Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ & ΚΑΡΥΟΦΥΛΜΠΕΗΣ



Χειμώνας του 1826. Το κρύο είναι αβάσταχτο. Πυκνό πέφτει το χιόνι. Ελληνικά σώματα έχουν καταλάβει την Αράχωβα για να κρατήσουν το στράτευμα του Μουσταφά Μπέη, που κατεβαίνει απ’ την Παρνασσίδα.

Μαζί με τους Έλληνες καπεταναίους είναι κι ο Δυοβουνιώτης, ψηλός, θεριό μοναχό, αρματωμένος βαριά, με δυο τρομερές μουστάκες, φόβος και τρόμος των Τούρκων!..

Οι Έλληνες πιάνουν τα σπίτια της Αράχωβας. Ταράτσες και υπόγεια, μάνδρες και παραθυρόπορτες χρησιμεύουν για ταμπούρια.

Φτάνουν οι Τούρκοι!

Είναι δειλινό. Μαύρος ο ουρανός και το χιόνι πυκνό. Ανοίγει το τουφέκι και σφυρίζουν τα βόλια και ταράζουν τον παγωμένο αέρα, φοβέρες, βλαστήμιες και βογγητά. Ορμούν οι Τούρκοι κι’ οι Αρβανίτες του Μουσταφά Μπέη να καταλάβουν τα σπίτια της Αράχωβας που’ ναι ταμπουρωμένοι μέσα οι δικοί μας, μα τα βόλια τα ελληνικά τους θερίζουν.

Γέμισαν οι δρόμοι κουφάρια και βάφτηκε κόκκινο το χιόνι απ’ το αίμα το αχνιστό!..

Η νύχτα κατεβαίνει τώρα ολοσκότεινη και παγωμένη.

Το τουφεκίδι εξακολουθεί.

Μια σφαίρα βρίσκει ξαφνικά το Μουσταφά Μπέη και τον ξαπλώνει κάτω νεκρό! Οι Τουρκαλβανοί βλέπουν σκοτωμένο τον αρχηγό τους και τρομάζουν. Οι Έλληνες δεν το έχουν νοιώσει ακόμα αυτό…

Έξαφνα μέσα στο σκοτάδι ακούεται μια φωνή από το μέρος των Αλβανών :
- Βρε σεις! Ποιος είναι βρε ο καπετάνιος σας ;

- Ο καπετάν Δυοβουνιώτης, αποκρίνονται μερικοί Έλληνες ταμπουρωμένοι αντικρινά σ’ ένα σπίτι.

-Σ’ είσαι μπραζέρη Δυοβουνιώτη ; Ξανακούγεται η φωνή.

- Εγώ ’μια! Συ αυτού ποιος είσαι καπετάνιος : Φωνάζει τώρα βροντερά κι ο Δυοβουνιώτης.

- Ο Καρυοφύλμπεης! Λέει η φωνή.

-Σ’ είσαι βλάμη; Ρωτά ο Δυοβουνιώτης.

-Εγώ ’μια καπετάνιο. Μπέσα για μπέσα;

-Μπέσα για μπέσα! Αποκρίνεται ο Δυοβουνιώτης.

Σε λίγο ο Καρυοφύλμπεης, ο καπετάνιος των Αρβανιτάδων, είναι στο ταμπούρι των Ελλήνων, κοντά στο Δυοβουνιώτη. Ζεσταίνει στη φωτιά τα παγωμένα του χέρια και τα λένε. Ο Γέρο Δυοβουνιώτης ζητάει πληροφορίες για το Μουσταφά Μπέη, τον αδερφό του Καρυοφύλμπεη. Κατά τα τότε έθιμα της «αδελφοποιίας» Τούρκοι και Έλληνες γινόντουσαν αδελφοποιητοί και βλάμηδες. Ο Καρυοφύλμπεης ακούει την ερώτηση του Δυοβουνιώτη για τον αδελφό του και απαντάει στενάζοντας:

-Πάει ορέ μπραζέρη ο βλάμης σου βαρέθηκε!

Χώνει δε συγχρόνως το χέρι του στον τορβά πώ’χει στον ώμο, βγάζει το κεφάλι του Μουσταφά Μπέη, αναμαλλιασμένο, χλωμό, καταματωμένο.

Σκύβει ο Γέρο Δυοβουνιώτης, φιλεί το κεφάλι του αδελφοποιητού του και λέει στον λυπημένο Καρυοφύλμπεη:

-Βλάμη το κακό έγινε. Ο Μουσταφά Μπέης χάθηκε, μα δε πρέπει να χαθείς και συ και να ρημάξει το τζάκι σας. Είναι κρίμα να χαθείς ορέ βλάμη! Εγώ θα σε στείλω με τ’ άρματά σου όπου θες…

-Πρά ορέ! Πρά ορέ! Μπραζέρη, φωνάζει ο Καρυοφύλμπεης. Το Καρυοφύλμπεη δε θα το πούνε στο Αρβανιτιά κιοτί (δειλό). Θα πααίνω γω όπου θέλω…

Έτσι δε και συνέβη. Ο υπερήφανος Καρυοφύλμπεης παίρνοντας την ίδια νύχτα τα λείψανα του στρατού του αδελφού του Μουσταφά Μπέη, πέρασε στην παρά την Δαυλίδα μονήν Ιερουσαλήμ, κρατώντας πάντα μαζί του το κεφάλι του Μουσταφά…

Η ανωτέρω ιστορία είναι διηγημένη από τον εν Λαμία υιόν του Γέρο Δυοβουνιώτη, τον Κωνστ. Δυοβουνιώτη.

ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ

ΠΗΓΗ: Περιοδικό «ΜΠΟΥΚΕΤΟ» 18/5/1924, σελ.53.