Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2014

Σκόρπιες γνώσεις ναι, σκόρπια λόγια όχι.


[6ο ]


Αρχαίες λέξεις και συμπεριφορές που μερικές κρατούν ακόμα.



Επιμέλεια Στάθης Ασημάκης  


·   ειρωνεία. Είναι: α) η προσποιητή άγνοια, β) το πείραγμα.
Τα είδη της ειρωνείας, ως πείραγμα, είναι τέσσερα (4): ο αστεϊσμός, ο μυκτηρισμός, ο σαρκασμός και ο χλευασμός. Συγκεκριμένα:

· αστεϊσμός. «Ἀστεϊσμός δέ ἐστί λόγος διασύρων, εὐαρμόστως συντεταγμένος». Αστείος, κυριολεκτικώς, είναι ο ευγενής και ευφυής, ως κάτοικος άστεως, σε αντίθεση προς τον άνθρωπο των αγρών, τον αγροίκον.

·   μυκτηρισμός. Ο δια των μυκτήρων (ρουθουνιών) εμπαιγμός.

· σαρκασμός. Κυριολεκτικώς: «ὁ σκληρός γέλως ἀποκαλύπτων τούς ὀδόντας, ἐν εἴδει σαρκοβόρου ζώου».

· χλευασμός. «Χλευασμός ἐστί λόγος μετά μειδιάματος προφερόμενος, ὡς ὅταν τόν ριψάσπιδα ἐπιγελῶντες ἀνδρεῖον πολεμιστήν λέγομεν».

·   βασκανία. Από το «φάεσι καίνω» φάη = οφθαλμοί, καίνω = φονεύω. Επομένως, βασκανία είναι ο φόνος με τα μάτια, το μάτιασμα που λέμε στη νεοελληνική. 

·  φθόνος. Η λύπη για τη χαρά του άλλου. Από το φθίνω = φθείρομαι. Πράγματι, όποιος φθονεί, φθείρεται. 

· κοντός. Από το παράγγελμα πλησιάστε: «εἰς δόρατος πληγήν», «εἰς κοντοῦ πληγήν» (δηλαδή πλησίον, δια να πλήξετε τον αντίπαλο, εξακοντίζοντες) παρήχθη το επίρρημα κοντά = πλησίον και κοντός = βραχύς.

·  απειλώ. Από το εἴλω με την έννοια ότι εγκαταλείπω τον ουλαμό μου, απομακρύνομαι και ορμώ μόνος, προκινδυνεύω και εκφοβίζω τον εχθρό.

·   σίδηρος. Από το σίζω = συρίζω. Από τον ήχο που προκαλείται, όταν κατά τη διάρκεια της κατεργασίας του βυθίζεται θερμός σε ψυχρό νερό.

·   φυλάττω. Από τις λέξεις πύλη και ττω = ορμώ. Πράγματι, αυτός που ορμά, για να υπερασπιστεί τις πύλες, φυλάττει την πόλη.

·   σκήπτρο. Από το σκήπτω = στηρίζω, οπότε σκήπτρο = ράβδος στην οποία στηρίζονταν οι γέροντες, όταν απευθύνονταν στο λαό. Αργότερα αυτή η ράβδος με περιορισμένο μήκος έγινε σύμβολο εξουσίας.

·   κανών. Από το κάννα=καλάμι, απ’ όπου ράβδος καθορισμένου μήκους με την  οποία μετρούμε άλλα μεγέθη.

·   χρήμα. Ό,τι είναι χρήσιμο για τη συναλλαγή. Το χρήμα προς χρήση και όχι προς αποθησαύριση. «…χρήματα εἶναι…ἀν  χρήσιμα εἴη».

·  τύχη. Από το ρήμα τεύχω=κατασκευάζω. Την τύχη μας την τεύχομεν, την προπαρασκευάζομεν.

·   μοίρα. Εκ του μερίζω,  είναι παν ό,τι   έχει μερισθεί από το Θεό. Είναι το μερίδιό μας.

· αγαθός. Από το ἄγαν+θέω = τρέχω γρήγορα. Αρχικώς, χαρακτήριζε τον καλό πολεμιστή. Διότι πράγματι ο καλός πολεμιστής είναι αυτός που τρέχει για να προφτάσει τον εχθρό με σκοπό να τον τιμωρήσει. Ο αρχαίος σχολιαστής γράφει: «ἀγαθός, ἐκ τοῦ ἄγαν θέειν. Ἔνθεν, οὐ λέγομεν ἀγαθώτερος, ἀγαθώτατος, ἀλλά ἀμείνων, ἄριστος∙ ὡς  ἐγκειμένου τοῦ ἐπιτατικοῦ ἄγαν. Ἵνα μή γένωνται δύο ἐπιτάσεις». 

