Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

Ανεμώρεια & Άμβροσσος

 


Του Στάθη Ασημάκη
(Από το βιβλίο «Σύμμεικτα Ι», Αθήνα 2020)

 Η τεκμηρίωση της θέσης της ομηρικής Ανεμώρειας που επιχειρήθηκε στο βιβλίο: «Στην κοιλάδα του Πλειστού. Ξαναδιαβάζοντας τις αρχαίες πηγές» βοηθάει, πιστεύω βάσιμα, αφενός στο να την ταυτίσουμε με τη φωκική πόλη Αιολιδείς, την οποία μνημονεύει ο Ηρόδοτος ότι καταστράφηκε από τους Πέρσες στη διαδρομή τους για τη σύληση του Μαντείου του Απόλλωνα, και αφετέρου στο να την τοποθετήσουμε στη σημερινή θέση «Καστρούλι» Ζεμενού (στα μυκηναϊκά χρόνια) και στη διπλανή θέση «Παλιόπυργος» (στα αρχαϊκά χρόνια).
    Αυτό μας βοηθάει, επιπλέον, ώστε να λυθεί και ο γρίφος της όμορης φωκικής πόλης Άμβροσσος (Άμβρυσσος), η οποία δεν αναφερόταν στον κατάλογο νηών στην Ιλιάδα του Ομήρου, αλλά εμφανίστηκε, πολύ αργότερα στις αρχαίες ιστορικές πηγές.
    Ειδικότερα, η πρώτη συγκεκριμένη αναφορά  για την ύπαρξη της Αμβρόσσου, απ’ όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε, γίνεται από τον ιστορικό Λίβιο στο βιβλίο ΧΧΧΙΙ Κεφάλαιο 18, της ρωμαϊκής ιστορίας του, όταν αναφέρεται στην εκστρατεία του Ρωμαίου ύπατου Τίτου Κόντου Φλαμινίνου, στην περιοχή της Φωκίδας, το 198 π.Χ., μετά τη νίκη του επί του Φιλίππου του Ε΄ της Μακεδονίας, στον Αώο ποταμό και συγκεκριμένα καταγράφει:
    «[…] Phocidis primo impetu Pfanoteam sine certamine cepit Anticyra haud multum oppugnando morae praebuit. Ambrysus inde Hyampolisque receptae. Daulis, quia in tumulo excelso sita est, nec scalis nec operibus capi poterat […]», που σημαίνει:
   «[…] Με την πρώτη επίθεση στη Φωκίδα κατέλαβε (ο Φλαμινίνος) τον Φανοτέα (Πανοπέα) χωρίς μάχη. Η Αντίκυρα με ολιγόχρονη πολιορκία του προξένησε καθυστέρηση. Εξ εκείνου του τόπου η Άμβροσσος και η Υάμπολις καταλήφθηκαν. Η Δαύλεια, επειδή βρίσκεται σε ένα ψηλό λόφο, ούτε με σκάλες, ούτε με πολιορκητικές μηχανές μπορούσε να καταληφθεί.[…]».
    Αυτό σημαίνει ότι η Άμβροσσος (Άμβρυσσος) υφίσταται ως φωκική πόλη τουλάχιστον από τον 3ο π.Χ. αιώνα.
  Αργότερα, ο Παυσανίας στα «Φωκικά» του (Χ.3.2.) αναφέρει ότι αυτή η πόλη οχυρώθηκε από τους Θηβαίους, όταν άρχισε να διαφαίνεται η σύγκρουσή τους με τον Φίλιππο της Μακεδονίας, μετά το τέλος του Γ΄ Ιερού πολέμου, δηλαδή, μετά το 346 π.Χ.
    Εξ αυτού συμπεραίνουμε ότι η ύπαρξη της Αμβρόσσου μετατίθεται σε χρόνο πριν τον 4ο π.Χ. αιώνα. Το πότε, όμως, ακριβώς, είναι σίγουρα ένα ενδιαφέρον ζήτημα.
