Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

1921: ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΤΙΘΟΡΕΑ



Από τους αρτιώτερον σωζομένους πύργους του μακρού τείχους της Τιθορέας είνε ο εις το κάτω μέρος του χωρίου Βελίτσης. Είνε διώροφος. Ωραία οικοδομή εκ μεγάλων τετραγώνων λίθων. Εις το επάνω πάτωμα έχει παράθυρα, εις το κάτω πολεμίστρας. Έχομεν εις αυτόν, τον τύπον της αρχαίας πολεμίστρας. Δεν διαφέρει από τον τόσον γενικευθέντα κατόπιν εις τας μεταγενεστέρας οχυρώσεις. Ο πύργος απετέλει την βορειοδυτικήν γωνίαν της αρχαίας οχυρώσεως. Τώρα αυτός και η συνέχεια των τειχών περιβάλλουν κήπον κατοικίας χωριού. Ολίγον τι απωτέρω του πύργου σώζεται πύλη του φρουρίου, ευρεία. Βλέπει τις την βάσιν της, τους εκατέρωθεν παραστάτας και οπάς εις αυτούς, αι οποίαι εχρησίμευον διά την θύραν. Οι χωρικοί εχρησιμοποίησαν πολλούς μεγάλους λίθους διά μάνδρας και βάσεις των σπιτιών των. Γενική ανασκαφή θα απαιτήση τον εκτοπισμόν του συνοικισμού. Η γραμμή του τείχους προχωρεί ανηφορικώς, με πολλούς διαμέσους πύργους, αρκετά καταφανείς, προς τον απότομον βράχον, όστις αποτελεί εξόγκωμα του Παρνασσού. Παράδοξον, γραφικόν εις την αγριότητά του το θέαμα του φοβερού μεγάλου βράχου, που είνε ο ίδιος ένα βουνό.

Το τείχος φθάνει πολύ υψηλά, διακοπτόμενου υπό επιπροσθέτου βράχου, φυσικής οχυρώσεως. Εις το μέρος εκείνο σώζεται το τείχος εις όλον το αρχικόν ύψος του, ως και ένας άλλος μέγας πύργος. Ίλιγγον δοκιμάζει κανείς ανεβαίνων εις το ύψος του. Βάραθρον χαίνει κάτωθέν του. Μεταξύ του βράχου και του τείχους σώζεται μεγάλη πύλη, εις αρκετά καλήν κατάστασιν. Επακολουθεί πελώριος βράχος υπεράνω, πέραν δε τούτου είνε το μικρότερον φρούριον, μικροτέρα σειρά τείχους, φθάνουσα εις τον υπεράνω αυτού άλλον φοβερόν βράχον, όστις συμπληρώνει την όλην οχύρωσιν. Εκ των δυσαναβάτων εκείνων βράχων εκπληκτική είνε η όλη άποψις της τεχνητής και φυσικής οχυρώσεως, αλλά ωραία επίσης είνε η θέα των ερειπίων κατά μέτωπον, οπότε πρέπει να μεταβή κανείς εις την εκτός σχεδόν του χωρίου εκκλησίαν Παναγίαν, νοτίως, όπως θαυμάση ό,τι απέμεινε από την αρχαίαν οχύρωσιν. Όλα τα τείχη έχουν πλάτος τριών περίπου μέτρων και είνε κτισμένα έξωθεν με λαξευτούς λίθους, έσωθεν δε με πολυγωνίους. Ανατολικομεσημβρινώς η πόλις έχει φυσικήν οχύρωσιν εκ του ποταμού Καχάλου, του οποίου αι υψηλαί βραχώδεις όχθαι αποτελούν ερυθρά πανύψηλα τείχη.

