Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

Τα Καλυβιώτικα ΙIΙ


(Μνήμες  από το Λιβάδι και τα Καλύβια)


Του Γιώργου Δ. Ανδρέου

Το Καφέ– οίνο – κρεο– παντοπωλείο

Έγραφα κλείνοντας το προηγούμενο σημείωμα:
Άρχιζε όμως , νυχτώνοντας,  και η νυκτερινή  ζωή στα Καλύβια  με επίκεντρο το καφέ, οίνο, κρεο, παντοπωλείο, που δεν μπορούσε να μην υπάρχει στον οικισμό, τότε που έσφυζε από ζωή το καλοκαίρι.
 Σχεδόν  από τις αρχές Ιουνίου άρχιζαν οι προετοιμασίες για να ανοίξει το  υποτυπώδες κατάστημα  στο Καλύβια για την εξυπηρέτηση των εκατοντάδων τότε  Αραχωβιτών που άρχιζαν να ανεβαίνουν σιγά – σιγά. Θυμάμαι το μαγαζί αυτό από όταν άνοιγε στο δικό μας καλύβι, στο κέντρο σχεδόν του οικισμού.  Το «δημητρακέϊκο» καλύβι ήταν  μακρόστενο παραλληλόγραμμο 25 σχεδόν μέτρα μήκος και 8-9μ.  βάθος, πετρόκτιστο με κεραμοσκεπή όπως όλα τότε , χωρίς ταβάνι με εμφανή τα ελάτινα πάτερα, τα καδρόνια και τα σανίδια της οροφής, με τρεις χωριστές πόρτες εισόδου. Μέσα ήταν χωρισμένο με  όρθια ελάτινα σανίδια, σε τρία χωριστά διαμερίσματα.  Παρένθεση. Ανάμεσα στις πολλές ιστορίες και τα ανέκδοτα της ζωής στο Λιβάδι,ήταν και αυτό του νεαρού  Αραχωβίτη, «μαμαλιγκά»,  που πήγε φαντάρος και γυρίζοντας όχι μόνο είχε εγκαταλείψει τη ρουμελιώτικη βαριά προφορά  με τα συγκομμένα φωνήεντα, αλλά  μιλούσε επιτηδευμένα «Αθηναίικα», όπως λέγανε τότε στην Αράχωβα, κοροϊδεύοντας τους όψιμους πρωτευουσιάνους. Χρησιμοποιούσε μάλιστα και καθαρευουσιάνικες λέξεις.  Ανέβηκε με τον πατέρα του στα καλύβια ο νεαρός, όταν απολύθηκε από το στρατό και βλέποντας σε ένα  «πάτερο» της σκεπής του καλυβιού  «σβουνιά» από βόδι, ήταν σημειωτέον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 αρκετά τα βόδια στο Λιβάδι, ρώτησε  «πατέρα, πως ανήλθε  ο βους και εσβώνησε»; Κόκκαλο ο πατέρας.

«Ήταν το πάτερο χάμω χάχα», ήρθε η θυμωμένη απάντηση.
Το μαγαζί το άνοιγαν κάποιοι Αραχωβίτες, που  κατά κανόνα  δεν είχαν  πολλά κτήματα, μικροεπαγγελματίες, στοχεύοντας  σε κάποιο έκτακτο εποχιακό εισόδημα. Πρώτον θυμάμαι, αμυδρά, το  μπαρμπα Στράτο το Σπάρταλη, παππού των παιδιών που ζουν στην Αράχωβα. Είχε 3 γιούς που έχουν συγχωρεθεί, τον Κώστα, για κάποιο λόγο όλοι τον αποκαλούσαν  Βύρωνα, τον Παναγιώτη και το Γιάννη. Ο  Γιάννης ήταν 4-5  χρόνια μεγαλύτερός μου  και κάναμε κάποτε παρέα στα νιάτα μας. Καλός και έξυπνος άνθρωπος ο Μπαρμπα Στράτος, μέτριο ύψος, ήταν κατά κύριο επάγγελμα ψυχογιός στους Καλυβαίους, αν δεν με απατά η μνήμη μου. Λέγανε  πως ήταν  πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Δεν θυμάμαι πολλά  από τη θητεία του στο μαγαζί. Πολύ καλύτερα θυμάμαι , τον μπαρμπα  Μέλτο (το αραχωβίτικο του Μιλτιάδη)  τον Αγγελή,είχε το παρατσούκλι Σπαρτιάτης.  