Τα δημοσιεύματα του
ελληνικού Τύπου του 19ου αιώνα αποτελούν πολύτιμες ιστορικές πηγές, όχι μόνο
για την πολιτική και κοινωνική ζωή της εποχής, αλλά και για τη διαμόρφωση των
προσωπικοτήτων που αργότερα σημάδεψαν την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού.
Συχνά, μέσα από επιστολές, καταγγελίες και ανταποκρίσεις της καθημερινότητας,
συναντά κανείς πρόσωπα τα οποία εκείνη τη στιγμή ήταν άγνωστα στο ευρύ κοινό,
αλλά έμελλε να αποκτήσουν εξέχουσα θέση στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ακόλουθο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η Αυγή», το οποίο δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1866 και αναφέρεται στις εργασίες επέκτασης του ναού του Αγίου Νικολάου στη συνοικία Ζαγαρά της Λιβαδειάς. Η δημοσιευμένη επιστολή στην εφημερίδα είναι ουσιαστικά μια αναφορά – καταγγελία κατοίκων της συνοικίας, οι οποίοι διαμαρτύρονται για τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών του ναού από τους επιτρόπους, για τις διοικητικές παραλείψεις που προηγήθηκαν της οικοδομής και για την προβληματική εξέλιξη των εργασιών.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που κατονομάζονται βρίσκεται και ένας νεαρός Τήνιος λιθοξόος, ο Δημήτριος Φιλιππότης, στον οποίο οι επίτροποι είχαν αναθέσει την εργολαβία της οικοδομής. Στην δημοσιευμένη επιστολή ο Φιλιππότης παρουσιάζεται ως άπειρος και ανεπαρκής εργολάβος, στον οποίο αποδίδονται ευθύνες για την κακή ποιότητα των εργασιών και για την εγκατάλειψη του έργου πριν από την ολοκλήρωσή του, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη εισπράξει μεγάλο μέρος της συμφωνημένης αμοιβής. Οι καταγγέλλοντες τον περιγράφουν ως «λιθοξόον το επάγγελμα Τηνίον Δημήτριον Φιλιππότην», διατύπωση που αποτυπώνει την επαγγελματική του ιδιότητα κατά την πρώιμη εκείνη περίοδο της ζωής του.

Δημήτριος Ζ. Φιλιππότης 1839 - 1919
Η ιστορική σημασία της
δημοσιευθείσας επιστολής δεν έγκειται τόσο στην αξιολόγηση των πραγματικών
ευθυνών του νεαρού τεχνίτη –η οποία αντανακλά αποκλειστικά την οπτική των
συντακτών της καταγγελίας– όσο στο γεγονός ότι πρόκειται για μία από τις
πρώιμες δημόσιες αναφορές στον άνθρωπο που λίγα χρόνια αργότερα θα εξελισσόταν
σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες του 19ου αιώνα. Η επιστολή,
επομένως, αποκτά ιδιαίτερη βιογραφική αξία, καθώς φωτίζει μια σχεδόν άγνωστη
περίοδο της ζωής του Φιλιππότη, πριν ακόμη στραφεί ολοκληρωτικά στη γλυπτική
και αποκτήσει πανελλήνια και διεθνή αναγνώριση.
Ο Δημήτριος Φιλιππότης
ξεκίνησε, όπως πολλοί συμπατριώτες του από την Τήνο, από την παράδοση της
μαρμαροτεχνίας και της λιθοξοΐας, η οποία αποτελούσε το φυσικό φυτώριο από το
οποίο αναδείχθηκαν πολλοί από τους μεγάλους Έλληνες γλύπτες του 19ου αιώνα. Οι
δυσκολίες, οι αναζητήσεις και οι επαγγελματικές δοκιμασίες των πρώτων αυτών
χρόνων σπάνια τεκμηριώνονται από τις πηγές. Για τον λόγο αυτό, το παρόν
δημοσίευμα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή καταγράφει έναν νεαρό τεχνίτη
πριν ακόμη διαμορφώσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα και πριν συνδεθεί με τα
μεγάλα έργα που αργότερα θα τον καθιέρωναν.
