χέρι απάνω και το δεξί κάτω δουλεύουν το μαλλί. Το πιάνουν με το μεγάλο δάχτυλο και τα δυο επόμενα και με μύριες κινήσεις υπολογισμένες με μέγιστη ακρίβεια το τραβάνε, το περιστρέφουν έτσι και τόσο, που το φτιάχνουν νέμα πάχους ανάλογου με τη χρήση που το προορίζουν.



Μόλις φτιάξουν κάνα πήχη το στερεώνουν στο αδράχτι, το τυλίγουν γύρω του και το τελευταίο τμήμα του το περνάνε μέσα στη χαρακιά, στο πάνω μέρος. Τώρα αρχίζει το ποίημα των κινήσεων. Καμιά ρυθμική, κανένα μπαλέτο, καμιά αρμονία στην κίνηση δε θα μπορέσει να ξεπεράσει τα χεράκια που νέθουν. Το ζερβί πάντα από πάνω, λεπταίνει το μαλλί, τραβώντας το προς τα κάτω και το δεξί, πάντα από κάτω, κρατώντας το πάνω μέρος απ’ το αδράχτι μεταξύ αντίχειρα και μέσου, δίνει στροφή με τέχνη απαράμιλλη στο αδράχτι, συστρέφοντας έτσι και τις ίνες του μαλλιού, που γίνεται νέμα. Και κάθε μισή οργιά νέμα που γίνεται το τυλίγει γύρω στο αδράχτι και άντε πάλι ζερβί να λεπταίνει και το δεξί να στρίβει, μέχρι να βαρύνει το αδράχτι απ’ το νέμα και να βγάλει το σφοντύλι, να αλαφρώσει κάπως. Και σταματάει απ’ ανάμεσα, βάζοντας φύτημα στις ξεραμένες κι εκλεπτυσμένες ρόγες απ’ τα δάχτυλα, για να πάρει μια βαθιά ανάσα και να καμαρώσει γέρνοντας ελαφρά και με χάρη το κεφάλι.

Επειδή στον τόπο του νεσίματος πέφτουν και λίγες τρίχες, γι’ αυτό απαγορευόταν να νέθουν δίπλα στο τζάκι, όταν ήταν το φαί απάνω. Μάλιστα στρώνουν κι ένα παληοσκούτι για να τις μαζεύουν. Έτσι όλες προτιμούσαν να νέθουν έξω, οι γεροντότερες καθιστές στο κούτσιρο, οι νιότερες όμως πάντα όρθιες και περπατώντας. Τα κουσούλτα, θυμάμαι, ήταν γεμάτα από γυναίκες που νέθαν.

Νέθαν, νέθαν κι ας τραγούδαγε ο νιός με το σουραύλι του:

«Μωρί στόειπα, πέτα αυτή τη ρόκα,
Μη τα νέθεις τα μαλλιά.
Σε παντρεύει η ομορφιά σου
τα σγουρά σου τα μαλλιά.
Στόειπα, πέτα αυτή τη ρόκα
τι τα θέλεις τα προικιά…»

Αυτή, στο πείσμα του, απάνταγε:

«Ωρέ θα τα νέσω, θα τα υφάνω,
θα τα κάνω φορεσιά…»

Ε, ρε, κι ας ξανάβλεπα τη Βαγγελή κάπου στο λιόγερμα να λιανοτράβαγε το δρόμο κι αν δεν της έκραζα καθαρά κι αντρίκια, μ’ όση φωνή κι αν είχα για να μ’ ακούσει όχι μόνο αυτή αλλά κι όλο το χωριό:

«Μαρή που πας απάνω
τη ρόκα νέθοντας
καρτέραμε κι εμένα
να πάμε παίζοντας»

να μη με λέγαν Λιάκο…

ΠΗΓΗ: Περιοδικό "Αράχωβα" 1997