·   κακός. Πρώτη, αρχική έννοια: δειλός, υποχωρών: «παρά τό χάζω = ὑποχωρῶ, χακός > κακός∙ ὁ ὑποχωρῶν καί φεύγων», σύμφωνα με το Μέγα Ετυμολογικό.

·   εχθρός. Από το ἔχθος (= μίσος, ἔχθρα) > ἐκτός. Ο εκτός ευρισκόμενος, ο εκτός ημών, ο εκτός του τείχους, ο εκτός της χώρας, ο αλλοδαπός επιδρομέας είναι εχθρός. 

·  οκνηρός. Από το οὐκ+νέω=πλέω, δηλαδή δεν πλέω, αρνούμαι τον πλούν. 

·   πτωχός. Από το ρήμα πτήσσω = ζαρώνω. Γιατί ο πτωχός από τη μεγάλη του ανάγκη  είναι μόνιμα σε μαζεμένη στάση τόσο από την  κακή του διάθεση όσο και από την ανάγκη να εξασφαλίσει βοήθεια από τους πλουσίους.

·  ελευθερία. Από το «ἐλεύθειν (=ἔρχεσθαι, πορεύεσθαι), που ἐρᾷ τις». Δηλαδή ελευθερία σήμαινε  (αρχικώς) το να πηγαίνει κάποιος όπου αγαπά. 

·   παρρησία. Η ελευθερία λόγου από το παν +ρήσις.

·   αινεπίκουρος. Ο βοηθών, επί κακών.

·   επίκουρος. Από το ἐπί+κορέω = φροντίζω, σπεύδω. Σύμφωνα με τον Αμμώνιο «Ἐπίκουροι εἰσίν οἱ τοῖς πολεμουμένοις βοηθοῦντες, σύμμαχοι δέ οἱ τῶν πολεμούντων.»

·  όπλον. Εκ του έπομαι (=ακολουθώ), διότι το όπλο είναι το εργαλείο που σε ακολουθεί, το όργανον προς εκτέλεση κάποιου έργου και σκοπού.

·   φονεύω. Από το φοινύς = κόκκινος, φοινίσσω = κοκκινίζω, όθεν φόνος=ροή αίματος.

·   άθλος. Αγών από όπου και το αθλητής. Από το ρήμα τλάω-ω = υπομένω, αντέχω +α επιτακτικόν. Αθλητής = ο τα πάντα υπομένων στον αγώνα, προκειμένου να κερδίσει το στεφάνι της νίκης.

·  φθάνω. Από το φθίω, φθείρω, επειδή όταν φθάνει κάποιος κάπου  η απόσταση έχει εκμηδενιστεί.

·  κόλον. Τροφή. Εκ του πολέω = τριγυρίζω > κολέω (με τροπή του  π σε κ), διότι πράγματι, για να βρεις τροφή πρέπει να τριγυρίσεις.

·  κόλαξ. Από το κόλον (τροφή) + άγω, γιατί πράγματι ο απώτερος σκοπός του κόλακα είναι να αποσπάσει από τον κολακευόμενο τροφή και κατ’ επέκταση υλικές ωφέλειες.

· κρόμμυον (κρεμμύδι). Ετυμολογείται από την κόρη του οφθαλμού και το μύω= κλείνω. Πράγματι το κρεμμύδι λόγω της δριμύτητας του μας κάνει να κλείνουμε  να συσφίγγουμε τους οφθαλμούς μας.

·  οιωνός (από το οίος = μόνος) σημαίνει αρχικά το πτηνό, το οποίο πετά μόνο του, ιδίως ο γύπας. Μεταφορικά, το πτηνό που προαναγγέλλει κάτι με την πτήση του (δηλαδή την ύπαρξη πτώματος),  και τελικώς την προφητεία.

·   ανά σημαίνει εκ των κάτω προς τα άνω

·   κατά σημαίνει εκ των άνω προς τα κάτω.

·   κοσμήτωρ. Αυτός που παρατάσσει - διατάσσει το στρατό στη μάχη. Η αρχική του έννοια είναι αυτός που βάζει σε τάξη. Από το κοσμέω = βάζω σε τάξη.