Ψηλός, αδύνατος, λιγνός, νευρικός και υπερκινητικός , αυτό που λένε  Αραχωβίτικα «σκανιακός». Το  κύριο χαρακτηριστικό του ήταν πως ήταν απίστευτα βλάσφημος. Κάθε 5 λέξεις και  μια σκληρή βλαστήμια των θείων. Θυμάμαι μια  σκηνή που επαναλαμβανόταν σχεδόν κάθε πρωί.  Οι «μαγαζάτορες» του Λιβαδιού  αγόραζαν στις αρχές του καλοκαιριού κάποια πρόβατα και γίδια, προβατίνες και τράγους κυρίως, τα οποία έσφαζαν, ανάλογα  με  τη ζήτηση, τροφοδοτώντας με κρέας τους Καλυβιώτες, που δύσκολα κατέβαιναν στο χωριό. Αυτά τα «μανάρια», γύρω στα 10, ο μπαρμπα Μέλτος είχε αναθέσει να τα βόσκει ο γερο Μηλιώνης , με την τεράστια μουστάκα του (Η φιγούρα του έχει απαθανατισθεί στο φιλμ  του Νέστορα Μάτσα που γυρίστηκε στην Αράχωβα«Αν όλες οι γυναίκες του κόσμου» με το Λάμπρο Κωσταντάρα, την Αλεξάνδρα Λαδικού, τη Μίρκα Καλαντζοπούλου, το Χριστόφορο Νέζερ,  τον Αρτέμη Μάτσα κ.α. στην οποία συμμετείχε ως κομπάρσος. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε πολλά ευτράπελα που είχαν γίνει όταν γυριζόταν το φιλμ.Στη σκηνή του γάμου,  έπρεπε να χαιρετήσει ο γέροντας τη νύφη βγαίνοντας από  την εκκλησία του Αη Γιώργη. Έπιασε όταν ήρθε η σειρά του και  δεν άφηνε το χέρι της νύφης και αντί να πει τη στερεότυπη ευχή που του είχαν πει και να προχωρήσει, έλεγε διάφορες ευχές, όπως να ζήσετε, καλούς απογόνους, με σερνικά παιδιά κλπ,  κρατώντας επίμονα   το χέρι  της όμορφης πρωταγωνίστριας, με αποτέλεσμα  η σκηνή να χρειαστεί να  γυριστεί πολλές φορές, μιας και ο γέροντας δεν αγνοούσε τις φωνές του σκηνοθέτη κάνοντας το ίδιο σε κάθε επανάληψη). Ο γερο Μηλιώνης ήταν  άνθρωπος ήρεμος, πράος, φοβερά αργός, το άκρο αντίθετο του γερο Μέλτου. Οι οδηγίες ήταν να βγάζει πρωί - πρωί  τα ζωντανά να βοσκήσουν και γύρω στις 10  το πρωί να τα φέρνει πίσω για να σφάξει ένα για να έχει  το κρέας που είχαν παραγγείλει οι πελάτες  για να μαγειρέψουν. Ένα κομμάτι κρέας κάθε τόσο ήταν και το ενοίκιο του μαγαζιού.  Πάντα φρέσκο μιας και δεν υπήρχε δυνατότητα συντήρησης ( ένα κρεμασμένο από το ταβάνι συρμάτινο κλουβί, αλλού το λένε φανάρι, ήταν ο αποθηκευτικός χώρος, κυρίως για  ψωμί μιας και επέτρεπε τον αερισμό). Πάγος και ηλεκτρικό ρεύμα ήταν άγνωστη πολυτέλεια, όπως και το τρεχούμενο νερό. Συνήθως ο γέρο Μηλιώνης πήγαινε τα μανάρια για βοσκή  μπροστά από τα καλύβια στους λόφους με τις   φτελιές, όπου συνήθως βοσκούσαμε και εμείς τα παιδιά τότε τις γίδες της οικογένειας, κάθε μέρα. Η επιστροφή  τους, στην κάψα του καλοκαιριού καταμεσίς στον κάμπο, ήταν μια τρομερά αργή διαδικασία, αφού τα ζώα είχαν συνηθίσει  τον αργόσυρτο λικνιστό ρυθμό του συνοδού τους. Οι φωνές και οι απίστευτες σε ποικιλία και ευρηματικότητα  βλαστήμιες  του μπαρμπα Μέλτου, που έβλεπε το «κοπάδι» να αργοκινείται βαρυεστημένα ενώ αυτός καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, διαρκούσαν όσο η επιστροφή, σε ρυθμό ρελαντί. Μια ώρα σχεδόν. Ο γερο Μηλιώνης ατάραχος δεν άλλαζε ρυθμό, ούτε βέβαια αντιδρούσε στις βλαστήμιες.