Παράλληλα, το κείμενο
αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία για τη λειτουργία της τοπικής κοινωνίας της
Λιβαδειάς στα μέσα του 19ου αιώνα. Αναδεικνύει τις σχέσεις μεταξύ
εκκλησιαστικών επιτρόπων, δημοτικών και κρατικών αρχών, τις διαδικασίες
ανάθεσης δημόσιων έργων, τις αντιδράσεις των κατοίκων απέναντι σε φαινόμενα
κακοδιοίκησης και τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτιζε ο Τύπος ως μέσο δημόσιου
ελέγχου και κοινωνικής λογοδοσίας.
Η δημοσίευση του
τεκμηρίου σήμερα δεν αποσκοπεί στην αναπαραγωγή των κατηγοριών που διατυπώθηκαν
εις βάρος του Δημητρίου Φιλιππότη, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαιώνει την
ιστορική τους ακρίβεια. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως αυθεντική ιστορική πηγή, η
οποία αποτυπώνει τις αντιλήψεις, τις συγκρούσεις και τις εντυπώσεις μιας
συγκεκριμένης στιγμής. Μέσα από αυτήν διαφαίνεται η διαδρομή ενός νέου ανθρώπου
που, παρά τις δυσκολίες και τις πιθανές αποτυχίες των πρώτων επαγγελματικών του
βημάτων, εξελίχθηκε σε κορυφαίο δημιουργό της νεοελληνικής γλυπτικής.
Έτσι, το παρόν δημοσίευμα αποκτά διττή αξία: αφενός ως
σημαντική μαρτυρία για την κοινωνική και διοικητική ιστορία της Λιβαδειάς του
1866 και αφετέρου ως ένα σπάνιο τεκμήριο της νεανικής πορείας του Δημητρίου
Φιλιππότη, πριν το όνομά του συνδεθεί οριστικά με τα σπουδαιότερα έργα της
ελληνικής γλυπτικής του 19ου αιώνα.
Ακολουθεί το δημοσίευμα της εφημερίδας καθαρογραμμένο
με την ορθογραφία του πρωτοτύπου.
Λουκάς Α.
Παπαλεξανδρής
***
Αξιότιμε Κ. Συντάκτα
της εφημερίδος «η Αυγή.»
Δημοσιεύσατε
παρακαλούμεν την διατριβήν ημών ταύτην διά του προσεχούς φύλλου της εφημερίδος
σας.
Ναός τιμώμενος επ'
ονόματι του Αγίου Νικολάου υπήρχεν εξ αμνημονεύτων ετών εν τη ομωνύμω συνοικία
της πόλεως Λεβαδείας, τη και Ζαγαρά καλουμένη. Ο ναός ούτος πυρποληθείς υπό των
εχθρών κατά την ελληνικήν επανάστασιν, ότε κατέστρεψαν την πόλιν ανωκοδομήθη
προσωρινώς μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων εκ των ενόντων· προ είκοσι δε
περίπου ετών ανεκαινίσθη εκ θεμελίων γενόμενος ευρυχωρότερος και καλώς
κατασκευασμένος, αλλ' ένεκα της ελλείψεως των χρηματικών μέσων έμεινεν
ημιτελής, καθ' όσον ούτε ο επαρκώς ευρύχωρος γυναικωνίτης, ούτε ο απαιτούμενος
Νάρθηξ, ούτε το κωδωνοστάσιον αυτού εκτίσθησαν τότε, ήδη δε βελτιωθείσης
οπωσούν της καταστάσεως των κατοίκων της συνοικίας ταύτης, ως εκ της
υπερτιμήσεως του βάμβακος, απεφασίσθη υπ' αυτών να τελειοποιηθή επεκτεινόμενος
προς δυσμάς. Απητείτο λοιπόν κατά τον Νόμον να ζητηθή και ληφθή η προς τούτο
άδεια από τας αρμοδίας αρχάς παρά των επιτρόπων του Ναού προηγουμένως, να
διαταχθή μηχανικός τις να μεταβή επιτοπίως και συντάξη σχέδιον, και διάγραμμα,
να γίνη προϋπολογισμός της απαιτουμένης δαπάνης, να ενεργηθή η οικοδομή δι'
εργολαβίας μέν, αλλά διά μειοδοτικής δημοπρασίας, και να προκαλεσθή και η
έγκρισις της Νομαρχίας.