·  δικτάτωρ. Είναι αυτός που εκδίδει διατάγματα χωρίς να χρειάζεται η νομοθετική παρέμβαση της βουλής. Ο Πλούταρχος λέει ότι αυτός δε θέτει σε ψηφοφορία ή ανάταση της χειρός, αλλά μόνος του επιβάλλει και ανακοινώνει τις αποφάσεις του. Από τη λατινική λέξη edictum = διάταγμα.
Στην αρχαία Ρώμη ο δικτάτορας δεν εκλεγόταν, σε πολύ κρίσιμες περιόδους, από το λαό ή τη βουλή, ούτε βεβαίως αυτοδιοριζόταν, αλλά ένας από τους υπάτους ή από τους στρατηγούς εμφανιζόταν στο λαό και όριζε όποιον αυτός ήθελε. Η θητεία του ήταν περιορισμένη και διαρκούσε όσο και η κρισιμότατη περίοδο για την πόλη.

·   ιερεύς. Θύτης, θυσιαστής. Από το ιερεύω = σφάζω.

·  εύχομαι. Η αρχική σημασία είναι καυχώμαι, έπειτα υπόσχομαι-τάζω και στο τέλος προσεύχομαι.

·   γέφυρα. Από το γη+επί+ύδωρ > γέπυδρα > γέφυδρα > γέφυρα.

·  εχθές. Από το ἐκ- θεῖναι = ετέθη εκτός (εκ+θες=εκτός θέσε αυτήν).

·   μέλας. Από το μη+λάω(=ορώ).

·   λευκός. Από λεύσω =ορώ.

·   άσπρος. Αντιδάνειο από τη λατινική asper, η οποία προέρχεται από την ελληνική λέξη αφρός.

·  αχερωΐς. Η λεύκα, επειδή πιστευόταν ότι το δένδρο αυτό το είχε μεταφέρει ο Ηρακλής από τον Αχέροντα ποταμό.  

·  ουρήες. Τα μουλάρια, που έχουν ως  θηλυκό γονέα το γάιδαρο.

·   ημίονοι. Τα μουλάρια, που έχουν ως θηλυκό γονέα το άλογο.

***
· κυττάζω ή κοιτάζω; Το κυττάζω προέρχεται από το κυπτός=σκυφτός  και τη θαμιστική κατάληξη -άζω, δηλαδή παραμένω σκυμμένος επάνω από κάτι και το παρατηρώ. Η επικρατήσασα ορθογραφία κοιτάζω είναι εντελώς λαθεμένη, διότι   κοιτάζω σημαίνει κοιμίζω, κοιμάμαι.

·   επιλλίζω. Κάνω νεύμα με τα μάτια.

·   δενδίλλω. Λοξοκυττάζω.

·   αυγάζω. Παρατηρώ κάτι με ευκρίνεια, διακρίνω.

·   διακουράζομαι. Το διάγειν τας κόρας των οφθαλμών και μη απ’ ευθείας  βλέπειν, που καταντά, αγενώς βλέπειν, γιατί πράγματι είναι αγένεια  το να μη κυττάζω τον άλλο κατ’ ευθείαν στα μάτια, όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν.

·   κυνοφθαλμίζομαι. Βλέπω αναιδώς.

·   αποταυρόομαι. Βλέπω αγρίως, όπως ο ταύρος.

·   ορκύπτω. Στέκομαι στα νύχια για να δω κάτι. 

·   επιμύω. Κλείνω  λίγο τα μάτια μου  σε ένδειξη συναίνεσης.

·   καταμύω. Κλείνω τα μάτια.

·   αναμύω. Αναβλέπω.

·   υπομύω. Χαμηλοβλέπω  

·  λάω. Κυττάζω επίμονα. Εξ ου και η λέξη λέων, διότι το ζώο αυτό βλέπει επίμονα σαν να εκπέμπει φως από τα μάτια του.
***

·   βλάξ. Από το μαλακός > μαλάξ > μλαξ > βλαξ.

·   ηλίθιος. Από το άλη = περιπλάνηση και σημαίνει ο χαμένος, ο φευγάτος. 