Σφραγίδα του "Καλλιεργητικού Συλλόγου Λειβαδίου Αραχώβης"
Μετά το μπαρμπα Μέλτο ή πριν,  δεν θυμάμαι καλά, άνοιγε το μαγαζί ο Καστάνης, παρατσούκλι ήταν.  Γιάννη νομίζω τον έλεγαν και  έπαιζε  σαντούρι στα πανηγύρια και τις γιορτές του χωριού με την τοπική κομπανία (Παπαλεξανδρής και  Γιάννης Σαμαρτζής ή Φέκος κλαρίνο, Λουκάς Αποστολόπουλος ή Λουκαντάς και  Μήτσος Μηλιώνης που ήταν και μετεωρολόγος, κιθάρα και τραγούδι , Σίμος Λουκάς νομίζω με  βιολί, Καστάνης σαντούρι και βέβαια ο Στάθης Μαυρεπής ή Τσελεπής και Καφάσης με πίπιζα και τούμπανο. Ίσως κάποτε πρέπει να γίνει ένα αφιέρωμα σε αυτούς). Μικρόσωμος και νευρικός τύπος στην κίνησή του, τον θυμάμαι σχεδόν πάντα γελαστό. Το επάγγελμά του ήταν τσαγκάρης και  είχε τσαγκάρικο στην αρχή του Εγκάρσιου ( ή Αγκάρσιου όπως λένε οι Αραχωβίτες το δρόμο με τα σκαλιά που οδηγεί από την αγορά  στον Αη Γιώργη.  Εγκαρσία Οδός, οδός δηλαδή που τέμνει εγκάρσια τον οικισμό. Δεν μπορώ να μην επισημάνω και από εδώ, μήπως ευαισθητοποιηθεί κάποιος,  την λάθος σήμανση  που έχει βάλει ο Δήμος, «οδός Εγκαρσίου», ως εάν επρόκειτο για τιμώμενο πρόσωπο) στο Καρατσολέϊκο σπίτι, το μοναδικό ψηλό κτίριο της Αράχωβας, εκεί που ήταν το μπαρ  ΦΛΟΞ. Είναι γνωστό το σχετικό σατυρικό τετράστιχο του λαϊκού Αραχωβίτη  στιχουργού Γιαννακόπουλου, που αναφερόταν στα συνεχόμενα εργαστήρια στο συγκεκριμένο κτίριο:
Πολυτεχνείο Σουκατζή (ήταν ξυλουργείο νομίζω μετά ο Σουκατζής έγινε μπετατζής),
Του Μάγου η παλαίστρα, (οι Μαγαίοι ήταν αθλητικοί τύποι που γυμνάζονταν γυμνοί από τη μέση και πάνω, ξυλουργείο ήταν και αυτό νομίζω)
Κωλοχανείο Δούσμανη (ραφείο του μπάρμπα  Γιάννη Δούσμανη, που ήταν ωραίος τύπος  της εποχής, όπου σύχναζαν  πολλοί αργόσχολοι και κουτσομπόλευαν)
και του Καστάνη η χέστρα ( το είπαν έτσι γιατί οι  πλακατζήδες της αγοράς  πήγαν κρυφά τη νύχτα και  αποπάτησαν στο μαστέλο που είχε βάλει τα δέρματα να μαλακώσουν και αυτός νόμισε την άλλη μέρα ότι είχαν λιώσει τα «πετσιά»).
Πλάκες ανάλογες γίνονταν πολύ συχνά, ήταν άλλωστε   η μοναδική καθημερινή  διασκέδαση, στην προ  τηλεόρασης εποχή. Πλάκες σκληρές που χαρακτηρίζουν  ακόμα και τώρα  το επίσης  σκληρό Αραχωβίτικο χιούμορ. 
 Εκτός από το κρέας το «πολυκατάστημα» πούλαγε μακαρόνια, ρύζι, μπακαλιάρο και κονσέρβες με καλαμάρια, μάρκας Πορτόλα. ‘Ισως  και τοματοπελτέ Κύκνος, χύμα. Έφτιαχνε και καφέ Ελληνικό. Το βραδάκι με το σούρουπο δούλευε και  σαν ταβέρνα με κάποια μεζεδάκια, συκωταριές από το σφάγιο,κοκκορέτσι, κάποιες φορές  σπληνάντερο, τυρί,  μυζήθρα ξερή ψητή και κυρίως άφθονο καλό παλιό καλό μαύρο μπρούσκο Αραχωβίτικο κρασί. Υπήρχε μια στόφα, όπως μπαίναμε αριστερά όπου μαγείρευαν και δίπλα ένας υποτυπώδης κρεμαστός μεταλλικός νεροχύτης με μια λεκάνη από κάτω για να ξεπλένουν τα πιάτα και τα ποτήρια  που τα στοίβαζαν σε πρόχειρα ράφια με σανίδια καρφωμένα στον τοίχο. 3-4 ξύλινα τραπέζια και για καρέκλες «κάρλες», κομμένοι κορμοί από έλατο,  συμπλήρωναν τον  εξοπλισμό. Υποτυπώδη πράγματα. Φωτισμός με λάμπες πετρελαίου, μπορεί να υπήρχε και μια λάμπα ασετυλίνης. Νερό κουβαλημένο από το πηγάδι. Οι εργατικοί, οι ηλικιωμένοι κυρίως, πέρναγαν κι έπιναν ένα κρασί, για να ξεφύγουν και λίγο από το σπίτι και να βρεθούν μεταξύ τους για καμιά κουβέντα, αλλά  και για να στηρίξουν το μαγαζί. Από τις επτά περίπου μέχρι που νύχτωνε έσφυζε από ζωή και συζητήσεις ζωηρές και μεγαλόφωνες για τρέχοντα θέματα και προβλήματα της καθημερινότητας.