Η πόλις κατ’ αρχάς ελέγετο Νέων, κατόπιν δε το όνομα τούτο περιωρίσθη μόνον εις την ακρόπολιν της Τιθορέας, όταν ανηγέρθη εκ νέου η πόλις μετά την καταστροφήν της υπό των Περσών. Ο Παυσανίας λέγει περί ταύτης: «Θεάτρου μεν δη κατασκευή και περίβολός εστιν αγοράς αρχαιοτέρας, τα δε των εν τη πόλει μάλιστα ες μνήμην ήκοντα Αθηνάς εστίν άλσος και ναός τε και άγαλμα, και Αντιόπης μνήμά εστι και Φώκου». Εκεί, λοιπόν, είχε ταφή η θυγατήρ του Ασωπού και της Πολυξούς, η εκ του Διός γεννήσασα τον Αμφίονα και Ζήθον. Περί της Αντιόπης και της τύχης της αναφέρει ολίγας γραμμάς ο Παυσανίας και κατόπιν κλείει την σύντομον περιγραφήν του περί Τιθορέας ως εξής: «Ποταμός δε παρά των Τιθορέων ρέων την πόλιν ποτόν σφισι γίνεται καταβαίνουσί τε επί την όχθην και αρυομάνοις το ύδωρ όνομα δε εστίν αυτώ Καχόλης». Ο άγγλος φιλόλογος, Φράϊζερ, μεταφραστής του Παυσανίου, εις το εκτενές βιβλίον του, το σχολιάζον τας περιγραφάς του Παυσανίου, παρέχει λεπτομερή απεικόνισιν των τειχών, γράφει δε διά την κατασκευήν των: «Ως προς την εποχήν, καθ’ ην εκτίσθησαν τα σωζόμενα τείχη της Τιθορέας διΐστανται αι γνώμαι, αλλά η λεπτή κατασκευή των ολίγας αφίνει αμφιβολίας, ότι ανήκουν εις την καλλιτέραν περίοδον της ελληνικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής, δηλαδή εις την δ’ π.Χ. εκατονταετηρίδα. Πιθανόν αι σωζόμεναι οχυρώσεις να ανηγήρθησαν κατά το β’ ήμισυ του 4ου αιώνος, μεταξύ του τέλους του Ιερού πολέμου και της μάχης της Χαιρωνείας, τουτέστι μεταξύ του 346 – 338 π.Χ.»


Το χωρίον Βελίτσα έχει ακανονίστους και ανηφορικούς δρόμους. Ωραία τα πλατάνια του εις την μικράν πλατείαν και άφθονα τα νερά του, με τα οποία κινούνται τέσσαρες μύλοι υπεράνω τούτου. Ως θερινή διαμονή είνε ευχάριστος. Αποτελεί ωραίον εξώστην του Παρνασσού επί της κάτωθέν του μεγάλης πεδιάδος. Ξενοδοχεία και επαύλεις εις αυτό το μέρος, όταν θα γίνουν μίαν ημέραν, θα το καταστήσουν περιζήτητον από τους φίλους του βουνού και των θελγήτρων του. Μερικά τεμάχια γλυπτών μαρμάρων είνε διασκορπισμένα εις το χωρίον. Περίφημος είνε και σήμερα ο ελαιών του, όπως επί Παυσανίου, ο οποίος παρατηρεί ότι «αποδείμεν πλήθει του τε αττικού και σικυωνίου, χρόα δε υπερβάλλει και ηδονή το τε ιβηρικόν και το εκ της νήσου Ιβυρίας, και μύρα απ’ αυτού παντοία έψουσι, και έλαιον ως βασιλέα άγουσιν.»

Ανεβαίνων κανείς προς τον προφήτην Ηλίαν, επί οροπεδίου, συναντά μοναδικήν εκκλησίαν εν Ελλάδι τον Άγιον Ζωσιμάν, όστις εξωμολόγησε την οσίαν Μαρίαν, εκάλυψε την γυμνότητά της και της έδωσε πέντε άρτους, με τους οποίους έζησε πέντε χρόνια εις την έρημον και εξήγνισε τον αμαρτωλόν βίον της. Ο ναός εορτάζει την 4ην Απριλίου. Ο προφήτης Ηλίας, παλαιόν εκκλησάκι, έχει εις τους τείχους του αγίους με εξωρυγμένους οφθαλμούς. Ένδειξις περί της ποτέ παρουσίας εκεί των τούρκων. Απέναντι, πέραν της κοίτης του Καχάλου, επί λόφου, παρά την Αγίαν Μαρίνα, είνε δύο γούβες, όπου λέγουν, ότι υπήρχε ναός του Ασκληπιού. Αλλά βεβαίως δεν θα πρόκειται περί του υπό του Παυσανίου αναφερομένου, διότι λέγει ο συγγραφεύς: «Σταδίοις δε απωτέρω Τιθορέας εβδομήκοντα ναός εστιν Ασκληπιού, καλείται δε Αρχαγέτας.» Εκτός αν δεχθώμεν, ότι και εις την περίπτωσιν ταύτην ο Παυσανίας σφάλλει μίαν φοράν ακόμη εις την ακριβή εκτίμησιν των σταδίων, όπως πολλάκις. Οι χωρικοί αναφέρουν, ότι η γούβες εκείναι ευωδιάζουν, εστάθη δε αδύνατον, παρ’ όλας τας ερεύνας των, να ανακαλύψουν πόθεν προέρχεται η ευωδία.

