Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Η Άνοιξη έκαμε τον ανήφορο!



Του Στέργιου Μπακολουκά

          Ο Μάιος σώθηκε κι ο Ιούνιος πήρε τη θέση του,  φέρνοντας ζέστη και θερισμό στα σπαρτά του κάμπου. Άρχισε να παίρνει ο τόπος  κείνο το αρρωστιάρικο αχυρί χρώμα που σε γεμίζει απογοήτευση.  Όμως, η μαγιάτικη άνοιξη δεν το ’βαλε κάτω, παρά πήρε πόδι κι έκαμε τον ανήφορο για τα ψηλώματα με καινούρια χαμόγελα, χύνοντας δεξιά και ζερβά, χωρίς πρόβες, πάλι κίτρινα, αλλά φωτεινά τούτη τη φορά, στην ανηφοριά της «Χτούπας» και σ’ όλο το δρόμο για την Αράχοβα.

Πράγματι, οι κατακίτρινες αγκαθωτές σπαρτιές, γεννιούνται στην «Τσέρεσι» και στη «Στενή», ανδρώνονται ως το «Ζεμενό», απαγκιάζοντας μέσα στην αγκαλιά του «Σπέτζου», κι από κει διαχέουν   χρώματα κι αρώματα ως απάνω στα «Καρούτια» και στις παρυφές της Αράχοβας.

Ύστερα, τραβάνε προς τον κατήφορο αγκαλιάζοντας νότια τον «Κ’μαριά»  και γλυκοφιλώντας χαμηλά τη «Μπεχούβεση», στα ριζά της Κίρφις αγναντεύουν απέναντι στο Ιερό του Απόλλωνα και χάνονται στο ρέμα του Πλειστού. 
Γέρνοντας απ’ τη στροφή στη «βρύση του Λάζαρου» και αντικρίζοντας το χωριό, που στην επέλαση του εκτυφλωτικού κίτρινου απ’ τις σπαρτιές προβάλλει σθεναρά το βαθυκόκκινο των κεραμιδιών του,  αποκτάς την αίσθηση του αλλιώτικου από την επιβλητικότητα του τοπίου  και το μαγνητισμό που επιδρά πάνω σου ο χώρος, ενόσω εσύ προσπαθείς να κατακιάσεις τη νοσταλγία που θεριεύει μέσα σου.



Οι  κίτρινες σειρήνες είναι παντού οι ίδιες, στα νησιά τις λεν «ασπάλαθους»,  που μας αναγκάζουν με την ολάνθιστη φορεσιά τους, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, να υποκλινόμαστε στο θρίαμβο του οργασμού της παντοκρατορίας της φύσης στα ορεινά.

Τώρα!  Σε τούτον δω τον τόπο, η άνοιξη είναι στο απόγειό της. Αυτός είναι κι ο λόγος που ο «κούρος» των προβάτων και των κατσικιών αρχίζει αυτή την εποχή και ποτέ νωρίτερα,  γιατί τώρα γλυκαίνει, εδώ, ο καιρός.

Αυτή την εποχή, στη διαδρομή για την Αράχοβα,  το πράσινο παραχωρεί οικειοθελώς τη θέση του στη συντριπτική κυριαρχία του κίτρινου. Ανάμεσά τους, κάποιες λουλουδιασμένες κουκ’ματσές (κουτσουπιές) ορθώνουν τη φορεσιά τους, αλλά ο σκοπός τους δεν είναι η επικράτηση, παρά μονάχα το κράτημα του  …ίσου  με τις μοβ αποχρώσεις τους, στα μοσχοβολιστά κίτρινα άνθη της σπαρτιάς, υπογραμμίζοντας έτσι την ανυπέρβλητη ομορφιά της πλάσης. 


Όμως,  δεν είναι μόνο η δημοσιά με τον καλλωπισμό της που δημιουργεί αισθητικούς και συναισθηματικούς πειρασμούς, υποσχέσεις  και  προσλαμβάνουσες  ευωχίας. Είναι και τα μονοπάτια γύρω από την Αράχοβα, που μετατρέπουν τις μυρουδιές και τη μάχη των χρωμάτων σε μεθυστική τέρψη των αισθήσεων και του πνεύματος.

Τέλος εύκολα όλ’ αυτά, τα ανακεφαλαιοποιείς όταν, έχοντας στα χέρια σου ένα μπουκέτο από τούτα δώ τα κίτρινα  θαύματα, που τα ’κοψες όμως με προσοχή, για να μην πληγωθείς από τις μυτερές απολήξεις των κλαδιών τους,  μπεις μέσα στο χωριό, καθίσεις σ’ ένα από τα καφενεία της αγοράς και το αποθέσεις στο τραπέζι σου, απολαμβάνοντας στη συνέχεια το μυρωδάτο σου καφέ, τρώγοντας γλυκό του κουταλιού και βρέχοντας το πρόσωπό σου με κρύο νερό, στην προσπάθεια σου να κρατηθείς, για να μη σου πάρει τα συλλοϊκά! το κελάρυσμα της «Τομαρόβρυσης», που κι αυτό πασχίζει, μουρμουρίζοντας δίπλα σου!


Κι έτσι απλά με όλα αυτά βιώνεις μια πραγματική ευτυχία, όχι σαν όλες τις άλλες τις «σύγχρονες» με τα ψεύτικα φτιασίδια και σουσούμια τους…