 Υπήρχαν όμως και κάποιοι  μόνιμοι,  θαμώνες, ιδιαίτεροι τύποι,  πότες. Θυμάμαι δύο χαρακτηριστικούς. Το μπαρμπα Γιάννη το Βέλιο, Ανδρέου το επώνυμο, πατέρας του Μήτσου και του Λουκά, και το γερο Γιαννακούς, Γιάννης Αυγερίκος, πατέρας του Ασημάκη, παππούς του Γιάννη. Είχε φωνή απίστευτα βραχνή,  άγρια χαρακτηριστικά, τον θυμάμαι πάντα αξύριστο, ψυχούλα όμως. Το καλύβι του ήταν πίσω από το δικό μας.  Για τον μπαρπα Γιαννακού μου είπε πρόσφατα μια ιστορία ο Μελισσάρης ο Ανδρέου Λιβαδίσιος κι αυτός.  Ήταν  φτωχός άνθρωπος ο Γιαννακούς σε σημείο που ο Σύρος που είχε το μπακάλικο δεν του έδινε πίστωση, όπως γινόταν κατά κανόνα τότε, αφού η πληρωμή γινόταν με τα παραγόμενα προϊόντα. Κατέβηκε όμως έναν Ιούνιο στο χωριό ο τότε ταβερνιάρης ο Στράτος ο Σπάρταλης και είπε στο μπακάλη και την αγορά πως φέτος ο Γιαννακούς θα πνιγεί στη φακή, υπονοώντας μεγάλη παραγωγή. Αμέσως άλλαξε η πιστωτική πολιτική του μπακάλικου με  την προοπτική του 9αν΄΄υπαρκτου όμως) εισοδήματος.
Μεγάλοι  πότες. Λέγανε πως  έπιναν κάθε μέρα μια πεντάρα νταμουζάνα μαύρο κρασί, πέντε οκάδες  ήταν οι νταμουζάνες τότε γυάλινες με πλεκτό ψαθί απέξω. Δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους.Μετά όμως από κάποια κατανάλωση  σχεδόν πάντα «έπιαναν» το τραγούδι. Μουρμούριζαν μάλλον,  αργόσυρτα  λυπητερά τραγούδια,  παράφωνα και μεθυσμένα, δύσκολο να καταλάβεις τους στίχους. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τότε,  ένα ειδικά: « Σαπίσαν τα γιλέτσα (γιλέκια)  μου, ου,ου,ου, ου…, φανήκαν οι γιαρμοί (αρμοί) μου, ου,ου,ου…»  μουρμούριζαν μονότονα. Δυνατός στίχος που αποδίδει ανάγλυφα  τη μεγάλη  φτώχεια. Μόλις πέρναγε η  ώρα και φαινόταν ότι θα το «τραβήξουν», αφού δεν  έδειχναν  διάθεση να φύγουν, ο παππούς μου που ήθελε να κοιμηθούμε  για να ξυπνήσουμε πρωί, αξημέρωτα, για  δουλειά,  έριχνε με δύναμη το  «χαρανί», μεταλλικό κουβά με τον οποίο βγάζαμε νερό από το πηγάδι, στο ξύλινο χώρισμα. Ο θόρυβος ήταν παταγώδης. Αμέσως τρέπονταν σε φυγή, παίρνοντας το μήνυμα.
   Το μαγαζί έκλεινε και οι καταστηματάρχες κατηφόριζαν στο χωριό μετά το δεκαπενταύγουστο που τέλειωνε  ο θερισμός και  «απολυόταν»,  το λεγόμενο «βοϊδολίβαδο» ( θα το αναλύσω στο επόμενο σημείωμα), ελευθερωνόταν  δηλαδή η βοσκή των περιοχών που καλλιεργούνταν και το λιβάδι καταλάμβαναν οι άσπονδοι φίλοι των γεωργών, οι κτηνοτρόφοι που καραδοκούσαν να βοσκήσουν τα κοπάδια τους  τις καλαμιές από τα θερισμένα χωράφια.   

Οι λογγίσιοι

Υπήρχε όμως και Αραχωβίτες που έκαναν μιαν άλλη δραστηριότητα στο βουνό.  Οι λογγίσιοι. Αραχωβίτικα προφερόταν «λοτζίσιοι», οι άνθρωποι του λόγγου, δηλαδή  του δάσους, οι ξυλοκόποι ( η λέξη λόγγος για τους χωριανούς που δεν ανέβαιναν στο Λιβάδι  αναφερόταν στον   ελαιώνα).  Με  το μεγάλο θέμα της αραχωβίτικης  προφοράς μούρθε στο μυαλό μια παλιά ιστορία. Ο μακαρίτης ο  Λουκάς ο Κεφάλας , ο Μανές, τσοπανόπουλο, πήγαινε στο δημοτικό σχολείο. Βαριόταν αφόρητα και σε κάποια στιγμή ήθελε να βγει έξω να παίξει στη λιακάδα. Απευθύνεται στο δάσκαλο και του λέει : Κύρι μι πονάει η τσλιάμ (Κύριε με πονάει η κοιλιά μου). Ο δάσκαλος που κατάλαβε το λόγο  του λέει: Γράψε Λουκά το τσλιαμ στον πίνακα και θα σε αφήσω να βγεις. Προσπάθησε ανεπιτυχώς: Τσλιμ, τσλαμ, τσλουμ. Βλέποντας ότι δεν μπορεί, γυρίζει στο δάσκαλο και του λέει για να ξεφύγει από το αδιέξοδο: Κύρι μι ξιπόνες.