  Κατά τη γνώμη μας όχι νωρίτερα από το 480 π.Χ., την εποχή δηλαδή που καταστράφηκε η Ανεμώρεια (Αιολιδείς) από τους Πέρσες στο δρόμο τους για το Μαντείο του Απόλλωνα. Ακόμη όμως πιο πιθανή περίοδος είναι αυτή μετά το 448 π.Χ., δηλαδή, μετά το τέλος του Β΄ Ιερού πολέμου, όταν οι Δελφοί, όχι μόνο ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους από τους Φωκείς, που για λίγο χρόνο είχαν χάσει, αλλά και επεξέτειναν, με τη βοήθεια των Σπαρτιατών, τα ανατολικά τους σύνορα στη θέση της σημερινής Τούμπρης, οπότε έφεραν σε πλήρη δυσχέρεια την εκεί φωκική Ανεμώρεια, αφού κατελήφθη πλήρως η δυτική ζωτική της περιοχή, αυτή της σημερινής «Μπάνιας».
   Πιθανόν, λοιπόν, οι Ανεμωριείς, με πρωτοστάτη κάποιον συμπατριώτη τους, ονόματι Άμβροσσο (που δεν αποκλείεται να είχε πρωταγωνιστήσει κατά τον Β΄ Ιερό πόλεμο και να θεωρείτο γι’ αυτό το λόγο ως τοπικός τους ήρωας), θα στράφηκαν οριστικά προς την ανατολική ζωτική περιοχή τους που ήταν, όχι μόνο αυτή της  Σχιστής Οδού - Ζεμενού, αλλά και εκείνη της κοιλάδας του σημερινού Διστόμου, και έτσι θα δημιούργησαν το νέο τους πόλισμα που σταδιακά αναπτύχθηκε σε κανονική φωκική πόλη, με το όνομα Άμβροσσος, με αποτέλεσμα την οριστική παρακμή της Ανεμώρειας στο Ζεμενό.
   Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βυζαντινός Γραμματικός Ιεροκλής στον «Συνέκδημό» του, όπου απαριθμεί εξηντατέσσερις επαρχίες και εννιακόσιες δώδεκα υπάρχουσες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας του 6ου αιώνα, όταν αναφέρεται στις φωκικές πόλεις, δεν καταγράφει Ανεμώρεια, αλλά Άμβρυσσο. Συγκεκριμένα :
  «[…] ι'. Ἐπαρχία  Ἑλλάδος, ἤγουν Ἀχαΐας, ὑπὸ ἀνθύπατον, πόλεις οθ', Σκαρφία, Ἐλάτεια, Βοιὸν καὶ Δρυμαία, Δαυλία, Χαιρώνεια, Ναύπακτος, Δελφοί, Ἄμφισσα, Τιθώρα, Ἄμβρυσος, Ἀντίκυρα, Λεβαδία, Κορώνεια Βοιωτίας, Στίρις,[…]». 
   Η εν λόγω άποψή μας εδράζεται και στο γεγονός ότι ο Παυσανίας, όταν αναφέρεται στον ήρωα  Άμβροσσο  που έδωσε το όνομά του στην φωκική αυτή πόλη, δεν δίνει κάποιο πληροφορία για ξενική καταγωγή του, όπως κάνει σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όπως π.χ. όταν μιλάει για:
i)τον Φώκο (Φωκικά Χ.1.1), που τάχα έδωσε το όνομά του στη Φωκίδα, σημειώνει ότι είναι Κορίνθιος την καταγωγή,
ii)τον Πανοπέα (Φωκικά Χ.4.1), αναφέρεται στους Φλεγύες που έφτασαν εκεί,
iii)τη Στίριδα (Φωκικά Χ.35.8), αναφέρει τον οικιστή Πετεό, τον γιο του Ορνέα που έφτασε εκεί, διωγμένος από τον βασιλιά της Αττικής Αιγέα,
iv)την Υάμπολη (Φωκικά Χ.35.5), αναφέρεται στους Ύαντες που ξέφυγαν από τη Θήβα,
v)την πόλη Βούλις (Φωκικά Χ.37.2),  αναφέρει ότι συνοικίστηκε από κατοίκους της αρχαίας Δωρίδας με αρχηγό το Βούλωνα,
vi)την Ελάτεια (Φωκικά Χ.34.2), αναφέρει τον οικιστή Έλατο, που ήταν Αρκάδας την καταγωγή, και τέλος,
vii)τη Δρυμαία (Φωκικά Χ.33.12) που την καταγράφει και ως Ναυβολείς, αναφέρει τον οικιστή Ναύβολο, γιό του Φώκου, εγγονό του Αιακού.        
   Συγκεκριμένα, ο Παυσανίας (Φωκικά Χ.36.3) σημειώνει σχετικά: «Ἡ δὲ Ἄμβροσσος κεῖται μὲν ὑπό τὸν Παρνασσόν, τὰ  ἐπέκεινα οἱ Δελφοί. τεθῆναι δὲ τὸ όνομα τη πόλει ἀπό ἥρωός φασίν Ἀμβρόσσου.[…].», που σημαίνει:
