Τετάρτη 29 Ιουλίου 2026

1891 - ΑΠΟ ΓΑΛΑΞΕΙΔΙΟΥ ΕΙΣ ΑΘΗΝΑΣ

 

ΠΩΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
ΑΦΗΓΗΣΙΣ ΝΑΥΑΓΟΥ
(Εγχωρίου ανταποκριτού.)
Σιδηρόδρομοι, ατμόπλοια, αμαξιτοί οδοί, βραχεία η απ’ Αθηνών εις Γαλαξείδιον οδός — και μετέβην εις Γαλαξείδιον προς επίσκεψιν των συγγενών μου.
Καλά, κακά έφθασα και αφού εκάθησα περί τας 20 ημέρας εσκέφθην περί επιστροφής — και εδώ αρχίζουν αι περιπλανήσεις μου, αντάξιαι υμνήσεως των ηρωικών χρόνων. Διότι αν δελφίνες δεν παρηκολούθουν το πλοίον μου, αν δεν ηναγκάσθην να προσδεθώ εις τον μέγαν ιστόν όπως μη σαγηνευθώ εκ των ασμάτων των Σειρήνων, αν δεν διήλθον την Σκύλλαν και την Χάρυβδιν, υπέστην όμως όλας τας περιπετείας μεγάλου θαλασσοπόρου και κοντεύω να πιστεύσω ότι τα παθήματα του Ιωάννου Όρθ εν Παταγονία είναι μηδέν παραβαλλόμενα προς τα ιδικά μου.

Ανά τον Κορινθιακόν.

Ο Κορινθιακός είνε ο γλυκύτερος των κόλπων και ο ποιητικώτερος και ο γραφικώτερος.
Η επιφάνεια αυτού είνε λεία ως κάτοπτρον ομώνυμον, και η επ' αυτού ναυσιπλοΐα θα κατωρθούτο επί κελύφους καρύου.
Ατυχώς ο Κορινθιακός κόλπος ομοιάζει πολύ προς ωραίαν γυναίκα. Έχει όλην την επανθούσαν αυτής χάριν, αλλά και όλην την δυστροπίαν και παραξενιάν. Εκεί που τον βλέπεις γαλήνιον, ήρεμον, άκακον, εκεί αιφνιδίως συνοφρυούται, αγριεύει, κυλά υπερμεγέθη κύματα, δυστροπεί, τα κάμνει άνω κάτω. Αγάπη χωρίς γρίνα δεν έχει χάρι και δι' αυτό εγώ αγαπώ τον Κορινθιακόν.
Με οφθαλμούς ατενείς, με κανοκιάλια, με τηλεσκόπιον παρετήρουν επί ώραν πολλήν προς την Ιτέαν και εζήτουν εν μέσω του δεινώς συνταρασσομένου κόλπου και της ομιχλώδους ατμοσφαίρας να διακρίνω το ερχόμενον ατμόπλοιον.
Την 9 αφίκετο.
Μη υπάρχοντος λιμένος, το ατμόπλοιον καίτοι μικρόν, λιλιπούτειον, η «Ύδρα» έτεκεν επί ατμού εις μεγάλην απόστασιν.
Να μεταβής από της παραλίας εις το ατμόπλοιον εν τρικυμιώδη καιρώ πρέπει να είσαι Δήλιος κολυμβητής και επειδή εγώ δεν ήμαι έως ότου να φθάσω, ο ουρανός μού εφάνη σφονδύλι.

Η τρικυμία

Ατμόπλοιον μικρόν, πλοίαρχος λαμπρός ο κ. Χ. Σ. Χάρις και συμπλωτήρες ολίγοι. Δύο βουλευταί, είς πρώην και είς νύν, μια Αραχωβίτισσα βεργολιγερή, είς ιερεύς, είς Γάλλος θαυμάσιος λογοπαίκτης.
Και επλέομεν.
Όχι, εχορεύομεν.
Όχι εκοντραβαλίζομεν.
Ο άνεμος εμαίνετο, κύματα ουρανομήκη ηγείροντο, το σκάφος υψηγείρετο και επανέπιπτε μετά δούπου, το ρεύμα ισχυρόν, η θάλασσα μετεβάλλετο εις κονιορτόν υπό του ισχυρού κύματος.
Τρικυμία εν θαλάσση, τρικυμία εν τώ στομάχω.
Η αβαρία ήρξατο επ' αυτού.
Ο ιερεύς εν ιερά συγκινήσει εξωμολογείτο, ότι έβγαλε την παληάν του κοινωνίαν.
Θεέ μου τι μαρτύριον!