Το δάσος έδινε στους Αραχωβίτες τα ξύλα για τη θέρμανση των σπιτιών στα τζάκια κι αργότερα  τις σόμπες , το σημαντικότερο όμως,  εκείνα τα χρόνια έδινε   την ξυλεία για τα σπίτια που έφτιαχναν. Υπήρχαν κάποιοι Αραχωβίτες ασχολούνταν επαγγελματικά με την κοπή και επεξεργασία (πελέκημα, σκίσιμο ) ελατόδενδρων για  την παραγωγή ξυλείας και παράλληλα τα καυσόξυλων. Αν και ειδικά  με την κοπή και προμήθεια καυσόξυλων από τα έλατα απασχολούνταν λίγο ή περισσότερο όλοι οι κάτοικοι. Εξαιρετικά επίπονη και κυρίως τεχνική δουλειά. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο πατέρας μου που  με τον πρώτο ξάδερφό του τον Γεώργιο Ανδρέου ή Σαπουντζάκη και τον αδελφό του Νικολή Ανδρέου ήταν ομάδα δυνατή και ιδιαίτερα επιδέξια.Οι πιο διάσημοι όμως γιατί αυτοί  ασχολούνταν περισσότερο από όλους με τη δραστηριότητα αυτή   ήταν τα αδέρφια  Γιάννης και Γιώργος Αγγελής που  είχαν το παρατσούκλι Στραβόκολος.   Απασχολούνταν ακόμα οι Σπύρος ο Στεφανόπουλος ή Μάνθος, ο Μέλτος Σιαμήτρος ο πατέρας του Χριστόφορου και του Γιώργη, ο Στάθης Γιαννέλος ο πατέρας του Γιαννελόγιαννου και παππούς του Στάθη και του Θωμά. Έχω προσωπικές μνήμες της δύναμης, της τέχνης και της ταχύτητας με την οποία λιάνιζαν με τεράστια τσεκούρια - έχω ένα τέτοιο στο σπίτι - τα κλαδιά για καυσόξυλα. Με  ένα κτύπημα έκοβαν στεγνά   «πατοκλώναρα» (τα χαμηλά κλαδιά του έλατου)  διαμέτρου  10-15 πόντων. Λένε οι παλαιότεροι πως αν υπήρχαν τότε,που δραστηριοποιούνταν όλοι αυτοί που ανέφερα παραπάνω, τα βενζινοπρίονα, μπορεί να μην υπήρχε δάσος στον Παρνασσό. Όπως όμως θα αναφέρω παρακάτω τη δραστηριότητά  αυτή την διέκοψε το ίδιο το δάσος.

Προετοιμασία για τον χειμώνα, με κόψιμο ελάτινων ξύλων.
(Οικογενειακό αρχείο Παναγιώτη Μπεζεντέ).
    Όταν έκοβαν «ξυλεία» έστηναν ολόκληρη εγκατάσταση, κάτι σαν τον καταρράκτη που έχουν  τα μαρμαράδικα και κόβουν τα μάρμαρα. Το έστηναν,  στο βουνό  σχετικά κοντά  στα έλατα που έκοβαν, για να μπορούν να «σκίζουν» τους κορμούς, αφού τους πελέκαγαν με ειδικά τσεκούρια για να φύγει η φλούδα και να τετραγωνιστούν κάπως. Άκουγα τότε από τους ξυλοκόπους  μια λέξη για τα ξύλα που την χρησιμοποιούν οι μαραγκοί ακόμα «σόκορο» που σημαίνει  ξύλο ίσιο και καθαρό καλής ποιότητας. Την χρησιμοποιούσαν μάλιστα και μεταφορικά για κάποιες εντυπωσιακές γυναίκες,όπως χρησιμοποιούσαν καταφρονητικά  και το αντίθετό της που ήταν η λέξη, για ξύλα και αυτή, «καραφάνταλο»  Τους πελεκημένους κορμούς μετέφεραν σέρνοντάς τους  γαντζωμένους με σιδερένιους γάντζους δεμένους   με σχοινιά, που έδεναν στις  λεμαργιές δυνατών μουλαριών.  Τα έσκιζαν για να βγάλουν  πάτερα, καδρόνια και σανίδια και ό,τι περίσσευε καυσόξυλα, δουλεύοντας δύο  με τα χέρια με δύναμη και  τέχνη ,ο ένας πάνω ο άλλος  κάτω, την  «κόφτρια» που ήταν  ένα τεράστιο πριόνι πλάτους 15 εκατοστών περίπου και μήκους δύο μέτρων σχεδόν, με καλοακονισμένα δόντια. Με την «κόφτρια» αυτή  έκοβαν οριζόντια και τους κορμούς των ελάτων που επέλεγαν να κόψουν, να «κατεβάσουν», ρυθμίζοντας με πολύ τεχνικό τρόπο την γωνία και την κατεύθυνση της πτώσης. Από τότε ακόμα τα έλατα που θα κόβονταν τα υποδείκνυε το δασαρχείο, αν και η αυθαιρεσία ενδημούσε από τότε.  