Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

1921: ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΚΗΦΙΣΟΧΩΡΙ



Δύο ημέρας και δύο νύκτας είχα να αναπαυθώ. Μετά ολονύκτιον μάλιστα εργασίαν ερρίφθην εις ένα βαγόνι του τραίνου. Είχα περιπατήση εις βουνά και κάμπους. Και όμως, παράδοξον, ένοιωθα τόσην διάθεσιν, ωσάν να ήμουν βρέφος, το οποίον εκοιμήθη 18 ώρας. Μεσάνυκτα εις το Κηφισοχώρι. Εις το μεγάλο δωμάτιο του ξενοδοχείου του κ. Ανέστη Χρέμπου φλυαρούμεν. Η κυρά Βαρβάρα, η κυρά Κωστάντω, ο οδοντοϊατρός της περιφερείας κ. Δημήτριος Περδικάρης και ο υποφαινόμενος. Η πρώτη γνέθει, η δευτέρα στρίβει το νήμα ειςτην κλωστήν της, ημείς οι δύο πίνομεν το καλό μαύρο κρασί του κ. Χρέμπου. Ο ίδιος ήλθε κουρασμένος από το χωράφι. Ήτο δε και ανήμπορος. Γλυκός άνδρας. Επήγε να αναπαυθή και εμείναμεν ομιλούντες, πίνοντας. Σκηνή πανδοχείου από μεσαιωνικόν μυθιστόρημα. Όταν κανείς έχει ζήση πολύ και είδε σχεδόν τα πάντα, ίσως είνε δυνατόν να ευρίσκη κάποιαν έλξιν εις παρόμοιον αγροτικόν περιβάλλον.

Το φεγγάρι πολύ ωχρόν απόψε και εις τον κήπον μοσχοβολούν η πασχαλιές και τα ρόδα. Κάποτε μένω μόνος. Εις την διάθεσίν μου τέσσαρα λευκά κρεββάτια. Πέφτω στο ένα και κοιμούμαι τον ύπνο του δικαίου. Ναι, Θεέ μου, καμμίαν άσχημην πράξιν δεν έκαμα σήμερα. Πολύ επερπάτησα και φιλικά εμίλησα με τα κτίσματά σου. Βουνά, ρεμματιές, κάμπους, στάχυα, αμπέλια, λουλούδια, ποτάμια.

Και την χαραυγήν η κυρά Κωστάντω αρωματώδη καφέ μου σερβίρει. Απριλιάτικη ανατολή. Ο ήλιος τριαντάφυλλα σκορπά εις τας πελωρίας χιονισμένας κορυφάς του Παρνασσού.

- Τι ωραία!

Μηδέν τα άλλα λόγια.
Τι είνε το Κηφισοχώρι; Ό,τι ο Εννεάπυργος, ο Ασπρόπυργος της Αττικής. Από την ορεινήν Βελίτσαν χωρικοί κατήρχοντο εις τον κάμπον προς καλλιέργειαν. Σιγά-σιγά απέμειναν εκεί. Χωρίον έγινε. Το ίδιον συνέβη παραπάνω και εις την Αγίαν Παρασκευήν, τα Αγιομαρινιώτικα Καλύβια. Χωρικοί κατέβαιναν από την Αγία Μαρίνα του Παρνασσού κ.τ.λ. Χωρίον έγινε και εκεί. Βαδίζω εις τον δρόμον προς Βελίτσαν. Καλλιέργεια και ποιμενικαί εγκαταστάσεις. Λιθόκτιστα εικονίσματα είνε στεφανωμένα με αγριολούλουδα. Ώμορφη συνήθεια. Συναντώ μοναχικάς κοπέλλας, πηγαινοερχομένας. Γνέθουν την ρόκαν των και παρέχουν μεγαλοπρέπειαν που θα είχαν οι γυναίκες της αρχαίας Τιθορέας. Μερικαί ενθυμίζουν, με την ωραίαν κατατομήν των τας νύμφας του Παρνασσού, αι οποίαι, καθώς και η αδελφή των Τιθορέα, εβλάστησαν από τα δένδρα και μάλιστα από τις βελανιδιές.Εις τα «Φωκικά» γράφει ο Παυσανίας: «Τιθορέα δε οι επιχώριοι, τειθήναί φασιν από Τιθορέας νύμφης, οίαι το αρχαίον λόγω τω ποιητών εφύοντο από τε άλλων δένδρων και μάλιστα από των δρυών.»

Εις μακρυνή απόστασιν, επί του Καλλιδρόμου, με σκόρπιο κοπάδι προβάτων μοιάζει το χωρίον Μόδι. Έχει θαυμαστήν την άποψιν, όσον θαυμασταί είνε και αι όρνιθές του εις όλην την περιοχήν. Εις τον κάμπον καθαρά διακρίνονται πολίχναι και χωρία. Το Μιραλέ, το Μάνεσι, το Δραχμάνι, το Σουλέμπεη, τα Δαδιώτικα Καλύβια. Προ ενός αιώνος περίπου εξεδιώχθη ο τούρκος από την αρχαίαν ταύτην ελληνικήν γην και ακόμη εις τους συνοικισμούς της απομένουν, καθώς πολλαχού παρ’ημίν, τουρκικά ονόματα. Κακοφωνίαι, όταν έχομεν τόσον πλουσίαν ελληνικήν γλώσσαν και όταν όλα τα μέρη αντιστοιχούν προς ονόματα αρχαία. Παντού δε μάρμαρα και συντρίμματα, μαρτυρούντα, ότι Έλληνες έζησαν εδώ.