·  «Ώ πέπον». Προσφώνηση δηλωτική οικειότητας   που σημαίνει: ω βέλτιστε, ω καλέ, ω αγαπητέ. Χρησιμοποιείτο όμως και ειρωνικά.
Κυρίως πέπων σημαίνει ώριμος, ψημένος από τον ήλιο. Σήμερα σώζεται ως ουσιαστικό πεπόνι (= πέπων σικυός),  ενώ το αγγούρι είναι  ο άωρος σικυός.

·   παρακλαυσίθυρον. Η νυχτερινή καντάδα (άσμα πάθους) έξω από τη θύρα  της αγαπημένης. Γινόταν αργά μετά τα μεσάνυχτα, συνήθως μετά το πέρας των συμποσίων. 

·   ακόλαστα βιβλία. Υπήρχαν και στην αρχαιότητα πορνό βιβλία, τα οποία ονομάζονταν ακόλαστα. Περίφημα πορνό βιβλία ήταν τα «Μιλησιακά του Αριστείδου» (όχι βεβαίως του Αριστείδη του Δίκαιου), τα οποία είχαν μαζί τους ακόμη και οι Ρωμαίοι στρατιώτες στις εκστρατείες τους, όπως αναφέρει σχετικώς ο Πλούταρχος.

·   πορνεία (τα). Η πόλη που ήταν φημισμένη, την αρχαιότητα, για τα πολλά πορνεία της, ήταν η Κόρινθος. Στους ελληνιστικούς χρόνους η Κόρινθος θεωρείται ότι διέθετε έως και 300 πορνεία!
Αναφέρεται ότι στην Ακροκόρινθο υπήρχαν χίλιες (1.000) εταίρες! Επίσης, υπήρχαν πολλά πορνεία στις Κεχρεές και το Λέχαιον. Γι’ αυτό το κορινθιάζειν σήμαινε εκπορνεύεσθαι.
Πορνεία υπήρχαν και στο Βυζάντιο και μάλιστα οι πόρνες λέγονταν πολιτικές. Οι προαγωγοί ονομάζονταν στο Βυζάντιο  πορνοβοσκοί και πλήρωναν το πορνικό τέλος, όπως και στην αρχαία Αθήνα.  Η μεγαλύτερη όμως έκλυση ηθών συνέβη στη ρωμαϊκή κοινωνία στα χρόνια της  παρακμής της, όπου, όπως λεγόταν, «τόν τυχόντα τῇ τυχούσῃ συνεῖναι».

·   Οι Έλληνες σέβονταν το σώμα τους και τον ανδρισμό τους. Γι αυτό:
α) Δεν τρυπούσαν τα αυτιά τους. Αυτό άρμοζε σε δούλους.
β) Δεν έστιζαν, δεν στιγμάτιζαν το σώμα τους, όπως οι βάρβαροι.
γ) Απεχθάνονταν την περιτομή των σημιτικών ανατολικών λαών.
δ) Δεν ευνουχίζονταν και δεν ευνούχιζαν άλλους. Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχαν ευνούχοι. Ο ευνουχισμός εθεωρείτο ύβρις.
Σέβονταν το γόνο, τον οποίον η κάθε γενεά όφειλε να μεταβιβάσει στην επόμενη.  Γι αυτό στις επικίνδυνες αποστολές κατά τον πόλεμο στέλνονταν όσοι είχαν ήδη τέκνα. Οι άτεκνοι έπρεπε να επιστρέψουν σώοι, προκειμένου να διαιωνίσουν και αυτοί το γόνο των πατέρων τους.

· Χαρακτηριστικό των ελεύθερων ανθρώπων (Αχαιών) της Ομηρικής εποχής ήταν τα μακριά μαλλιά («κάρη κομόωντες»), σε αντίθεση με τους δούλους που κουρεύονταν.
Οι Άβαντες αντίθετα κούρευαν τα  μαλλιά τους, κρατώντας μόνο αυτά στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους («ὄπιθεν κομόωντες»).
Τέλος, οι Θράκες αναφέρονται ως ἀκρόκομοι («Θρήικες ἀκρόκομοι»), δηλαδή είχαν στην κορυφή του κεφαλιού τους δεμένη όλη την κόμη ή κούρευαν όλη την κόμη, αφήνοντας μόνο λίγη στην κορυφή του κεφαλιού τους.