Να πατήσω λιθάρ’

Εν τούτοις ο κόλπος συνεταράσσετο δεινώς, τα κύματα κατενίκων τον ατμόν, ο άνεμος τα απώθει και ο γενναίος πλοίαρχος εσκέπτετο να ποδίση.
Αλλ' ημείς τι να κάμωμεν, οι οποίοι είμεθα διά τας Αθήνας, οι οποίοι επειγόμεθα να φθάσωμεν δι' υποθέσεις μας;
Και έπειτα η φρικιώδης ναυτία, το απαίσιον βάσανόν μας;
Μώρ να πατήσω λιθάρ’ εκραύγαζε μετά πόνου ο Ιερεύς κ' ελάτε κοντά έπειτα!

Ο Αγριλεός.

Παρακαλούμεν τον πλοίαρχον να μας βγάλη εις Λουτράκιον.
Αδύνατον, ούτε μίαν σπιθαμήν δεν ηδύνατο να προχωρήση.
Αντικρύ ο Αγριλεός, μέρος αντάξιον του ονόματός του.
Και ήρξατο η αποβίβασις.
Ο παπάς πρώτος και οι βουλευταί.
Δεύτεροι ημείς.
Πατούμεν γήν.
Ο παπάς μόλις πατά το λιθάρ’ και σηκώνων το ράσον του, χού ! κι' από δώ πάν και οι άλλοι.

Ο πολικός αστήρ.

Το μέρος άγριον, έρημον.
Μακράν εν ποιμνιοστάσιον.
Εκεί να κουρνιάσωμεν.
Προχωρούμεν.
Αίφνης μία ανακάλυψις.
Είς ποιμήν, μία γαϊδάρα και η δεσποινίς θυγάτηρ της.
Παρακαλούμεν τον ποιμένα να μας οδηγήση εις Λουτράκιον.
— Εγώ δεν ’μπορώ, πάρτε όμως την γαϊδάρα, το ίδιο κάμνει.
Οι ναύται έχουν τον πολικόν αστέρα, ως οδηγόν, ημείς έχομεν μίαν γαϊδάραν.
Μπρός αυτοί, πίσω ’μείς.
Τον δρόμον δεν ειξεύρομεν, αλλ’ αυτή τον είξευρε.
Η γαϊδάρα εκ του πολλού βάρους κύπτει, σκουντάπτει, ημείς την ανεγείρομεν, εν μέσω των ευφυολογιών του Γάλλου.
Και ο δρόμος δύσβατος, ατελείωτος, κάβοι επί κάβων, κακοτοπιά.
Ευτυχώς Σελήνη.

Το Κάρλσβαδ.

Μετά τριών ωρών πορείαν φθάνομεν εις το περίφημον της Ελλάδος Κάρλσβαδ, τα περίφημα ιαματικά ύδατα του Λουτρακίου.
Ούτε καλύβα.
Εν τω σκότει διακρίνομεν μέλανα όγκον.
Τι να είναι αυτό;
Αλλ' ο παπάς μας βγάζει από την απορίαν μας, προδραμών και ανοίγει το Χάνι.
Δύο λεπτά αργότερα ο Χαντζής θα εκοιμάτο.
Τι πολύτιμον πράγμα που είναι δύο λεπτά.
Εισερχόμεθα εις το Κουρσελάν του Λουτρακίου. Τοίχοι καπνισμένοι, σκεπή αταβάνωτη, τζάκι καπνισμένο.
Φαΐ τίποτε.
Λεηλατούμεν αλλήλους.
Από ανακαλύψεως εις ανακάλυψιν κατέσχομεν ένα τουλούμι εληές, παξιμαδάκια, ολίγα πουλιά. Και η παροξυνθείσα πείνα μας καταπαύει.
Έξ άνθρωποι εντός του αυτού δωματίου κοιμώμενοι. Ο άνεμος από όλας τας οπάς εισερχόμενος. Χωρίς σκεπάσματα.
Εις το Κάρλσβαδ της Ελλάδος.

Η σουαρέ του Δημάρχου.

Η απελπισία μας καταλαμβάνει· ζητούμεν τον αγωγιάτην να φύγωμεν. Αλλ' η κυρία του μετά λύπης μας αναγγέλλει, ότι ο σύζυγός της ευρίσκεται εις την σουαρέ του κ. Δημάρχου.
Και εκοιμήθημεν.
Πρωί, πρωί καταλείπομεν το Κάρλσβαδ της Ελλάδος και φθάνομεν εις Κόρινθον.
Στον σιδηρόδρομον και εις τας Αθήνας.
Μοράλ
Έξω από την Αθήναν ούτε βήμα!

Γαλαξειδιώτης.