Αλλ’ οι κύριοι
επίτροποι, Ευστάθιος Πανουργιάς, Ιωάν. Σουλτάνας και Αναστάσιος Δασόπουλος,
χωρίς να ενεργήσουν ουδέν τούτων προηγουμένως, επεχείρησαν αυτογνωμόνως και
κατ’ ιδίαν αρέσκειαν την εν λόγω οικοδομήν, ως εάν επρόκειτο περί ιδίας των
οικοδομής, και ως εάν ήθελον είσθαι απόλυτοι κύριοι της περιουσίας του Ναού
τούτου, δώσαντες αυτήν εις εργολαβίαν, και συμφωνήσαντες μεθ’ ενός όλως διόλου
ανικάνου, και απείρου περί τας τοιαύτας οικοδομάς λιθοξόου το επάγγελμα Τηνίου
Δημητρίου Φιλιππότου τούνομα, όστις ανεδέχθη την εργασίαν ταύτην επί πληρωμή
δραχμών 5,500 Ούτος δε, αντί να μεταχειρισθή κτίστας ικανούς και εμπείρους, διά
να γίνουν τα έργα στερεά και κομψά, εκ κερδοσκοπίας κινούμενος, εμίσθωσεν
αμαθεστάτους δι’ ημερομισθίων μικροτέρων των όσα λαμβάνουν οι καλοί κτίσται, οι
οποίοι κατεδαφίσαντες την δυτικήν πλευράν του Ναού άνωθεν των θυρών,
επεξέκτεινον την οικοδομήν προς δυσμάς, κτίσαντες και μέχρι τινός το
κωδωνοστάσιον αλλά μόλις ύψωσαν τους τοίχους και έκτισαν επ’ αυτών θόλους
τινάς, και διερράγησαν ούτοι εις διάφορα μέρη, πριν τελειοποιήσουν αυτούς. Ο δε
καλός μας εργολάβος, αν και είχε λάβει από τους επιτρόπους πλέον των δύο τρίτων
των συμφωνηθέντων χρημάτων, παρανόμως δοθέντων αυτώ, προ του τέλους της
οικοδομής, άλλα μεν εκ συνεισφοράς των κατοίκων, παρά των οποίων συνήθροισαν
αυτά, άλλα δε από του μικρού αποθεματικού κεφαλαίου του Ναού, και άλλα εκ
δανείου παρά του ενταύθα υπάρχοντος υποκαταστήματος της εθνικής Τραπέζης εις
βάρος του Ναού, αφήκε το έργον ατελές εις την ρηθείσαν κατάστασιν, και
ανεχώρησε προ ενός ήδη περίπου έτους εις Χαλκίδα, όπου μετέρχεται το επιτήδευμά
του διαμένων εκεί, και αδιαφορών διά την οποίαν ανέλαβε και έχει υποχρέωσιν.