Είναι χαρακτηριστική μια ιστορία πονηριάς που αξίζει να καταγραφεί. Ο Θόδωρος ο Δημητράς είχε ανεβεί στο βουνό με συνεργείο για να κόψουν καυσόξυλα και ξυλεία. Πήγαν με το δασικό υπάλληλο σε συγκεκριμένο σημείο του δάσους, όπου τους υπέδειξε 2-3 έλατα που θα μπορούσαν να κόψουν. Παράλληλα τους επισήμανε ειδικά να μην πειράξουν ένα συγκεκριμένο έλατο ίσιο και υγιέστατο, λαμπάδα. Μόλις έφυγε ο δασικός ο μπαρμπα Θόδωρος, νευρικός και σβέλτος όπως ήταν,  είπε στο συνεργείο να κόψουν  πρώτα το έλατο αυτό στη ρίζα όμως. Έτσι κι έγινε, το έκοψαν το λιάνισαν και μετά έκοψαν και τα έλατα που τους είχε υποδείξει.  Πάνω στον κομμένο σύρριζα κορμό του «απαγορευμένου» ελατόδενδρου έβαλαν φωτιά κι έψηναν κοντοσούβλι. Κάποια στιγμή, ήταν μεσημέρι επανέκαμψε ο δασικός. Κάτι  του έλλειπε στο τοπίο. Άρχισε να ψάχνει το ωραίο έλατο που είχε επισημάνει να μην πειραχθεί. Ο μπαρμπα Θόδωρος έκανε πως δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, αρνούμενος ότι πείραξε άλλο δένδρο εκτός από τα υποδειχθέντα.  Εν τέλει ο δασικός, μη βρίσκοντας άκρη του δήλωσε πως αν του πει τι έχει γίνει θα του συγχωρέσει την παράβαση. Με το πόδι παραμέρισε ο Θόδωρος   τη φωτιά και του έδειξε τον φρέσκο κομμένο κορμό. Κόκκαλο ο δασικός.
Το δάσος όμως είναι η ίδια  φύση και κάποια στιγμή αντέδρασε, εκδικήθηκε.  Σαν ζωντανό ένα τεράστιο ελατόδενδρο που αν και το είχαν πριονίσει κατάλληλα και το είχαν προσανατολίσει σωστά προς τα πού να πέσει, ο πατέρας μου κι ο ξάδερφός του ο Σαπουντζάκης, έπεσε μεν προς τα εκεί που το  είχαν προγραμματίσει,  έκανε όμως γκέλ σε βράχο και σε άλλο κομμένο κορμό  και σχεδόν  σημαδεύοντάς  τον κατευθύνθηκε,  καταπλάκωσε και σκότωσε επί τόπου τον Γεώργιο Χριστοφόρου Ανδρέου ή Σαπουντζάκη, που το έφεραν στο χωριό νεκρό σε κουβέρτα με το φορτηγό που θα φόρτωνε τα ξύλα. Από τότε ο πατέρας μου κι ο θείος μου  ο Κοσμάς διέκοψαν, μαχαίρι,   κάθε επαγγελματική ενασχόληση και σχετική  δραστηριότητα. Κάποιοι συνεχίζουν ακόμα και τώρα να ανεβαίνουν στο τέλος του καλοκαιριού για ελάτινα καυσόξυλα στο βουνό, αν και είναι επίπονη και δύσκολη διαδικασία, γιατί έχει μεγαλώσει η περιβαλλοντική επιτήρηση, λόγω και του νομικού πλαισίου για τον Εθνικό Δρυμό αλλά και των διατάξεων που προστατεύουν τα δάση. Εκτός  όμως αυτού  επειδή  τα ξύλα, που συλλέγονται με  κόπο έχουν αντικατασταθεί, όπως όλα άλλωστε, από βιομηχανικά προϊόντα (πέλετ κλπ) που πουλιούνται και  αγοράζονται.

Ανθρωπογεωγραφία

Θα ήταν παράλειψή μου αν δεν έκανα  την  ανθρωπογεωγραφία του Λιβαδιού, άτυπο  μνημόσυνο, αναφέροντας  όσους  Αραχωβίτες θυμάμαι πως ανέβαιναν στο Λιβάδι.  Ας  με συγχωρέσουν οι οικογένειες όσων  ξέχασα. Ας με συγχωρέσουν επίσης οι κυρίες που αναφέρω μόνο τους άνδρες των οικογενειών. Ο λόγος είναι  ότι  μνημονεύω μόνο  όσους θυμάμαι και δεν  είναι στις προθέσεις μου να κάνω γενεαλογική έρευνα.

Γλέντι στα Καλύβια.
(οικογενειακό αρχείο Στέργιου Μπακολουκά).