   «Η Άμβροσσος βρίσκεται στους πρόποδες του Παρνασσού, αλλά στην αντίθετη πλευρά από τους Δελφούς. λένε πως η πόλη πήρε το όνομα αυτό από ήρωα Ἀμβροσσο.[…]».
   Επομένως, αυτή η αναφορά σημαίνει, μάλλον,  ότι η Άμβροσσος δεν ιδρύθηκε από κάποιους ξένους που έφτασαν στη Φωκίδα  από αλλού, αλλά από τους Ανεμωριείς, που ούτως ή άλλως θα κατείχαν την περιοχή αυτή από τα μυκηναϊκά χρόνια και στην οποία θα είχαν τα υποστατικά τους (καλύβες τους), λόγω των εκεί καλλιεργειών τους.
   Η περίπτωση να ανήκε η κοιλάδα του σημερινού Διστόμου στην αρχαία Στείριδα πρέπει κατά τη γνώμη μας να αποκλεισθεί, δεδομένου ότι αυτή η πόλις δεν ήταν παλαιά (μυκηναϊκή) φωκική, αλλά εμβόλιμη εξ Αθηνών και άρα περιορισμένη χωρικά, στις υπώρειες του Ελικώνα. Μάλιστα,  ο Παυσανίας στα Φωκικά του αναφέρει χαρακτηριστικά για τις δυσκολίες της: «Στιρίταις δε εστίν επί υψηλού και πετρώδους η οίκησις. σπανίζουσιν ουν κατά τούτο ύδατος θέρους ώρα. Φρέατα γαρ αυτόθι ούτε πολλά ούτε ύδωρ παρεχόμενα εστιν επιτήδειον. Ταύτα μεν δη λουτρά σφίσι και υποζυγίοις ποτόν γίνεται, το δε ύδωρ οι άνθρωποι το πότιμον όσον στάδια τέσσερα υποκαταβαίνοντες λαμβάνουσιν εκ πηγής.», που σημαίνει: «Οι Στιρίτες έχουν εγκατασταθεί σε μέρος ψηλό και πετρώδες. έχουν για αυτό έλλειψη νερού το καλοκαίρι. τα πηγάδια εδώ ούτε πολλά είναι ούτε έχουν νερό κατάλληλο για να πίνεται. χρησιμοποιούν λοιπόν το νερό αυτό για να πλένονται και για να ποτίζουν τα ζώα τους, ενώ οι ίδιοι κουβαλούν το πόσιμο νερό κατεβαίνοντας χαμηλότερα σε μια πηγή, σε απόσταση τεσσάρων περίπου σταδίων. Η πηγή είναι σκαμμένη μέσα σε βράχους και αντλούν το νερό αυτό κατεβαίνοντας σ’ αυτήν […]».
    Τέλος, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η περίπτωση το όνομα Άμβροσσος να δόθηκε, μεταφορικά, από τη λέξη αμβροσία = το θεϊκό ποτό των ολύμπιων θεών, λόγω του καλού κρασιού που θα παραγόταν στην περιοχή αυτή. Εξάλλου, θα ήταν το κύριο γεωργικό προϊόν τους που θα τους εξασφάλιζε ίσως και εισόδημα και επομένως θα τους στήριζε, όπως οι ήρωες στηρίζουν τις κοινωνίες τους.
   Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει πάλι ο Παυσανίας (Φωκικά Χ.36.1): «Ἐς δὲ  Ἄμβροσσον στάδιοι περί ἑξήκοντά εἰσιν ἐκ Στίρεως. πεδιάς ἡ ὁδός, ὀρῶν ἐν μέσῳ πεδίον κείμενον. Ἄμπελοι δὲ τὸ πολύ εἰσί τοῦ πεδίου, καὶ ἐν γῇ τῇ Ἀμβροσέων <οὐ> συνεχεῖς μὲν ὥσπερ αἱ ἄμπελοι, πεφύκασι μέντοι καὶ αἱ θάμνοι […].», που σημαίνει:
   «Η Άμβροσσος απέχει εξήντα περίπου στάδια από τη Στίριδα. ο δρόμος είναι ομαλός, σε πεδιάδα που βρίσκεται ανάμεσα σε βουνά. Το πιο μεγάλο μέρος της πεδιάδας καταλαμβάνεται από αμπέλια. στην περιοχή της Αμβρόσσου υπάρχουν κάτι θάμνοι που δεν είναι τόσο πυκνοί όσο τα αμπέλια. […]. »

 ***