· προσευχή. Οι Έλληνες αν και ήταν πολύ ευσεβείς, όταν προσεύχονταν δεν έσκυβαν. Απλώς, όταν επικαλούνταν τους επουρανίους θεούς σήκωναν τα χέρια τους στον ουρανό. Όταν επικαλούνταν τους θαλασσίους θεούς άπλωναν τα χέρια τους προς τη θάλασσα και όταν απευθύνονταν στους θεούς του κάτω κόσμου κτυπούσαν το έδαφος με το πόδι τους και όχι με την παλάμη τους, αποφεύγοντας την οσφυοκαμψία, αφού όπως επεξηγεί ο Λουκιανός: «ὁ «ὑποκύψας, τήν ψυχήν ταπεινώνει, τήν τοῦ σώματος ὁμοιότητι».

· σκυτάλη-σκυταλοδρομία. Η σκυταλοδρομία, ως  αγώνισμα, καθιερώθηκε βεβαίως στους  σύγχρονους Ολυμπιακούς αγώνες, κρύβει όμως και αυτό κάτι από την αρχαιότητα. Ουσιαστικά, αντιπροσωπεύει τη  μεταφορά μηνύματος - διαταγής από  τους άρχοντες της αρχαίας πόλης- κράτους (συγκεκριμένα της Σπάρτης) προς το στρατηγό, που αγωνιζόταν με το στρατό του μακριά από την πατρίδα του, αλλά και αντίθετα τη μεταφορά μηνύματος του στρατηγού προς τους άρχοντες της πόλης του. 
Αυτή η μεταφορά γινόταν με τη χρήση δυο ράβδων ίσου μήκους και ίσης διαμέτρου, εκ των οποίων τη μία την κατείχαν οι Έφοροι και την άλλη την είχε μαζί του ο Στρατηγός, και μία λωρίδα δερμάτινη που έστελνε ο αποστολέας στον παραλήπτη. Όποια από τις δυο πλευρές ήθελε να στείλει κάποιο μήνυμα στην άλλη, δεν είχε παρά να διπλώσει λοξά, γύρω από τη ράβδο (τη σκυτάλη) που κατείχε, με επιμέλεια λωρίδα δέρματος και πάνω σ’ αυτή να γράψει κατά μήκος της ράβδου.
Στη συνέχεια, η δερμάτινη αυτή λωρίδα ξετυλιγόταν και στελνόταν με αγγελιοφόρους στην κατεύθυνση προορισμού. Εάν έπεφτε, ενδιάμεσα, στα χέρια οιουδήποτε άλλου δεν μπορούσε διαβαστεί, διότι έπρεπε και αυτός να διαθέτει όμοια σκυτάλη, ώστε να την περιελίξει με τον ίδιο τρόπο του αποστολέα, πράγμα αδύνατο. Το όνομα σκυτάλη πρέπει μάλλον να ετυμολογηθεί από τη  λέξη σκύτος = δέρμα, δερμάτινη λωρίδα.

·   τράπεζα. Κάτω από τη στέγη της Μακράς Στοάς στο λιμάνι του αρχαίου Πειραιά, οι κεφαλαιούχοι που είχαν ως αντικείμενο εμπορίας το χρήμα έστηνε ο καθένας το δικό του «τραπέζιον» και εξασκούσαν το επάγγελμά τους, την «τραπεζιτεία».
Όταν αργότερα συγκεντρώθηκαν πολλοί μαζί σε ένα κατάστημα κοινό και μετέφεραν εκεί τα «τραπέζιά» τους δημιούργησαν τις πρώτες Τράπεζες. Η πρώτη γνωστή Τράπεζα στην ιστορία είναι η Πειραιώτις Τράπεζα με την επωνυμία: «Αντισθένης και Αρχέστρατος».  

·   Οι υποσχέσεις γίνονταν με χειραψίες της δεξιάς χειρός, οι λεγόμενες «δεξιαί».
«Χεῖρας τ’ ἀλλήλων λαβέτην καί πιστώσαντο»= «έδωσαν τα χέρια τους και υποσχέθηκαν πίστη μεταξύ τους.» (Ιλιάδα, Ραψ. Ζ, 233).

·   Το κτύπημα στους μηρούς σε λύπη ήταν συνηθισμένο πράγμα στους αρχαίους Έλληνες. Η συνήθεια αυτή διασώζεται ακόμα και σήμερα.
«Τότ’ ᾤμωξέν τε καί ὥ πεπλήγετο μηρῷ καί ἀλαστήσας ἔπος ηὔδα» =
 «Τότε αναστέναξε, κτύπησε τους μηρούς του και αγανακτήσας έλεγε λόγο» (Ιλιάδα, Ραψ.Μ,162).