    Οι αδερφοί Ανδρέας και Γιάννης Στεφανόπουλοι, οι Βουργαραίοι όπως του λέγανε  και τα παιδιά τους ειδικά οι δύο Βασίληδες, ο μεγάλος του Γιάννη και ο μικρός  του Ανδρέα,  Πιρίλα τον λέγαμε λόγω μιας ωραίας ιστορίας με τον ιταλό περιηγητή Πιρίλα, φίλος μου καλός πρόωρα χαμένος, από τους πρώτους που ασπάστηκε την εξέλιξη με το χιονοδρομικό.  Εκεί και   ο Αλέκος ο επιλεγόμενος καραμαντηλάκιας και ο Γιώργος ο Μάης, φίλος μου κι αυτός  από τα παλιά, τώρα στη Θάσο.  Ο μπαρμπα Γιάννης ο Μπεζεντές, ο επιλεγόμενος Μπεζεντόγιαννος και «σκούκζας» (από το σκούζω) επειδή ήταν φωνακλάς, παππούς του Φούνες και της Αχτίδως, αναφέρω  μόνο αυτούς από τους νεώτερους , γιατί από το Μπεζεντέϊκο αυτοί έχουν γίνει επώνυμοι και διάσημοι. Εκεί  και τα παιδιά του ο Κώστας, ο Ζήσης και ο Στάθης.  Ο μπαρμπα Νικολής ο Ανδρέου και ο  αδερφός του ο Γιώργος, Σαπουντζάκης  το παρατσούκλι του  και ο πατέρας τους  Χριστόφορος Ανδρέου, αδερφός του παππού μου. Τα παλαιότερα χρόνια ο Στέργιος Ανδρέου , αδερφός και αυτός του παππού μου, και τα παιδιά του Μήτσος, ο επιλεγόμενος και πανωσώμαρας λόγω μιας ωραίας πιπεράτης ιστορίας, ο Γιωργούλας και ο Νίκος, ο Σέρβος, που έγιναν έμποροι αρκετά νωρίς και ξέκοψαν από το Λιβάδι. Ο  παππούς μου Γεώργιος Ανδρέου ή Γερολυμάτος,  ο πατέρας μου ο Μήτσος ο ψηλός  και ο αδερφός του ο Κοσμάς ή Μάκης. Ο  Γιάννης Αγγελής ή Στραβοκολόγιαννος και ο αδερφός του Γιώργος, δεινοί ξυλοκόποι, είχαν γαμπρό το Θωμά Δεμερτζή, ψάλτη στην Παναγία, που συνέχισε την παρουσία. Ο μπάρμπα Μήτσος ο Μιληρός.Ο μπάρμπα Γιάννης ο Πατσαντάρας, που αργότερα τον είχαμε επιστάτη στο γυμνάσιο, πατέρας του Χριστόφορου. Ο Γιάννης ο Καλύβας. Ο Παναγιώτης Καλύβας, Μποροτούλας το επώνυμο, που είχε ένα  μεγάλο κοπάδι  άλογα και παρήγαγε με διασταύρωση μουλάρια. .  Ο    Δήμος ο Καραπατούχας  και ο γιός του Χρήστος, παππούς και πατέρας του Δήμου, μόνοι αυτοί από τους Καραπατουχαίους που ανέβαινε στο λιβάδι. Ο μπάρμπα Γιώργης  Δασαργύρης,  Βενιζέλος το παρατσουκλι, και τα παιδιά του ο Νίκος, ο Χρήστος και ο πρόωρα χαμένος Λουκάς, που οδηγούσε  ένα από τα δύο πρώτα τρακτέρ που τουμπάρησε και σκοτώθηκε ο ίδιος και μαζί του η Βασιλικούλα η γυναίκα του Παναγιώτη Δεσφινιώτη, του ράφτη που επιλεγόταν  και «Χρυσό ψαλίδι», ανέβαινε κι αυτός στο Λιβάδι, σώγαμπρος του μπάρμπα Γιώργη του Μπακλαγή.  Τα αδέρφια  Καπετάνιος και Σφαλατσοτόγιαννος,   Ανδρέας και Γιάννης Ανδρέου ήταν   και από τα παιδιά τους Καπετάνιου ο Στέργιος ο επιλεγόμενος και λοκαντζής  και ο Χρήστος ο Χαμομήλιας, μεγάλος τύπος της εποχής, που έβλεπε πολύ μακριά αλλά ατύχησε πολλαπλώς.  Ο μπαρμπα Γιάννης είχε τρεις θυγατέρες. Από τα παιδιά του τρίτου αδερφού τους Γιώργη Ανδρέου, Σφαλακιώτη, πρόωρα πεθαμένου, ο Στέργιος και ο Μελισσάρης.  Οι  Μπακλαγαίοι Γιώργος και Παναγιώτης και από τα παιδιά τους ο Αλέκος, πατέρας του Τάκη και Γιάννης πατέρας του Παναγιώτη. Ο Μήτσος ο Λούς, Ανδρέου κι αυτός,  πατέρας του Κομνά  και  ο αδερφός του νομίζω  ο Λουκάς Ανδρέου ή Σαμαράς,  παππούς του Λουκά Καραπατούχα. Ο Λουκάς και ο Μήτσος ο Βέλιος, Ανδρέου  και αυτοί  παιδιά του μπάρμπα Γιάννη. Ο  Λουκάς Ανδρέου,   φατσή και    αγάλια - αγάλια τον λέγανε τότε και Ζήτα αργότερα, πατέρας της Στέλλας Καπλάνη. Ο  Λουκάς ο Φαλάκρας ,  πατέρας του Δήμου και ο Μήτσος, πατέρας του Χρήστου, Ανδρέου κι αυτοί. Γενικά σχεδόν όλοι οι Ανδρέου, με εξαίρεση τους Σαμαραίους ήταν Λιβαδίσιοι.  Ο Γιάννης Δασαργύρης,  Καρνελόγιαννος το παρατσούκλι και ο γιος του    Δημητράκης, που πέθανε πολύ νέος, πατέρας του Γιάννη και του Λουκά. Ο γερο Στάθης Ανάγνος  και ο γιος του  Θόδωρος πατέρας του Στάθη και του Γιάννη. Από τους Συραίους ο  Κώστας ο πατέρας του Γιάννη του καθηγητή και ο  Ζάχος  ο Μπαταριάς , μάγκας της εποχής, αλλά  και ο Λουκάς Σύρος ο επιλεγόμενος Γερολούκας.  Ο Κώστας Παντίσκας, που έπαιζε τη σάλπιγγα στις γιορτές του Πάσχα και του Αηγιωργιού μέσα στην εκκλησία και ο γιος του Παναγιώτης.   Οι Ταλαγαναίοι, μεγάλη οικογένεια, θυμάμαι το Ζάχο, νομίζω υπήρχε και Νίκος, είχαν καλύβι πίσω από το δικό μας. Ο Στάθης ο Μαντάς, γείτονας στα καλύβια και από τα παιδιά του ο Γιάννης κι ο Αλέκος αν θυμάμαι καλά.  Ο Θόδωρος ο Δημητράς  που είχε καλύβι πίσω από το δικό μας και κτήματα, αλλά λόγω του μαγαζιού στο χωρίο δεν έμενε πολύ στα Καλύβια. Οι Πλητσαίοι, Καγιαγιμαίοι  ήταν το παρατσούκλι τους, νομίζω Αλέκος, Δήμος και Παναγιώτης, είχαν σπίτι στον Πλάτανο,  όπως  οι περισσότεροι Πλητσαίοι, εξ ου και η βρύση λεγόταν «Πληκόβρυση» δηλαδή  «Πλητσόβρυση».  Ο Μπαρμπα Γιώργης ο Κοτσάμπασης και ο γιος του ο Νίκος.  Ο Σπύρος ο Κοκκοβός, Κατσαβός το παρατσούκλι με το τσιγκελωτό μουστάκι και τη γκλίτσα, πατέρας του Παναγιώτη και του Γιώργη. Οι Καραμελισαραίοι, Στεργίου  το επώνυμο, οι μεγαλοκτηματίες του Λιβαδιού, ο Νίκος ο επιλεγόμενος και ποδάρας, πατέρας  του Ανδρέα και του Γιώργη,  ο αδελφός του Παναγιώτης πατέρας του Χρήστου, ήταν οι μόνοι που είχαν δίπατα καλύβια. Ο Χρήστος ο Στεργίου και ο γιος του  Δημήτρης.  Ο Γεώργιος Μυλωνάς, τον αποκαλούσαν  κόκκινο και ο γιος του Ανδρέας. Ο Σπύρος  Στεφανόπουλος ,  Μάνθος το παρατσούκλι.  Ο Γιώργος ο Βλάχος, επώνυμο Μπακολουκάς, ο πατέρας του Μπάμπη, ήταν συνέταιρος στα τρακτέρ που πρώτο αγοράστηκαν στην Αράχωβα, με το Μπεζεντέ και το Βενιζέλο,  μετά χώρισαν και πήρε δικό του. Ο  Γιώργος ο Μπουρζούκος.  Ο Στέργιος ο Ανδρεαδούλης, Χριστοφόρου  το επώνυμο  και ο γιος του ο Ανδρέας ο επιλεγόμενος Ταχύβολος, έφυγε πρόσφατα, πατέρας του Στέργιου.     Ο μπαρπαγιάννης  ο Κοκκώνης, ο Κοκκονόγιαννος  και γυναίκα του η Κοκκωνομορφιά, έμεναν στα καλύβια περισσότερο από όλους (Είναι γνωστή η ιστορία του γέροντα που σε μια μεγάλη ανομβρία κρέμασε την εικόνα του Αη Γιάννη του Θεολόγου  στο πηγάδι Τοπόλι, απειλώντας να τον πνίξει αν δεν έβρεχε).    Ο Γεώργιος Δασαργύρης ή Βαρελότας, τσαγκάρης και ο γιος του Πανάγος ζει τώρα στους Δελφούς. Ο Στέργιος Κολόβαρης, πατέρας του Σπύρου.

 Σίγουρα ξεχνάω και κάποιους. Όσοι ανέφερα από τους πολύ παλαιούς  πέρναγαν μήνες στο λιβάδι .  Ας είναι αναπαυμένοι όσοι έχουν φύγει , οι περισσότεροι δηλαδή,   τους χρωστάμε πολλά (έπεται συνέχεια).