Καλήν συντροφιάν έχω εις τον δρόμον. Συναντώ τον αγροτικόν διανομέα Χρήστον. Έφηβος ασκεπής και εις το ταγάρι του έχει το ταχυδρομείον.
-«Πόσα γράμματα πηγαίνεις την ημέραν, Χρήστο;» Τον ερωτώ. Μου απαντά με σοβαρότητα:

- «Τριάντα!».

Και δύο κοριτσάκια συναντώμεν, την Ειρήνην και την Βασιλικήν. Βαδίζομεν και οι τέσσαρες εις γραμμήν. Πλατύς αρκετά είνε ο δρόμος και μιλούμεν για πολλά πράγματα. Τα κοριτσάκια δεν φορούν μεταξωτές κάλτσες. Είνε ξεκάλτσωτα και μεγάλες οι πλεξίδες των εις την πλάτην των. Μορφαί του Μιλλέ. Με την Βασιλικήν ιδίως γινόμεθα περισσότερον φίλοι καιμε ρωτά με ενδιαφέρον:

- «Που πας;»

- «Στο χωριό, στα χαλάσματα, στο βουνό, Βασιλική.»

Με κυττάζει απορούσα:

- «Και θα ανεβής και στη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου;»

- «Και στη σπηλιά θα ανεβώ, Βασιλική.»

Κινεί το κεφάλι της με δυσπιστίαν:

- «Δεν κολλάει» λέγει.

- «Εγώ θα κολλήσω.»

Με κυττάζει προσεκτικά και δεν λέγει τίποτε. Η έκφρασίς της όμως δεικνύει, ότι δεν με θεωρεί ικανόν διά την άνοδον εις τον απότομον βράχον. Λέμε τώρα διά τα καπνά. «Αράπικο» καπνόν καλλιεργούν. Προτείνω να κόψωμεν αριστερά, διά να οικονομήσωμεν δρόμον και χρόνον, αλλά η Βασιλική αρνείται:
- «Δεν περνά» λέγει, «είνε ο Ρέμμας.»

Πράγματι είχε δίκαιον. Ο ποταμός Καχάλης είνε αδιάβατος προς το ανατολικόν μέρος της αρχαίας Τιθορέας. Αι παρειαί του απότομοι, κάθετοι βράχοι.

- «Κάπου θα περάσωμεν», λέγω.

- «Δεν κολλάει», είνε η ρητή απάντησίς της.

Τώρα ο γίγας Παρνασσός έμπροσθέν μας καλύπτεται με νέφη, τα οποία κατεβαίνουν πολύ χαμηλά. Βροχή λεπτή αρχίζει.

- «Άτυχος είμαι, Βασιλική. Θα χάσω όλην την απόλαυσιν.»

Το παιδί με εγκαρδιώνει:

-«Μπα, δεν είνε τίποτε. Μέγας είνε.»

- «Τι πράγμα;»

- «Μέγας είνε και θα περάση.»

Και με κυττάζει με έκπληξιν, διατί δεν μπορώ να την εννοήσω. Επεμβαίνει σοβαρός ο Χρήστος και επεξηγεί αρκετά οπωσδήποτε την έκφρασιν:

- «Ο μέγας έρχεται από την Αφρικήν.»

Εννοώ, ότι εις τον τόπον τον νότιον άνεμον λέγουν «μέγαν».

- «Δεν είνε τρικκαλιώτης», προσθέτει η Βασιλική. «Ο τρικκαλιώτης θερίζει.»

Πρόκειται περί του βορριά. Βρέχει αρκετά λεπτά της ώρας. Έπειτα το παροδικόν νέφος σβύνει. Η ορθή απότομη σιλουέτα του Παρνασσού ξαναφαίνεται λευκή από τα χιόνια. Και όσον πλησιάζομεν το χωρίον, σκιερώτερον το βλέπομεν.

Η Βιλίτσα είνε κτισμένη σύρριζα εις το βουνόν, εις την βάσιν ακριβώς του Παρνασσού. Ο όγκος του το σκιάζει την ημέραν ενωρίς. Τον χειμώνα έχει ήλιον έως το μεσημέρι, το καλοκαίρι έως τας πέντε το πολύ.

- «Να, ο πρώτος παληός πύργος!» λέγει η Βασιλική. Το αριστούργημα της ελληνικής στρατηγικής προβάλλει φαιόν εις την άκρην του χωριού, ανάμεσα εις τα οικήματα. Όταν διέβημεν την γέφυραν, χαμηλά εις την χαράδραν εχωρίσαμεν. Το παιδί δεικνύει ενδιαφέρον διά το άτομόν μου:

- «Στο καλό» μου λέγει, «και το νου σου στα βράχια. Πολλοί χωριανοί έπεσαν και εσκοτώθηκαν εκεί απάνω. Και να μην ανεβής στη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Δεν κολλάει, σου είπα!».

Τα καλά του λόγια προστατευτικά μου ήσαν. Μετ’ολίγα λεπτά επορεύθην εις τον ανηφορικόν μεγάλον περίβολον της οχυράς πόλεως.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