·   Οι Έλληνες θεωρούν το φτέρνισμα από την αρχαιότητα έως σήμερα, ως ένδειξη σύμπτωσης με νόημα.
 «Οὐχ ὁράᾳς ὅ μοι υἱός ἐπέπταρε πᾶσι ἔπεσι;» = «Δε βλέπεις που ο γιός μου επιβεβαίωσε με φτέρνισμα τα λόγια μου;» (Οδύσσεια, Ραψ.ρ , 545).

· Ομηρική συνταγή για… ρουμελιώτικο κοντοσούβλι! που προσφερόταν στους καλεσμένους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση στον Οδυσσέα και Αίαντα.
«Ὥς φάτο, Πάτροκλος δε φίλῳ ἐπεπείθεθ’ ἑταίρῳ.
Αὐτάρ ὅ  γε κρεῖον μέγα κάββαλεν ἐν  πυρός αὐγῇ,
ἐν δ’ ἄρα νῶτον ἔθηκ’ ὄιος καί πίονος αἰγός,
ἐν δέ συός σιάλοιο ράχιν τεθαλυῖαν ἀλοιφῇ.
Τῷ δ’ ἔχεν Αὐτομέδων, τάμνεν δ’ ἄρα δῖος Ἀχιλλεύς.
Και τά μέν εὖ μίστυλλε και ἀμφ’ ὀβελοῖσιν ἔπειρε,
πῦρ δε Μενοιτιάδης δαῖεν μέγα, ἰσόθεος φώς.
Αὐτάρ ἐπεί κατά πῦρ ἐκάη και φλόξ ἐμαράνθη,
ἀνθρακιήν στορέσας ὀβελούς ἐφύπερθε τάνυσσε.
Πάσσε δ’ ἁλός θείοιο, κρατευτάων ἐπαείρας.
Αὐτάρ ἐπεί ρ’ ὤπτησε και εἰν ἐλεοῖσιν ἔχευε,
Πάτροκλος μέν σῖτον ἑλών ἐπένειμε τραπέζῃ
καλοῖς ἐν κανέοισιν, ἀτάρ κρέα νεῖμεν Ἀχιλλεύς.»=
«Έτσι είπε, ο δε Πάτροκλος πείσθηκε στον αγαπητό του σύντροφο.
Εκείνος δε έβαλε κάτω δίπλα στη λάμψη της φωτιάς  μεγάλο  κρεατοσάνιδο,
σ’ αυτό δε απόθεσε  μπούτι  από πρόβατο και από  παχιά γίδα και πλάτη από παχύ  χοιρινό.
Του κρατούσε δε ο Αυτομέδων και ο ευγενής Αχιλλέας έκοβε.
Και αυτά καλώς τα λιάνιζε και στις σούβλες τα περνούσε, φωτιά δε μεγάλη έκαιγε ο Μενοιτιάδης, άντρας σεβαστός.
Αφού δε εντελώς κάηκαν τα ξύλα και η φλόγα έσβησε,
Αφού έστρωσε τα κάρβουνα έβαλε από πάνω τις σούβλες
τοποθετώντας τες στους κρατευτές (βάσεις), πασπάλιζε δε με το θεϊκό αλάτι.
Αφού δε τα έψησε και στα τραπέζια τα άπλωσε,
ο μεν Πάτροκλος,  αφού πήρε ψωμί το μοίραζε στο τραπέζι,
μέσα σε ωραία κάνιστρα τα δε κρέατα τα μοίρασε ο Αχιλλέας. »
 (Ιλιάδα, Ραψ. Ι , 205 - 217).

***
Τέλος, ας θαυμάσουμε το παρακάτω χαρακτηριστικό παράδειγμα ευελιξίας της ελληνικής γλώσσας στο να συνθέτει και να διαχωρίζει με τόση μεγάλη ακρίβεια τις διάφορες συγγενείς έννοιες, όπως: νοῶ, ἐννοῶ, εἰσνοῶ, ἐκνοῶ, συννοῶ, προσνοῶ, προνοῶ, ἀνανοῶ, κατανοῶ, διανοῶ και διανοοῦμαι, μετανοῶ, παρανοῶ, αμφινοῶ, ἐπινοῶ, περινοῶ, ἀπονοοῦμαι, ὑπονοῶ, ὑπερνοῶ, προσκατανοῶ, προσεπινοῶ, συνεννοοῦμαι και… «ὁ νοῶν νοείτω».