Οι δε κύριοι επίτροποι,
αντί να συναισθανθούν την παρεκτροπήν των, και την παράβασιν του καθήκοντός
των, ως εκ των οποίων έγειναν πρόξενοι επαισθητής ζημίας και βλάβης, τόσον εις
τον Ναόν, όσον και εις τους κατοίκους της συνοικίας ταύτης, και να φροντίσουν,
ώστε, ουχί μόνον διά τελειοποίησιν του οποίου αυτογνωμόνως και παρανόμως
επεχείρησαν έργου, ως υποκείμενοι εις βαρείαν ευθύνην δι' αυτό αναντιρρήτως,
αλλά και να κινήσουν αγωγήν κατά του εργολάβου, ίνα υποχρεωθή δικαστικώς εις
την αποζημίωσιν του τε Ναού και των κατοίκων· απεναντίας μένουν αδιάφοροι μ'
όλας τας κατ' αυτών κατακραυγάς των κατοίκων, ουδέν ενεργούντες, τις οίδεν από
ποίον συμφέρον κινούμενοι. Δεν έπραξαν δε την παρεκτροπήν ταύτην μόνον, αλλά
και άλλην προγενεστέραν, διότι πριν επιχειρήσουν την οικοδομήν ταύτην, είχον
επιχειρήσει πρότερον να κτίσουν τον Νάρθηκα, και εξώδευσαν, αυτογνωμόνως
ωσαύτως, υπέρ τας επτακοσίας δραχμάς εκ της περιουσίας του Ναού, και επειδή και
το έργον εκείνο εγένετο κακώς, απεφάσισαν και κατηδάφισαν τα κτισθέντα μέρη
καταδαπανήσαντες ματαίως το ρηθέν ποσόν.
Μη ανεχόμενοι λοιπόν οι
κάτοικοι της συνοικίας ταύτης την τοιαύτην σπατάλην της εκκλησιαστικής
περιουσίας, και την κατάστασιν αυτήν του Ναού ημών, ηναγκάσθημεν να αναφερθώμεν
εις τον κύριον έπαρχον περί τούτων, εξαιτηθέντες να διαταχθώσιν οι επίτροποι
ούτοι να τελειοποιήσουν το οποίον επεχείρησαν έργον, αλλ' αν και ο κύριος
έπαρχος εξεπλήρωσε το καθήκον του, διατάξας τα είκότα προς τον δημαρχεύοντα
δεύτερον πάρεδρον, ούτος μόλον τούτο ουδέν ένήργησεν· ανεφέρθημεν και εκ
δευτέρου ζητήσαντες να διατάξη την προσωρινήν παύσιν των περί ων ο λόγος επιτρόπων,
ως αποδειχθέντων προφανώς ανικάνων και καταχραστών, και μη χαιρόντων τα πιστά
του λοιπού παρά τοις συμπολίταις των και την αντικατάστασίν των υπό των
προταθέντων παρ' ημών ευϋπολήπτων ικανών και μη αποδειχθέντων μέχρι τούδε
καταχρηστικών συνοικιωτών ημών υπό την υποχρέωσίν των του να παρακαταθέθουν εις
το δημόσιον ταμείον τα π' αυτών συναθροισθησόμενα χρήματα διά των δίσκων του
Ναού κατά τας ενεστώσας εορτάς, μέχρις ότου αποφασίση περί του αντικειμένου τούτου
ο κύριος Νομάρχης, προς ον ανεφέρθημεν ταυτοχρόνως· και ο μέν κύριος έπαρχος
διεύθυνε και πάλιν την αναφοράν ημών ταύτην εις τον δημαρχεύοντα, διατάξας ό,τι
το καθήκον αυτού υπηγόρευσεν, αλλ' ο δημαρχεύων και πάλιν ουδέν ενήργησε, μένων
απαθής θεατής της τοιαύτης καταχρηστικής διαγωγής των περί ων πρόκειται επιτρόπων
και της τοιαύτης σπατάλης της περιουσίας του Ναού ημών, και εν τοσούτω οι απολέσαντες
τα πιστά παρά τοις συνοικιώταις των ούτοι επίτροποι συνέλεξαν τα εκ των δίσκων
χρήματα και κατά τας τρείς ημέρας της εορτής της του Χριστού γεννήσεως, ως και