Το σύνολον των βράχων υπέρ την Βελίτσαν καλύπτεται υπό πυκνής φυτείας. Τα δένδρα ευρίσκονται εις άνθησιν αυτήν την εποχήν. Έλατα, μελιοί, αχλαδιμνιές, αργηοί, κοκορέτσα, πουρνάρια φύονται εις πυκνούς δρυμούς. Πολλά έλατα είνε σφιχταγκαλιασμένα από τον κισσόν, τον οποίον εις το μέρος αυτό του Παρνασσού λέγουν και σκλήδωνα. Και τους βράχους στολίζουν νοστιμώτατα αγριόχορτα. Μούσκλια, μεθύσια, ξυνίθρες, αγριοσπανάκια, στρέφλα, φουσκόπρασσα, καλάμια. Η συλλογή των είνε δύσκολος και πολλοί διά να τα φθάσουν εις τους βράχους έπεσαν και εφονεύθησαν. Εις τα υψηλότερα συγκροτήματα των βράχων συναντά κανείς αετοφωληές, αγριομελίσσια, παντού δε λαλούν ο πετροκότσυφας και τα πετροχελίδονα. Και μαγευτικόν είνε το θέαμα των σπηλιών. Όλον το εξόγκωμα εκείνο του Παρνασσού στάζει εις κοιλώματα και σπήλαια σταλακτιτοβριθή. Από τα δροσερά αυτά δάκρυα θάλλουν ωραιότατοι μενεξέδες. Είνε πολύ αγαπητοί εις τας χωριατοπούλας και με αυτούς στολίζουν τα εκκλησιδάκια εις τα υψηλά εκείνα σπήλαια κατά τας πανηγύρεις. Οι βράχοι έχουν ονομασίας. Μπουρζήδες, Ανατολικό, Ιερουσαλήμ, εκκλησία εις σπήλαιον, πλησίον της δύο σπηλιές με το όνομα του Παπού τα κελλιά. Έπειτα η σπηλιά της Κυράς με πολλούς σταλακτίτας, ο άγιος Νικόλαος επίσης. Και τους μαγευτικωτέρους σταλακτίτας έχει η σπηλιά Κουδουνιστή. Το όνομά της προέρχεται από την ακουστικήν της. Και επάνω το οροπέδιον Αλωνάκι, οπόθεν φαίνεται και η θάλασσα της Αταλάντης. Άλλας περιεργότητας έχει το βουνό την σειομένην πέτραν και την Καταβόθραν μεν το εξής παράδοξον φαινόμενον. Κάθε επταετίαν γεμίζει από χιόνια. Μετά 40 ημέρας λυώνουν και το νερό των εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πως. Το θαυμάσιον νερό, λέγουν, ότι φέρει ευτεκνίαν. Έπειτα υψούνται αι γιγαντιαίαι πλευραί του Παρνασσού με τας αιχμηράς κορυφάς των, υπέρ τας οποίας εξέχει ο Γεροντόβραχος ή Λυκέρι. Εκεί απάνω το χιόνι είνε άλυωτον και το θέρος. Αλλά η κατάστηθα ανάβασις εις τον Παρνασσόν είνε από τα δυσχερέστερα κατορθώματα. Τον Ιούλιον μία άνοδος από την Αγόριανην, πλαγίως, επιβάλλεται. Προς το μέρος του Ανατολικού είνε η σπηλιά του Ανδρίκου Ανδρούτσου, ισόγειος με σταλακτίτας και απωτέρω η ιστορικωτέρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου. Δεν έχει σταλακτίτας, αλλά κοσμείται με εκκλησάκι. Εκεί είχε το καταφύγιόν του ο αρχηγός. Επικίνδυνας είνε η ανάβασις εις αυτήν. Κείται εις τον βραχώδη τοίχον και η ξύλινη σκάλα επ’ αυτού είνε σάπια. Η σκάλα χρονολογείται από το 1897, ότε ανέβασαν εκεί οι χωρικοί τον ρουχισμόν των, διά να τον εξασφαλίσουν από τους τούρκους, οι οποίοι προήλαυνον προς την Λαμίαν.

Με ζωηρόν θλίψιν κατεβαίνει κανείς από τας μαγείας του βουνού προς τον ομαλόν κάμπον.

ΠΕΖΟΠΟΡΟΣ