της του αγίου Βασιλείου την πρώτην του νέου τούτου έτους, και θέλουν συλλέξει
και τα κατά τας προσεχείς εορτάς, και τις οίδεν οπόσα ποσά θέλουν δείξει ότι
συνήθροισαν με ζημίαν του Ναού, όταν θέλουν δώσει λόγον της διαχειρίσεώς των
παυόμενοι της επιτροπείας, ο δε κ. Νομάρχης διέταξε να προσκληθή μηχανικός τις
διά να επιθεωρήση την γενομένην περί ης ο λόγος κακήν οικοδομήν και να αναφέρη·
ως εκ της τοιαύτης δε ολιγωρίας του δημαρχεύοντος περί την ενέργειαν των παρά
του κ. επαρχου επί των αναφορών ημών επισημειωτικώς, ως εμάθομεν, διαταθέντων,
από συμπαθείας ως εικάζεται, ας έχει προς τους κυρίους επιτρόπους, συνέβησαν
ταραχαί κατά την εορτήν της Χριστού γεννήσεως και εντός του Ναού και εκτός
τούτου εν τη συνοικία μεταξύ πολλών εκ των κατοίκων και ευαρίθμων τινών
συγγενών και σχετικών των διά τον λόγον, ότι δεν βλέπουν ενεργηθείσαν την περί
της προσωρινής αντικαταστάσεως των καθ' ων αι αναφοραί ημών αίτησίν μας, καίτοι
καταγγελθέντων ότι κακώς διεχειρίσθησαν και διαχειρίζονται τα του Ναού ημών και
κατασπαταλεύοντων την περιουσίαν αυτού, καθ' α εξετέθη κατά πάσαν δε
πιθανότητα, εάν δεν ήθελον ληφθή τα απαιτούμενα σύντονα μέτρα προς θεραπείαν
του κακού (ήτοι της σπατάλης και φθοράς της εκκλησιαστικής ημών περιουσίας) υπό
των αρμοδίων ανωτέρων αρχών διά της αντικαταστάσεως των επιτρόπων αυτών, αι
ταραχαί αύται θέλουν αυξήσει και μεταβληθή εις συγκρούσεις και διαπληκτισμούς,
(καθ' όσον οί εν λόγω επίτροποι κατακρατούν την επιτροπείαν αυθαιρέτως,
υποστηριζόμενοι από τινας, και δεν παραιτούνται από αυτήν) αι συνέπειαι των
όποιων δεν θέλουν είσθαι ευχάριστοι βεβαίως.
Μη λαμβανομένων δε
συντόνων μέτρων προς θεραπείαν του πράγματος είμεθα αναγκασμένοι να
απευθυνθώμεν και εις το επί των Εσωτερικών υπουργείον επικαλούμενοι την
δικαιοσύνην του και την προστασίαν των Νόμων, και επί τέλους θέλομεν
καταγγείλει τους κυρίους αυτούς επιτρόπους και εις τον κ. Εισαγγελέα
προσηκόντως, διά να υποστούν και την τιμωρίαν των Νόμων.
Ταύτα προς γνώσιν του
κοινού, και ιδίως των συμπατριωτών ημών εν γένει, καθ’ όσον αι παρεκτροπαί και
καταχρήσεις των εμπεπιστευμένων υπηρεσίαν τινά, είτε δημοσίαν, είτε δημοτικήν,
είτε εκκλησιαστικήν μη τιμωρούμεναι, η τουλάχιστον μη στηλιτευόμεναι διά της
δημοσιότητος, ουχί μόνον δεν παύουν, αλλά και αυξάνουν δυστυχώς.
Εν Λεβαδεία τη 6 Ιανουαρίου
1866. Κατ’ εντολήν μεγίστου μέρους των κατοίκων της συνοικίας του Αγίου
Νικολάου, η Ζαγαρά της πόλεως Λεβαδείας.
Οι υπογεγραμμένοι
ΝΙΚΟΛΑΟΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Δ. Ν. ΠΑΡΑΣΧΟΥ.
Γ. Ν. ΠΑΡΑΣΧΟΥ. Δ. Α. ΜΠΟΚΑΣ.
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΡΙΣΤΟΣ.
